Εκτύπωση του άρθρου

ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΘΕΣΗ ΜΝΗΜΗΣ 
 

Στον αντίποδα της Προυστικής καταγωγής σε σχέση με τη λειτουργία της μνήμης του απόλυτα και απροκάλυπτα δοσμένου  σ’ εκείνη,  Κώστα Μαυρουδή, ο λυρικότερος ίσως εκπρόσωπος της ποίησης της γενιάς του ’70, ο Γιώργος Καραβασίλης, φαίνεται να στέκει μακριά από κάθε πρόθεση ανάμειξής του σε μια τέτοια διεργασία. Λειτουργεί πάντα στο παρόν και σπάνια χρησιμοποιεί παρελθόντα χρόνο ή παρελθόντα προσωπικά και κοινωνικά βιώματα. Η δική του ποιητική μνήμη εδράζεται κατά κανόνα  στην αναζήτηση του αισθητικού υλικού μέσα από  γνήσιες λυρικές προσεγγίσεις με μόνιμο θέμα το ερωτικό σώμα σε όλες του τις εκδοχές. Ανασύρει, χωρίς πρόθεση μνήμης, εκ των πραγμάτων, τις ίδιες τις ποιητικές ρίζες του παρελθόντος,  τις οποίες και πάλι μετασχηματίζει σε μια εντελώς παρούσα και άμεσα δραστική ποιητική γλώσσα - Τη γλώσσα εκείνη  στην οποία διοχετεύεται η ποιητική λειτουργία της γενικής του αμφισβήτησης και των επιμέρους αρνήσεων, ενός παρόντος από το οποίο δεν αφίσταται και δεν εγκαταλείπει το μερίδιο των δικαιωμάτων αλλά και των ευθυνών του, που όπως ακριβώς και η ζώσα πραγματικότητα αποτελεί μέρος (κι αυτή) της ποιητικής του «αθανασίας», μια τάση που φαίνεται από την πρώτη του ποιητική συλλογή Η ΚΡΑΥΓΗ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ, (1970)1
(…)

Και όταν το παρόν σ’ αυτήν την ποίηση, οικειοποιείται τη μνήμη: Πάνω στο ήσυχο νερό βεντάλια οι μνήμες.

( …)

Κι όταν η νοσταλγία την ανακαλεί:

Κάποτε πλήθαινα σ’ ένα δρόμο

Ανάμεσα στα κτίρια και στον περίπατο

Κι άλλοτ’ έπαιζε το όργανο κι ήσουν εσύ φτελιά

                                                                               

       Κι όταν ακόμα οι αναφορές με λέξεις και με φράσεις, σ’ ένα παρελθόν που υπήρξε ή που δεν έσβησε, σχεδόν πάντα το έναυσμα είναι μια παρούσα κατάσταση· συχνά μια δυνατή αίσθηση παρόντος με το εύρος του χρόνου που καλύπτει το πριν· όσο δηλαδή από το πριν μένει αναλλοίωτο σε βαθμό που ν ακολουθεί κατ´ ανάγκη τα βήματα μιας οσοδήποτε άμεσης αίσθησης πραγμάτων ή καταστάσεων.

Αιώνες έπινα στον Ύπνο του ίσκιου σου το ρίγος

Και μόλις χτες αθώα γύμνια σε εμβόλισα.

 

Πριν γνωριστήκαμε από το πριν,

Δεν χωριστήκαμε

Εσμίξαμε

Και ξαναγαπηθήκαμε.

Μη με λησμόνει.

 

Μα όταν, αραιά και που στην ποίηση του Γιώργου Καραβασίλη ξεπροβάλλει θελημένα ή αθέλητα μια ατόφια ποιητική μνημοτεχνική, το ποίημα εξελίσσεται σε μνημείο υπέρβασης του χρόνου, μέσω της συμπύκνωσης και της ενοποίησης αισθητικών εικόνων και αισθησιακών καταγραφών. Των καταγραφών εκείνων που υπαινικτικά συναντάει κανείς και σε πολλά άλλα ποιήματα, από εκείνα που επιμένουν να δείχνουν χρόνο παρόντα, αν και μηδόλως αγνοώντας ότι παρόν δεν υπάρχει χωρίς παρελθόν και μέλλον.

 

Δεν είχε όνομα το κορμάκι στο μόλο

Μόλις το γλίστραγα στην αγκαλιά της θάλασσας.

Έτσι δειλό σαν σύννεφο της αγωνίας και της προσμονής

Κρεμάστηκε στο χέρι μου ζητώντας τη σκιά του.

Κι όσο το μάλωνα με τα χάδια μου

Τόσο ξεγράφονταν μες το σκοτάδι,

Τόσο σβηνόταν στην απέραντη ανωνυμία της πολιτείας.

 

Μείναμε όσο κρατάει ένα φιλί

Να ξεκλειδώσουμε στον θερινόν αφρό

Σειρά – σειρά τους ξεχασμένους θρύλους.

(…)

                                                                         

Το ίδιο θα λέγαμε και για την ενότητα  «Εννιά μικρές στιγμές για το νησί που χάθηκε», της συλλογής ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΔΩΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΠΥΡΓΟΥ (1978). Εδώ, σημειώνουμε ιδιαίτερα τη λέξη «παμπάλαιο» παμπάλαιες πλεκτάνες, και παμπάλαιου κόσμου, την οποία συναντάμε συχνά στην ποίηση του Γιώργου Καραβασίλη,  και η οποία, μαζί με άλλες χαρακτηριστικές λέξεις και φράσεις από το παρελθόν ή και η ίδια η λέξη «μνήμη»,  περνάνε σαν αστραπή και μπλέκονται σαν επισκέπτες καλής θελήσεως «στα πόδια» των λυρικών του ποιημάτων.  Έτσι, χωρίς να επηρεάζουν τη βασική λειτουργία των ποιημάτων αυτών, κατά κανόνα, σε ενεστώτα χρόνο, προσμετρούν σ’ αυτήν με την ευρύτητα, αν όχι ολότητα, του ιστορικού χρόνου, μια  ακόμα διάσταση, ικανή να  εκτοξεύσει το ποίημα σε μια κατεύθυνση αχρονικότητας. Οι προεκτάσεις αυτές στην ποίηση του Γιώργου Καραβασίλη, όσο κι αν είναι υπαινικτικές και σχεδόν αόρατες, έχουν τη δύναμη μιας ποιητικής γνησιότητας· μιας λειτουργικής αναγκαιότητας θα λέγαμε που  εμβολίζει τη λυρική διάθεση και πυροδοτεί μια  (μπορεί και ανεξέλεγκτη) τάση ανίχνευσης ιστορικοφιλοσοφικών προσεγγίσεων μέσω της αισθητικής οδού.

Υπάρχουν στίχοι, φράσεις, λέξεις, ρήματα στον αόριστο και τον παρατατικό, και άλλες ενδείξεις για την λειτουργία αυτή της μνήμης στην ποίηση του Γιώργου Καραβασίλη, που είναι ενδεικτικές, εκτός των άλλων, και της αδυναμίας απόλυτου διαχωρισμού της ποιητικής δημιουργίας από τις λειτουργίες της μνήμης, αλλά και της ποικιλίας αυτών των λειτουργιών.

Στίχοι π.χ. όπως:

 Πάνω στο ήσυχο νερό βεντάλια οι μνήμες/ Κι ο κάθε κύκλος τυραννά το δέντρο της οδύνης (…) ή Διακόσια τόσα χρόνια που μου περιμένουν τη σπορά,/ Ταφές και γέννες λίγο πριν τον έρωτα (…), Ακούγεσαι, θ’ ακούγεσαι για δυο χιλιάδες χρόνια., (...) Σε κείνους τους καιρούς που ήθελε να ξαναζήσει», Τότε η μνήμη ξαφνικά εκπυρσοκρότησε, Στο διάλειμμα της βροχής, αναπάντεχα, θυμήθηκα πόσα χρόνια πάνε που πέθανες κι ότι το σπίτι δεν συμφώνησε ποτέ μ’ αυτό σου το ταξίδι. ή Νύχτες αξέχαστες που με μαζέψατε/ Μες στα σεντόνια σας,(...) ή Αυγές αυλών Ρωμαϊκών επαύλεων,/ Τότε.

 

Στίχοι που συναντούμε και στις επόμενες συλλογές και που μπορούν να θεωρηθούν χαρακτηριστικές περιπτώσεις μιας αυτόκλητης και αυτόνομης παρουσίας της μνήμης σε μια ποίηση που αδιαφορεί κατά έναν τρόπο γι´ αυτήν, και οι οποίοι γίνονται μάρτυρες της δυναμικής που ενυπάρχει στον όρο και την συχνά  κατ’ αναγκαιότητα λειτουργία του.

Εδώ, εκτός από τους στίχους που εντοπίσαμε, μπορούμε να προσθέσουμε και λέξεις,  που εκτός των άλλων, αισθητικών κυρίως, ποιητικών λογαριασμών που εξοφλούν και ρόλων που παίζουν,  θυμίζουν παλαιότερες εποχές και παραπέμπουν σε μνήμες ιστορικής υφής. Υπάρχουν ουσιαστικά και επίθετα σκόρπια σ’ ολόκληρο στο έργο του Γιώργου Καραβασίλη, όπως: πάπυρος, ιέρεια, εταίρα, κρανίου τόπος, μια σάμπα του ’50 στο γραμμόφωνο, θεοί, Χοσρόης, Παλατινή Ανθολογία, Ταναγραία, Ατλαντίδα, σινδόνη. Δαμασκηνά σπαθιά, Ακρατοφόρος Διόνυσος, κλπ., αλλά και ρήματα που και που στον αόριστο και στον παρατατικό χρόνο· η θύμηση ενός παλιού τραγουδιού, όπως και κάποιο ποίημα, σαν τη ‘’Διπλοτυπία’’ στην συλλογή ΦΑΓΙΑΝΤΣΕΣ, (1982), που τον κάνουν «συνένοχο», στη λειτουργία της μνήμης, η οποία επιμένει να συνυπάρχει με την ποιητική δημιουργία, σχεδόν κατ’ αναγκαιότητα όπως επανειλημμένα έχει ήδη λεχθεί, ακόμα και   στην περίπτωση που ο ποιητής τείνει προς το αντίθετο.

Μπαίνοντας στη δεκαετία του ‘90 και τη συλλογή: ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΜΟΥΣΩΝ, (1990), βρισκόμαστε μπροστά σε μιαν αλλαγή.  Η πρόκληση που μας ωθεί να την προσεγγίσουμε όσο γίνεται πιο προσεκτικά, ταυτίζεται με την επιθυμία να δρέψουμε καρπούς εξελίξεων χωρίς  εκπτώσεις.2

 

(…)

Θα’ σαι το ποίημα που δεν έγραψα ποτέ

Κι όλα μαζί τα ποιήματα που έγραψα δια μέσου των σωμάτων,

Ώσπου να βρω τη σάρκα σου και μέσα της να μπω,

Μέχρι να ζήσεις την ονειρική φυγή μου

Στους αιώνες

   Το πρώτο ποίημα της συλλογής αυτής, με τον τίτλο «Θα ´σαι το ποίημα», είναι και το πρώτο που αναφέρεται  ευθαρσώς στο μέλλον, φορτίζοντάς το με όλο το παρελθόν, και προσβλέποντας στο πάντα· (…) στους αιώνες. Με το δικό του τρόπο ο Γιώργος Καραβασίλης, μέσω του άλλου, του αντικειμένου της λατρείας, υιοθετεί έμμεσα τη λειτουργία της μνήμης ως ένα είδος αντιπαράθεσης στο πεπερασμένο του χρόνου. Το παρελθόν δεν υπάρχει παρά μόνο για να υπηρετήσει την παρούσα στιγμή και την αορίστου χρόνου διάρκειά της. (…) κάθε σκιά , ανάμνηση κακή, μ´ ένα φιλί / θα δωροδοκηθεί να φύγει  (…) λέει στο επόμενο ποίημα, και στο μεθεπόμενο πάλι λειτουργώντας έμμεσα με τη δική του, ιδιαίτερη όσο και ανύποπτη, μνημοτεχνική: Κι ήρθες ξανά κορμί (…) κι ευώδιαζες πρωτόβγαλτο ψωμί (…), για να συνεχίσει σε όλα σχεδόν τα ποιήματα που ακολουθούν να υπαινίσσεται μνήμες αντλώντας από την κληρονομιά του προσωπικού του, αλλά και του ιστορικού χρόνου, χωρίς ν’ αποφεύγει τον αόριστο και τον παρατατικό των ρημάτων, πλην όμως, κατά κανόνα, σε ύφος παρόντος. Ένα παρόν δυναμικό και πλούσιο  γεμάτο από τα κοιτάσματα  της κρυμμένης βαθιά στο υποσυνείδητο του ποιητή μνήμης. Ήρθες να σπείρεις τους ρυθμούς/ του άλλου χρόνου μιας φωνής,/ να σείσεις στη σιωπή/ τα έγκατα του λόγου σου, /τώρα που σα σκιά μονάχα στ’ όνειρο περνάς, (…) και ανάβρυζες παράπονο/ γόο θρηνητικό/ και σφάδαζες καθώς αποσυρόσουν (…) Τα’ αυτί μου φάντασμα του λόγου σου και της σιωπής μου. Λέει στο ποίημα «Ο άλλος χρόνος μιας φωνής». Αξιοπρόσεχτο είναι και το επόμενο ποίημα με τον τίτλο «Αττικό απόγευμα κάποιου Μάη».

(…)

… Κάπου αλλού, πολύ παλιά…

η σάρκα κατακαίγεται … απόγευμα …

ακόμη ζουν την έκλυση της περασμένης νύχτας

κι η Μέλισσα, η Ροδόπη, Η Ελπίδα,

η Ροδόκλεια, η Μείτη,

σηκώνονται απ’ την Παλλατινή Ανθολογία,

περνούν στο παραβατικό σου απόγευμα

-- Η Αυλή εκκλησιάζεται στο δείλι –

σ’ άλλα συμπλέγματα να ξανασμίξουν

μες στην αστείρευτη ηλιοπηγή,

σε θεία τρέλα, σα σε τρύγο

στα παραλυτικά σου νεύματα

Δομέστικε Ρουφίνε

 

Αλλά και το ποίημα με τον τίτλο «Και με την Όστρια».

Βαθιά σου,

κρύπτη άθρυπτων στρειδιών

και γω ο χρόνος

που τα θρυμματίζει

κι είμαστε πέτρα κι όστρακο μαζί στην πέτρα μέσα

π’ ανοίγει στην αυγή

χωρίς ανάμνηση καμιά

της νύχτας να κρατεί…

 

…και με την όστρια να μας κρυφομιλεί,

στο νέο μας καιρό να στήνει αυτί.

 

Μια άλλη ιδιαιτερότητα, αποτέλεσμα της αθεράπευτα λυρικής διάθεσης του Γιώργου Καραβασίλη και της εμμονής στην επικέντρωση της διάρκειας στο έσχατο όριο της ερωτικής στιγμής, είναι και η επίκλησή της ως άμυνα απέναντι στο πεπερασμένο και της ίδιας της μνήμης που είναι η άλλη όψη της λήθης. «Προτροπές και προτάσεις για την πολιορκία του Κάστρου μου» είναι ο τίτλος του ποιήματος από το τελευταίο μέρος του οποίου παίρνουμε  τους ακόλουθους στίχους: (…) Ποιος τάχα να θυμάται τους πολέμους μας; /μετά από διακόσια χρόνια;/ Έλα λοιπόν και γίνου εσύ στη θέση μου,/ αν θέλεις, φεγγαρόκαστρο, /που θα κινείται αδιάκοπα στον ελαιώνα/ των ματιών μου.

  Στη συνέχεια, τον παρακολουθούμε στο ποίημα «Ύμνος μικρής Ταναγραίας», να κινείται πολύ προσεχτικά και διόλου τυχαία, με τον ενεστώτα χρόνο και όλο το ύφος του στο παρόν: Κοιμάσαι/ κοντόμαλλη ξανθή/ Ταναγραία. (…) Και τώρα μες το πρωτοξύπνι σου/ μετά από χιλιάδες χρόνια (…)

 

Όπως και στο ποίημα «Έκσταση»:  (…) Λυχνάρι αχόρταγο μπρος στο πιθάρι με τις λίρες/ το στόμα σου,/ που με κρατάει έσπερο/ μιας βυθισμένης Ατλαντίδας. (…)

 

Δεν λείπουν όμως και οι εξαιρέσεις. Οι περιπτώσεις που ο ποιητής ενδίδει σε μια κλασική μνημοτεχνική με αίσθηση νοσταλγίας:

(…)

Και συ κατέβαινες, αρχαία ιέρεια

με το λαιμό σου κάτοπτρο χρησμών.

περιθανάτια περάσματα.

(…)

Ποιος θα βρεθεί Ακρατοφόρος  Διόνυσος

(…)

Γιατί, γιατί λοβοτομούν τη μνήμη!

(…)

 

Στο ποίημα «Ορυκτά» της συλλογής ΤΟ ΑΙΜΟΜΙΚΤΙΚΟ ΛΕΜΟΝΙ, ΟΡΥΚΤΑ, ΠΟΙΗΣΕΙΣ (1996), συναντάμε και πάλι τη μνήμη του Γιώργου Καραβασίλη βαθιά ριζωμένη στο υπόστρωμα της ύπαρξής του, ως έσχατο καταφύγιο και άμυνα κατά της ανυπαρξίας, χωρίς μεταφυσική διάσταση και χωρίς απομάκρυνση από τη λυρική (μελαγχολική εδώ, λόγω της απουσίας του έρωτα) διάθεσή του.

(…) Μιλώ για πέτρες που οι ρίζες τους κρατούν πριν απ’ τον άνθρωπο και αποθανατίζονται στην ίδια τους τη μνήμη. Η έννοια της ζωής τους συμπίπτει με το τέλος της ζωής. (…) Μιλώ για πέτρες τοπία κάποιας αλλοτινής ζωής, για χάρτες που λίγα ράκη τους έχει εφεύρει ο άνθρωπος. (…) Μιλώ για πέτρες που δωρίζουνε τις εξαιρετικές αισθητικές τους συμπεριφορές στις βιτρίνες παθιασμένων συλλεκτών και κάτω από  τους φωτισμούς απλώνουνε την πολλαπλότητα της σπάταλης απόλαυσης. (…)

 

Ανάλογα και πιο έντονα απ’ αυτήν την άποψη και στο ποίημα με τον τίτλο Θυμήθηκα τον Μοντερλάν

Θυμήθηκα τον Μοντερλάν που έγγραψε:

Ευτυχισμένος θα ταφώ

κοντά στον άγνωστό μου πρόγονο

και κάτω από το μάρμαρο

--ανώνυμοι κι οι δυο—

θα δίνουμε το χέρι κάθε βράδυ.

Εσένα Χάρις,

Μέχρι το τέλος άγνωστη,

Στο μνήμα σου –αλίμονο— σε κάποιαν άκρη,

Μια χλόη μόνο σ’ αγκαλιάζει.

 

  Μια διέξοδο, την διέξοδο της ποίησης, βρίσκουμε στη συνέχεια, στο ποίημα  «Ανοιχτή επιστολή προς τον ποιητή Νίκο Καρούζο, που πάντα συνεχίζεται»:

 

όχι της χώρας τούτης, ούτε του χρόνου τούτου αλλά

των άλλων αιώνων που πέρασαν (και θα ξανάρθουν;)

και μιας άλλης χώρας της δικιάς μας, της αληθινής. Χαίρε.

(…)

σε βλέπω μες στον πιο πλούσιο κήπο καθισμένο να λύνεις τη σιωπή αυτού του κόσμου μιλώντας κι απαντώντας στους Βιγιόν, Βωδελαίρο, Βερλαίν, στους Χαίλντερλιν και Πόε μοιράζοντας μαζί τους την πιο ύψιστη ηδονή: την Ποίηση.

(…)

Δύο ολόκληρες ενότητες στην τελευταία ως τώρα ποιητική συλλογή του Γιώργου Καραβασίλη ΤΟ ΜΑΤΙ ΤΟΥ ΤΟΠΙΟΥ, (2001), με τους τίτλους «Μύθοι» η πρώτη  (πρώτη και στη συλλογή) και «Παλατινά», η δεύτερη (τελευταία στη συλλογή),   και πριν ακριβώς απ’ αυτήν το ποίημα με τον τίτλο «Διαχρονικό απόσπασμα», είναι οι άκρως ενδιαφέρουσες ενδείξεις του τρόπου που λειτουργεί η μνήμη στην ποίησή του. Υπάρχει εδώ η ποσότητα εκείνη του υλικού που επιτρέπει να σταθεί κανείς με περισσότερη βεβαιότητα στην προσέγγιση της δικής του ιδιαίτερης διάθεσης απέναντί της. Μια διάθεση που τηρεί τις αποστάσεις του ποιητή ο οποίος δεν παύει να ταυτίζεται με τη λυρική ποιητική προσκόλληση στο παρόν, το οποίο τον αποζημιώνει για την αφοσίωσή του με την υπαρξιακή επάρκεια που του παρέχει, ώστε να απορροφά για τρεις και πλέον δεκαετίες την δημιουργική του ενέργεια. Η λειτουργία της μνήμης εισέρχεται στην ποίησή του με αυτοκρατορική μεγαλοπρέπεια· με διάθεση άλλοτε κριτική και άλλοτε απολογητική, σχεδόν εκ των άνωθεν ή εκ του μακρόθεν, σαν μια διαδικασία παραπληρωματική για να καλύψει το περίσσευμα  του στοχασμού και της ωριμότητας που δεν συμβιβάζεται απόλυτα με τις λυρικές του εξάρσεις.

Ο Γιώργος Καραβασίλης είναι ένας ποιητής άκρως λυρικός, και μαζί  (υπογείως) ανατρεπτικός των τροπισμών της γενιάς του που αλλού την υπερβαίνει και αλλού δεν την ακολουθεί για να επιβεβαιώσει την αξία της ποιητικής της κατάθεσης με τις απεριόριστες δυνατότητες: τόσο με τις διαφοροποιήσεις που μπορεί να συμπεριλάβει στους κόλπους της, όσο και με τα σταθερά στοιχεία της, που κι ο ίδιος όπως και άλλοι, αν όχι σχεδόν όλοι, παρεκκλίνοντας, εξακολουθούν να μοιράζονται.

    Ξαναγυρίζοντας στο τελευταίο βιβλίο του Γιώργου Καραβασίλη και σε συνέχεια των όσων ήδη αναφέραμε, παρατηρούμε ειδικότερα ότι παρά το γεγονός της ύπαρξης δύο ενοτήτων από τις πέντε του βιβλίου, και μάλιστα της πρώτης και της τελευταίας από αυτές, με τίτλους που προκαλούν τη μνήμη, ο ποιητής εξακολουθεί να αρνείται την άμεση αναμέτρηση μαζί της.

Στην πρώτη ενότητα, υπάρχουν πολλές ενδείξεις ενσωματωμένων στα επί μέρους ποιήματα αναφορών, οι οποίες μαζί με τον τίτλο, αλλά και το ύφος, δίνουν μια εικόνα ανταπόκρισης στο κάλεσμα μιας άμεσης λειτουργίας της μνήμης και μάλιστα, εδώ, της ιστορικής μνήμης. Σχεδόν πάντα ωστόσο, αυτό γίνεται μέσα σ’ ένα κλίμα αποστασιοποίησης και αντικειμενικότητας που δεν ισχύει στα άλλα καθαρά λυρικά ποιήματα και αυτού του βιβλίου.

Παραθέτω τα ακόλουθα χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τα ποιήματα αυτής της ενότητας:1

(…)

Αγρίνα, ευωδιά αμπέλου ανθισμένης,

Αμαζόνα;

Η τέχνη φίλησε τα όνειρά σου

Ύπνο θεάς του Πυγμαλίωνα.

Εις τους αιώνας των αιώνων.

(…)

Αμφιλεγόμενες φωνές των αγαλμάτων:

Ο Μέγας Παν δεν πέθανε: ο Μέγας Παν.

Οι δύο προηγούμενοι στίχοι ανήκουν στο ποίημα «Η Ανάληψη», στο οποίο αναφέρονται πολλά αρχαία ονόματα από την ιστορία και τη μυθολογία – ονόματα θεών και ηρώων, τοπωνύμια, λέξεις και φράσεις που αντιστοιχούν στη βαρύτητα του ύφους και της δομής που προβάλλει τον στοχασμό σε βάρος του λυρισμού ο οποίος χαρακτηρίζει το υπόλοιπο έργο του, και που δεν λείπει  από τα ποιήματα και αυτής της ενότητας, ενώ σε μερικά παίρνει μεγαλύτερη, ακόμα και σημαίνουσα θέση:

(…)

Και γω, εγώ, ένας μικρός, μα ξακουστός, ως Τειρεσίας, για να

    (…)

    μη σβήσουν το φως μου μπρος στην τόση γύμνια, πάνορμα

    κορμιά (ενός καιρού που δεν λαξεύει Χρόνος)…

(…)

Στα επόμενα ποιήματα, στον ενεστώτα χρόνο όπως και τα πάρα πάνω αυτής της ενότητας, η λειτουργία της μνήμης εντοπίζεται σε  σκόρπιες λέξεις και μικρές ποιητικές φράσεις, κυρίως ονόματα και χαρακτηρισμούς, όπως: Μελίσα-Καρυάτις, Αρτέμιδα, θέαινα στην πόρτα τη Θεάς, Μικρή μου Πύλη πριν τη Βασιλεύουσα., πρωθιέρεια, Εκάτη, Φρύνη κλπ, αφήνοντας ωστόσο μια έντονη γεύση «σιωπηλής και ανείπωτης μνήμης» για να θυμηθούμε τον  T.S.Eliot. Πρόκειται για μια γεύση που επαληθεύεται και κατακυρώνεται στην τελευταία ενότητα, «Τα Παλατινά», όπου καμιά λεκτική ένδειξη μνήμης και κανένα κλειδί ή κώδικας δεν  «νοθεύει» την αποκλειστική κυριαρχία της.

Στα υπόλοιπα ποιήματα αυτής της συλλογής, στις άλλες τρεις ενότητες δηλαδή, δεν έχουμε παρά ελάχιστες αναφορές, ακόμα και υπαινικτικής μνημοσύνης. Παρά ταύτα, θα προτιμούσα να κλείσω αυτήν την προσπάθεια προσέγγισης στο έργο του Γιώργου Καραβασίλη, με το ομώνυμο ποίημα αυτής της συλλογής: « Το μάτι του Τοπίου», που περιλαμβάνεται στην ενότητα «Ποιήματα της Γης». Ένα ποίημα άχρονο· περιβεβλημένο την αχλύ μιας αόριστης καθολικής μνήμης και μιας παρόμοιας νοσταλγίας που ταυτίζεται με την προσδοκία  υπέρβασης των συνθηκών της μέσα σ’ ένα καθολικό τοπίο αέναης λάμψης. Το ποίημα καταλήγει μ’ αυτούς τους στίχους:

(…) Ας επιζήσει/ Η λύπη της σιωπής, ένα κλαδάκι/ Που συνθλίβεται/ Και την ακούμε ακόμα περισσότερο.

  

Σημείωση: Το ανωτέρω κείμενο αποτελεί απόσπασμα από το ανέκδοτο βιβλίο μου με τίτλο " Μνήμη και μνημοτεχνική στην ποίηση της γενιάς του 70". 

                                                     

 

                                                                                 Ρούλα Κακλαμανάκη