Εκτύπωση του άρθρου

ΝΙΚΟΛΑΣ ΕΥΑΝΤΙΝΟΣ

Από την Χώρα της Σιγής.

 (γράφει ένας βάρβαρος)

 

             Στο ποίημα του Αισιοδοξία ο Κωνσταντίνος Καρυωτάκης κραυγάζει ψιθυρίζοντας : Ας υποθέσουμε πως δεν φτάσαμε / από εκατό δρόμους τα όρια της σιγής. Ας υποθέσουμε….στ’ αλήθεια πόσα χρόνια υποθέταμε πως δεν φτάσαμε τα όρια της σιγής…μα κυρίως πόσα χρόνια σταματήσαμε τις υποθέσεις και απλά παραδεχτήκαμε πως όχι απλά φτάσαμε, αλλά περάσαμε τα όρια της σιγής και πλέον εντός της σκιαμαχούμε με το πτώμα του Ορφέα, δίχως να ακουγόμαστε πουθενά…άραγε αυτή μας η μάχη στη χώρα της αφωνίας είναι ικανή να υποσχεθεί μια ανάβαση…;

             Σε ένα τόπο που εξακολουθεί να σφυρηλατείται απ’ το φως του ήλιου και το σκοτάδι όσων μοιραίων τον ορίζουν, σε ένα χρόνο που φαίνεται να έχει σμικρυνθεί προκειμένου να χωρέσει τις τόσες εξελίξεις ο αέρας μυρίζει ασφυξία, οι άνεμοι βγαίνουν σπασμωδικά από τα στόματα μιας αόρατης αγωνίας και η Θρησκεία του Σύμπαντος  που καλείται από τους θνητούς Ποίηση κοινωνείται είτε ως υποχρεωτικό μάθημα αποστήθισης είτε ως αισθητικός μανδύας αυτοεπιβεβαίωσης στα διάφορα κοινωνικά σαλόνια των λογής διακόνων Της. «Η decadenceλειτουργεί σαν λίπασμα» ήταν η φράση κάποιου καθηγητή…Τα κόπρανα κάνουν το χώμα πιο εύφορο για όποιο καρπό του μέλλεται να γενεί λουλούδι….Μήπως σε ένα τέτοιο χώμα δεν βουλιάζουν τα πόδια όποιου ανθρώπου γράφει εδώ και τώρα ένα Ποίημα;

   Δεν γινόταν αλλιώς….οι εκατό δρόμοι που οδηγούσαν από την εποχή ακόμα του Καρυωτάκη στα όρια της σιγής είχαν χαραχτεί πολύ πριν γεννηθούμε εμείς. Μα στ’ αλήθεια ποιοί είναι οι δρόμοι της σιγής και ποιοί είμαστε εμείς;

  Οι χαραγμένοι πριν από μας για εμάς «δρόμοι» είναι εκείνοι που μας κατεύθυναν σε μια λογοτεχνία που δεν συνιστά παρά μια κατασκευή αληθοφανών ψεμάτων -εμείς νομίζαμε ότι ήταν ένα ψέμα α-ληθείας. Είναι εκείνοι που μας οδήγησαν στην απομάκρυνση από το κοσμικό γίγνεσθαι, την οποία κάποτε ονόμαζαν «αυτοαναφορικότητα», και η οποία στη συνέχεια εξέπεσε σε  αυτοακύρωση της ίδιας της γραφής. Είναι εκείνοι που μας έδειξαν πως από την αποαυτοματοποίηση της πραγματικότητας μέσω της γλώσσας θα περάσουμε γελαστοί στην πραγματικότητα της αποαυτοματοποίησης. Είναι εκείνοι που μας τραγούδησαν πως η Ποίηση είναι η ρητορική λειτουργία της γλώσσας, πως είναι η παρουσία μιας απουσίας στην οποία τα σημαινόμενα καταλύονται από τα σημαίνοντα.  Είναι εκείνοι που μας έδειξαν πώς θεωρητικοποιούν θετικά –κυρίως μέσα από την γλωσσολογία και την σημειολογία- την λογοτεχνική πράξη. Στην ουσία «οι δρόμοι της σιγής» μας είπαν πως το άρρητο Θαύμα της Γεννώσας Φύσης το οποίο ενσαρκώνει η Ποίηση δεν είναι παρά μια απάτη. Το μόνο που μένει σε μας είναι να «κουλάρουμε», να  καλλιεργήσουμε το παιχνιδάκι με τις λέξεις καλούντες εαυτούς ποιητές με τρόπο ανάλαφρο, και ας πιστέψουμε μια για πάντα πως όλα μετρώνται με χειραψίες, χειροφιλήματα, εκδοτικές προσπάθειες και κολακείες. Ποιοι όμως είμαστε εμείς;

Γεννηθέντες το τελευταίο τέταρτο του αιώνα, που όσο και αν μας ωθούν με το στανιό, δεν θα γίνουμε ποτέ παιδιά του portmodern, γιατί ποτέ δεν πιστέψαμε στους προαναφερθέντες δρόμους της σιγής, και γι ‘αυτό το λόγο δεν αποτελούμε άνωθεν ορισμένη -και διορισμένη- ποιητική γενιά. Είμαστε εκείνοι που αντιλαμβάνονται την συστηματική απόπειρα να εξωραϊστεί, να λειανθεί ίσως και να καλυφθεί  η πενία του σύγχρονου μεταμοντέρνου ποιητικού λόγου ως ένα ακόμα σημείο των τωρινών καιρών που ακολούθησαν τους σύγχρονους μοντέρνους καιρούς. Αναλυτικότερα:

Η πεποίθηση πως το μοντέρνο έχει πια γεράσει άρχισε να διαμορφώνεται ήδη μετά το β’ μισό του 20ου αιώνα και θα μπορούσε να αντικατοπτρίζεται στο σύνθημα «Η τέχνη πέθανε. Μην καταναλώνετε το κουφάρι της», το οποίο γράφτηκε στους τοίχους του αντιαστικού και αντικομφορμιστικού γαλλικού Μάη[1]. Για να εξηγούμαστε: η κατάλυση της απόστασης μεταξύ δημιουργού και κοινού,  ο ποιητής που βγαίνει έξω από τις λέξεις του γραφείου του, («η ποίηση είναι στους δρόμους») και η εναντίωση σε μια ελιτίστικη, εμπορευματοποιημένη τέχνη είναι σίγουρα προτάγματα πρωτοπορίας, δείγματα πως η μοντέρνα τέχνη του Έλιοτ ή του Τζόυς υπολειπόταν την συγκεκριμένη στιγμή σε «κάτι» της αδηφάγους πραγματικότητας.  Όμως ταυτόχρονα αυτά τα προτάγματα, δίχως κάποιο αναλυτικώς διατυπωμένο  θεωρητικό ρίζωμα (δεν φτάνει μοναχά ο Sartre), μένουν συνθήματα αίολα που γυρίζουν μπούμερανγκ και ανοίγουν δρόμους επικίνδυνους. Το μεταμοντέρνο, λοιπόν ως χρονική συνέχεια, αλλά όχι αναγκαστικά ως κληρονόμος αυτής της αμφισβητητικής πρωτοπορίας, μένει ανοικτό στο κιτς και στην παραλογοτεχνία –λες και υπάρχει κάποιο δόγμα που να λέει  «ό,τι σε γλώσσα αξιοπρόσεκτο», αμαρτία που η θεωρία των δομών σαν ασθένεια μας έχει κολλήσει - φλερτάρει με την ηλεκτρονική κοινωνία του αστήριχτου υποκειμενισμού και εντάσσεται στην ποπ οπτική, γιατί πολύ απλά, όπως έχει ήδη ανυποψίαστα ειπωθεί, «η τέχνη πέθανε». 

Σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο η εναντίωση στην αστοκρατούμενη δημοκρατία και τον προσωποκρατούμενο σοσιαλισμό ναι μεν στάθηκε εξόχως αποκαλυπτική της διάβρωσης των μοντέρνων δομών, όπως αυτής του ψυχροπολεμικού ιμπεριαλισμού, από την άλλη όμως δεν μπόρεσε να αποτρέψει (πολλοί υποστηρίζουν πως ακούσια τον εξέθρεψε με την μη συνέχισή της) την άνοδο του πολιτικού μεταμοντερνισμού. Σε εκείνη δηλαδή την αντίληψη, που καθιστά την δημοκρατία μιντιακή μαζοκρατία, και τον σοσιαλισμό μουσειακή ουτοπία. Δίχως να καλλιεργήσει τους σπόρους της επαναστατικότητάς της, η γενιά που ακολούθησε το babyboom, μετέτρεψε τα κινήματα της σε μνημονικά άλλοθι και όχι σε επίκαιρη θέση απέναντι στους συντηρητισμούς της κάθε εποχής.

Πλέον λοιπόν τα ερωτήματα είναι αδυσώπητα: Πόσο προοδευτικά είναι ως σημαίνοντα το γκρέμισμα των τειχών, το άνοιγμα των συνόρων, η ιντερνετική δημοκρατία όταν βρίσκουν την αναφορική τους σημασία στην εγκαθίδρυση πανίσχυρων και αόρατων μονοκρατοριών, στον μονόδρομο της αδικίας και της ανισότητας τα οποία προβάλλουν στον χρόνο ως σημαινόμενα αυτών των «προοδευτικών» σημαινόντων; [2] Και τέλος πάντων γιατί σε αυτήν την εποχή κανείς και τίποτα δεν φαίνεται διατεθειμένος να υπερασπιστεί την έννοια του σημαινομένου; 

Αντιστοίχως, μια τέτοια ερώτηση, τι θα σήμαινε για τον χώρο της τέχνης και της λογοτεχνίας; Πόσο σημαίνουσα είναι η αβαρής νεωτερικότητα μιας λογοτεχνίας, όταν το μόνο που έχει να επιδείξει είναι η αυτοαναφορικότητα των δομών της και αυτοκατασπαράζεται σαν άλλος Ευρισίχθονας[3], αποδιαρθρώνοντας τις ίδιες τις δομές της; Και αλήθεια, το περιβάλλον στο οποίο κάτι τέτοιο διαδραματίζεται πως μπορεί να χαρακτηριστεί; Μα κυρίως το όπλο όσων  θέλουν να αντισταθούν ποιο είναι;

Για την ώρα, φαίνεται πως η ποιητική γραφή βιώνει συνολικά ένα μεταίχμιο, μια κατάσταση διαρκούς αναζήτησης ώστε να αποτινάξει το φάσμα της μη αναγκαιότητας και του θανάτου, δηλαδή της πεζολογίας και της παντοτινής σιωπής. Σε μια εποχή βάναυσης ελαφρότητας, ο ελεύθερος στίχος ρέπει προς μια ανερμήνευτη ρευστότητα συνεχούς αποσπασματικότητας και έναν απονενοημένο ισοπεδωτικό σχετικισμό, βέβαιος για το ανεξάντλητο της γλώσσας, της μόνης αξίας, μηχανιστικής και συστηματικής, στην οποία φαίνεται να λογοδοτεί. Ταυτόχρονα όμως η ποίηση ως ενδογλωσσική υπόθεση αντέχει; Ή καλύτερα, εάν ο Κόσμος, με την έννοια της εντός και εκτός του ανθρώπου ενέργειας εξοστρακιστεί ως μεταφυσικό, εξωγλωσσικό σημαινόμενο δεν θα διαλυθεί, με όρους γλωσσολογίας, το σημείο «ποίηση»;  Ποια θα είναι επομένως η αντίσταση της Ποίησης, ποιο θα είναι το νέο αναβαπτισμένο προσωπείο με το οποίο θα παρουσιαστεί εδώ και τώρα;

Αυτά είναι τα καίρια ερωτήματα πλανώνται στην χώρα της σιγής την οποία σαν μέγγενη ένιωθε τότε στον λαιμό του ο Κωνσταντίνος Καρυωτάκης. Εμείς οφείλουμε να επιλέξουμε αν σε αυτή την χώρα, τώρα, είμαστε οι κάτοικοι που περιμένουν του βαρβάρους ή οι βάρβαροι που ανυποψίαστοι και ωραίοι προελάυνουν εντός της για να την καταλύσουν και υψώσουν το λάβαρο ενός λόγου που υπηρετεί την Ποίηση ως Συμπαντική Θρησκεία. Λοιπόν, εμείς οι γεννημένοι το τελευταίο τέταρτο του αιώνα των πολέμων, θα μπορούσαμε να είμαστε μια κάποια «λύσις»;

Νικόλας Ευαντινός


[1] Βλ. το ένθετο τιμητικό ημερολόγιο στην εφ. Κυριακάτικη Αυγή (30/12/2007)

[2] Ας κατατεθεί εδώ η προσωπική άποψη πως σε κάθε σημαίνουσα πράξη –και δει επαναστατική-  τα σημαινόμενά της δεν εξαρτώνται απαραίτητα από τις μετέπειτα επιλογές των φορέων της (παράδειγμα Κονμπετίτ.). Αν η επανάσταση είναι πολιτική τέχνη,  την σώζει η αυτοτέλειά και η αυτονομία της. Όχι μια αυτοτέλεια ανιστορική, αλλά υπαρκτή και ανοιχτή σαν στέρνα πάνω στον ιστορικό άξονα, από την οποία μελλοντικές επαναστατικές αυτοτέλειες, ίσως αντλήσουν.

[3] Γιος του μυθικού βασιλιά της Θεσσαλίας Τρώπα, τον οποίο τιμώρησε η Δήμητρα με ακατάσχετη βουλιμία σε σημείο που, για να κορέσει την πείνα του, πέθανε τρώγοντας το ίδιο του το σώμα.