Εκτύπωση του άρθρου

ΔΑΝΟΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Από την Ύβρη στη Νέμεση

Η Ελλάδα της κρίσης στην ποίηση του Κώστα Κουτσουρέλη

Κώστας Κουτσουρέλης,
Αέρας αύγουστος,
Περισπωμένη 2012


Η σύγχρονη ποίηση, πιστεύει ο Κώστας Κουτσουρέλης, ομφαλοσκοπεί. Χαρακτηρίζεται από σκοτεινότητα, αποσπασματικότητα, καινοθηρία και ερμητισμό, ιδιότητες που εξαίρονται τόσο πολύ σήμερα ώστε αναγορεύονται σε αναγκαιότητα. Ο σημερινός ποιητής κυνηγά μετά μανίας την πρωτοτυπία, την έκπληξη, την εκφραστική ακρότητα. Το αποτέλεσμα; Ένας κουραστικός μανιερισμός. Ο αναγνώστης αδυνατεί να αφομοιώσει όλες αυτές τις διαφορετικές προσωπικές τεχνοτροπίες και γλώσσες και τελικά παραιτείται από την ποιητική ανάγνωση.  Μέρος της ευθύνης για τη σημερινή απαξίωση της ποίησης ο Κουτσουρέλης το αποδίδει στην καθιέρωση του ελεύθερου στίχου ως καθεστηκυίας προσωδιακής τάξης, συμβατικά αντισυμβατικής.

Όμως ο Κουτσουρέλης δεν περιορίζεται στη θλιβερή διαπίστωση της πραγματικότητας. Δεν στρέφεται προς μια καρυωτακικής κοπής μεμψιμοιρία. Αντίθετα, συντάσσεται με την από δεκαετίας εκπεφρασμένη άποψη του ποιητή και κριτικού Νάσου Βαγενά για την ανάγκη αναμάγευσης του ποιητικού λόγου. Προκρίνει δηλαδή ως έξοδο από το σημερινό αδιέξοδο την επιστροφή στις ρίζες της ποίησης, στα κλασικά πρότυπα. Προτείνει να υποβάλλουν ξανά στη βάσανο της έμπνευσης οι σύγχρονοι ποιητές την ομοιοκαταληξία, τον ρυθμό, το μέτρο, να δεσμευθούν και πάλι μορφικά. Να επιστρέψει η ποίηση σε προνεωτερικές μορφοπλαστικές δομές, διατηρώντας όμως τη σύγχρονη γλωσσική της ταυτότητα και ιδιαιτερότητα. Ακόμη περισσότερο, καλεί τους νέους ποιητές να καταγράψουν σε έμμετρο ή έρρυθμο στίχο τους εθνικούς και κοινωνικούς κραδασμούς της σημερινής Ελλάδας. Να δηλώσουν την παρουσία της ποίησης στις πυκνές στιγμές της ιστορίας.

Οι ιδέες του, οι προβληματισμοί του, οι προτάσεις του για την αναμόρφωση της ποιητικής δημιουργίας κατοπτρίζονται με διαύγεια στις τρεις ποιητικές του συλλογές. Η πρώτη, οι Ιστορίες του Ύπνου (Νεφέλη, 2000), συνιστά μια ποίηση χαμηλών τόνων εμπλουτισμένη με στοχαστικές αναζητήσεις. Κυριαρχούν οι λεπτές συγκινησιακές διεργασίες. Η μνήμη, η μνημονική καταβύθιση καλύτερα, διαδραματίζει ρόλο κεντρικό. Η ποιητική γραφή, απορρίπτωντας την σκοτεινότητα, επιχειρεί μια σύζευξη μεταξύ της παράδοσης και του μοντερνισμού.

Το δεύτερο κατά σειρά ποιητικό βιβλίο του Κουτσουρέλη τιτλοφορείται λατινιστί De Arte Amandi (Νεφέλη, 2004).  Αν και ο τίτλος προδιαθέτει για περιεχόμενο ανάλογο της Ερωτικής Τέχνης του Οβιδίου, εντούτοις η συλλογή δεν συνιστά απλά ένα εγχειρίδιο ερωτικής τέχνης. Συνυφαίνει την ερωτική παρόρμηση, την ερωτική μέθη με φιλοσοφικούς στοχασμούς, μεταρσιώνει το προσωπικό βίωμα σε υπαρξιακό ερώτημα, αποτυπώνει τη συνείδηση της φθοράς και του εφήμερου. Η ερωτική ποίηση του Κ.Κ. δεν συνδέεται κατ’ ανάγκην με τη γενετήσια ομιλία. Έχει διάσταση θρησκευτική. Αφορμάται από μια διάθεση δοτικότητας προς το ποιητικό Εσύ. Και εδώ η καθαρή, λιτή γλώσσα, τα παραδοσιακά μορφικά γνωρίσματα επιζητούν να αναμαγεύσουν τον ποιητικό λόγο.

Όμως πουθενά ο Κ.Κ. δεν εκφράζει εναργέστερα τη φιλοσοφική, πολιτική και λογοτεχνική προβληματική του όσο στον τελευταίο του βιβλίο, τον Αέρα αύγουστο που εκδόθηκε τον περασμένο χρόνο από τις εκδόσεις Περισπωμένη. Σε αυτό ενσαρκώνεται με έξοχο τρόπο η πίστη του στη δυνατότητα της αυστηρής ποιητικής μορφοπλασίας να ανταποκριθεί στις ανάγκες της σημερινής πραγματικότητας. Ο Αέρας αύγουστος συνιστά από τεχνική άποψη μια παραλλαγή του δαντικού τρίστιχου, της terza rima, αλλιώς της τερτσίνας, γνωστής σε μας από την ομώνυμη ποιητική συλλογή του Καζαντζάκη και τα Σατιρικά Γυμνάσματα του Παλαμά. Οι τερτσίνες  του Κουτσουρέλη σπονδυλώνονται σε 33 μέρη, από πέντε τρίστιχα το καθένα και έναν επιλογικό στίχο. Δύο οργανικές παύσεις-ιντερμέδια, από οκτώ δίστιχα έκαστη, ολοκληρώνουν την αρχιτεκτονική του βιβλίου.

Το αφηγούμενο πρόσωπο είναι ένα. Όλα είναι ιδωμένα μέσα από την δική του οπτική γωνία. Όμως εκφράζονται με μία αξιοπρόσεκτη εναλλαγή των ρηματικών τύπων, κυρίως μεταξύ α' και γ' προσώπου. Με αυτόν τον τρόπο, το έργο ισορροπεί ανάμεσα στο αντικειμενικά παραδεκτό και στο υποκειμενικά προσλήψιμο. Ιδίως το τελευταίο, με τον αυθορμητισμό και την ειλικρίνεια των συναισθημάτων του ποιητικού εγώ, προσδίδει μουσικότητα, υποβλητικότητα και έντονο λυρισμό στο έργο. Η ακρίβεια εδώ της έκφρασης εξουδετερώνει τον κίνδυνο της ρητορείας. Ο ποιητής τείνει προς την καθολικότητα κι όχι προς την εκφραστική μονοτονία.

Ο Αέρας αύγουστος είναι ένα βιβλίο που απορρίπτει την εγωκεντρική, ιδιωτεύουσα ποίηση. Ο Κουτσουρέλης συμμερίζεται το αίτημα για μια νέα μορφή συλλογικότητας. Πιστεύει ότι οι πνευματικοί άνθρωποι οφείλουν να σκύψουν πάνω από τα φλέγοντα ζητήματα. Στο βιβλίο του, η σημερινή ελληνική πραγματικότητα, αν και αποκρουστική, δεν εξωραΐζεται. Ο ποιητής δεν είναι ψιμυθιολόγος. Ανατρέχει με ρεαλιστικό τρόπο στα δύο θλιβερά γεγονότα που αποτέλεσαν και την αφόρμηση της ποιητικής του σύνθεσης. Πρώτα, στις θανατηφόρες πυρκαγιές του Αυγούστου του 2007:

Απομεσήμερο άυπνο. Ζέστη. Σειρήνες
από μια απόσταση ακαθόριστη αντηχούν.
Όχι του Ομήρου ωστόσο· εκείνες

γνώριζαν πάντα ειρηνικά να δελεάζουν, 
 τον κίνδυνο επωάζοντας· ύπουλα, να μεθούν.
Αυτές εδώ, οι κοινές, απλώς κραυγάζουν 

με λόξυγγα μηχανικό, συρίζουν, θορυβούν,
αγκομαχώντας στις απότομες στροφές.
(…)
Περνούν συρίζοντας οι πυροσβεστικές.

Κατόπιν, στα καταστροφικά επεισόδια που ακουλούθησαν, κυρίως στην Αθήνα, τον φόνο έφηβου μαθητή στα Εξάρχεια τον Δεκέμβριο του 2008:

Μπόχα από λάστιχο, καμμένο πλαστικό,
τζάμια που εκρήγνυνται από ράκη αυτοκινήτων,
ίσκιοι πιασμένοι σ’ έναν όξινο χορό

γύρω από σάρκες, σκέλεθρα και κάδους αποβλήτων.
Στάζει βενζίνη το βαμβάκι της βραδιάς,
μια οσμή στην άσφαλτο πνιχτή, κρεματορίου.

Ο ποιητής δεν διαχωρίζει αιτιοκρατικά τα δύο αυτά γεγονότα αν και απέχουν χρονικά. Παρουσιάζονται ως συνανήκοντα τμήματα μιας καθολικής πολιτικής και κοινωνικής μεταπολιτευτικής παρακμής. Ως επιφαινόμενα της ύβρεως, που λογικά επέφεραν τη Νέμεση και την Τίση:

Από τις στρόφιγγες του μπαρ στάζουν ειδήσεις:
Ευρώπη. Τρίτη Χιλιετία. Ελλάς.
Μιας αγνοούμενης ζωής ανταποκρίσεις.

Και αλλού:

Η ώρα δέκα και μισή. Κλινήρης.
Τα μάτια αρνούνται να σηκώσουν την αυλαία.
Πίσω από τις γρίλιες κίτρινος και πλήρης

ο ήλιος να αδημονεί. Μια πανωραία
αλληγορία: η ναρκωμένη ανθρωπότητα
που ανέκαθεν αρκείται στο σκοτάδι.

Με καυστικό τρόπο σχολιάζει τον δημόσιο λόγο, την πολιτική εκμετάλλευση του ολέθρου ανθρώπων και φύσης:

Κάμερες, φλας, μικρόφωνα. Ρεπόρτερ διαπρεπείς.
Στόματα πρόθυμα ειδημόνων και προκρίτων.
Όλοι συμπάσχουν, τα καθέκαστα εξηγούν

με ακρίβεια οι πάντες χειρουργού,
κατά το μάλλον ή ήττον.
Τηλεργολάβοι, κωμωδοί, πολιτευτές

άστρα απλανή και πλανερές Ατθίδες
των στούντιο και των στρας, διαφημιστές
και οι δημοσκόποι απ’ τις εφημερίδες.

Οι πρωτοπόροι της στιγμής, οι σθεναροί ουραγοί,
οι αναμάρτητοι, του αιώνα οι καρχαρίες,
όσοι του Λόγου του Ορθού η πηγή

κι όσοι κηρύττουν στων οκτώ τις ενορίες.

Δεν αποφεύγει επίσης να μιλήσει για τις ανερμάτιστες μαζικές διαμαρτυρίες που νέκρωναν τότε την Αθήνα:

Στάθηκε στο παράθυρο. Έξω η πορεία
παρέες παρέες διέρρεε πίσω απ’ το τζάμι.
Κραυγές, συνθήματα, σπασμοί· μια κωμωδία

παιγμένη αποκαρδιωτικά κι ωστόσο οικεία
(…)
Πατρίδα μας, θυμήθηκε. Κι αυτά κι εκείνα.
Ο κόρος έστω·ο κόπος·η αηδία.

Ο ντόρος που ορκίζεται πως είναι μανιφέστο.
Το τίποτα σαλπίζοντας στη χαυνωμένη Αθήνα.  

Θλιβερά εύστοχοι, οι διαπιστωτικοί αυτοί στίχοι προβάλλουν υπό το λαγαρό, σχεδόν εκτυφλωτικό φως του ελληνικού καλοκαιριού. Ενός καλοκαιριού που με την ιάνεια όψη του τέρπει αλλά και κολάζει. Η Φύση ως επαγγελία και διάψευση, ως θέση και άρνηση, ως επιπόθητη αλλά και ουτοπική Εδέμ, συμπληρώνει ποιητικά την εικόνα της νεοελληνικής ιλαροτραγωδίας: 

Το καλοκαίρι όλα τα τέρατα ημερεύει
(…)
Το καλοκαίρι όλα τα χρέη αποπληρώνει
(…)
Το καλοκαίρι όλα τ’ αλέθει.

Από το πρώτο του βιβλίο ώς σήμερα, ο Κ.Κ. χάραξε με καθαρότητα την προσωπική ποιητική του διαδρομή. Κατέδειξε την πρόθεσή του να αντισταθεί στην προϊούσα απαξίωση της σύγχρονης ποίησης, να μην αρκεστεί στον έπαινο της συντεχνίας, να ανοιχτεί σε θέματα και μορφές προσιτές στο ευρύτερο κοινό. Στον Αέρα αύγουστο η διαδρομή του αυτή συνεχίζεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Δάνος Παπαδημητρίου