Εκτύπωση του άρθρου

Ψήφος υπέρ των Μουσών 

Για την ποίηση του Γιώργου Καραβασίλη

Είναι αρκετά διαδεδομένο χαρακτηριστικό της ομάδας ποιητών του '70 είναι η ιδιόμορφη σχέση της με το χρόνο και κυρίως με τον ιστορικό χρόνο. Με εξαιρέσεις σημαντικές αλλά ολιγάριθμες, όπως για παράδειγμα του Λευτέρη Πούλιου και του Μιχάλη Γκανά, στο πλαίσιο αυτής της ομάδας ποιητών και κυρίως μετά την πρώτη αμφισβητησιακή φάση της διαδρομής της, κυριάρχησε η ροπή ενός άχρονου λυρικού, γεγονός που καθόρισε την αισθητική της, μα και έθεσε σαφέστατους περιορισμούς στην εξέλιξη της ποιητικής γλώσσας, ίσως και πλήττοντας τη δραστικότητά της.
Δεν γνωρίζω αν συνειδητά το άχρονο επελέγει ως δρόμος προς το διαχρονικό ή απλά ως έξοδος από την επικράτεια του πραγματικού, του απαιτητικού συγχρονισμού, πάντως αυτή η στόχευση, για να υπηρετηθεί επαρκώς, συνήθως προϋποθέτει τη διαμεσολάβηση είτε μιας ισχυρής και ιδιότυπης φόρμας, είτε μιας συνεκτικής θεματικής, είτε ενός συνδυασμού τους, όπως για παράδειγμα, έγινε στις συλλογές Ο Κύριος Φογκ του Γιάννη Βαρβέρη και Το θα και το να του θανάτου του Αντώνη Φωστιέρη. Και αυτό γιατί το έργο της ομάδας ποιητών του '70 αποτελεί την τρίτη και τελευταία φάση εκκένωσης της δυναμικής της νεοτερικής τομής που συνόψισε ως ποιητικό παράδειγμα η γενιά του '30, και σ' αυτή την τρίτη φάση η γενική φορά των πραγμάτων επέσυρε την απογύμνωση του θεματικού υλικού, την μοριακή κατάτμηση του λόγου, τον εξοβελισμό του συναισθήματος, την απαξίωση του λυρισμού, την απόλυτη κυριαρχία της καθημερινότητας, δημιουργώντας ένα ασφυκτικό πλαίσιο για την ποιητική δημιουργία.

Σε αρκετούς όμως ποιητές, όπως ο Γιώργος Καραβασίλης, η προσχώρηση στον άχρονο λυρισμό έγινε άνευ όρων, χωρίς δηλαδή να αναφέρεται σε προϋποθέσεις μιας όποιας ανάδρασης. Η ποίησή τους διατήρησε την επαφή με την αισθητική αγωγή της εποχής, αλλά τη διέξοδο την αναζήτησε κυρίως στη συνάρθρωσή της με την ποιητική παράδοση και μάλιστα με μια ορισμένη περιοχή της, εκείνη του άδολου ή, αν θέλετε, καθόλου άδολου λυρισμού. Χαρακτηριστικό πιστεύω το μότο το οποίο προτάσσει ο Καραβασίλης στη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του της περιόδου 1970-1984: πολλές ακόμα οι πηγές της παρθενιάς μας.

Όμως σε τελευταία ανάλυση δεν υπάρχουν υψηλά και ταπεινότερα θέματα, σοβαρές και λάιτ τεχνοτροπίες, αλλά υπάρχει ή δεν υπάρχει ποιητικό αποτέλεσμα, λογοτεχνικότητα του κειμένου, συνεκτικότητα της διαδρομής, το ίχνος του πνευματικού ανθρώπου. Και ο Γιώργος Καραβασίλης έχει καταφέρει, με το έργο που μας έχει δώσει μέχρι τώρα, να ικανοποιεί αυτές τις προϋποθέσεις και να διεκδικεί μάλιστα αυθεντικότητα και μια ορισμένη αντιπροσωπευτικότητα, μέσα στο ιδιαίτερα εκτεταμένο φάσμα των ποιητών του '70.

Ο Καραβασίλης επέλεξε ως δικό του όχημα την ερωτική ποίηση, δηλαδή την πιο δοκιμασμένη, και με τις δύο σημασίες της λέξης, εκδοχή λυρικής ποίησης. Στο έργο του ο έρωτας υποστασιοποιείται, όχι εξιδανικευμένος αλλά ταυτιζόμενος με το ερωτικό πάθος. Μάλιστα στα χρόνια της μεταπολίτευσης, στις συλλογές Η καλλιέργεια του αίματος (1974) και Ηδυπαθή (1976), το ερωτικό πάθος υποκαθιστά τα πολιτικά πάθη, οι αυτοκτόνοι ποιητές του παρελθόντος, ακόμα και ο Μαγιακόφσκι, διεκδικούνται μέσω της ιερής μανίας τους, αποσπώνται από την εποχή τους, από τα κοινωνικά και άλλα συμφραζόμενα, αναδύονται ως έμπλεοι πάθους πάσχοντες, υψιπετείς μποέμ της αιωνιότητας. Μα ο Καραβασίλης δεν περνά ούτε από την εμπειρία της αμφισβήτησης, ή μάλλον περνά περιμετρικώς. Το ερωτικό πάθος δεν αντιπαρατίθεται στις κοινωνικές συμβάσεις, δεν διεκδικεί δάφνες σε χώρους πέρα από το επίπεδο που το ίδιο συνιστά και το οποίο τέμνει καθέτως όλα τα υπόλοιπα. Αυτή η έδρα του ερωτικού πάθους για τον Καραβασίλη είναι η ίδια ανέκαθεν, υπάρχει ανεξάρτητα και μέσα σε όλες τις κοινωνικές συμβάσεις, δημιουργεί τις δικές της σταθερές συνάψεις για τον Καραβασίλη ο επίμονος ερωτισμός έχει τη δύναμη να διαβρώνει όλα τα εμπόδια, χωρίς όμως και να τα καταργεί. Το αντικείμενο του πόθου δεν είναι ένα πρόσωπο ούτε ένα κορμί, δηλαδή δεν ταυτίζεται με τις σταθερές του ακμαίου μοντερνισμού, ούτε υπακούει στα απελευθερωτικά κελεύσματα της αμφισβήτησης, αλλά εντοπίζεται στη διαχρονική γοητεία του στιγμιαίου αγγίγματος, του φευγαλέου βλέμματος ή της αύρας των μαλλιών, πάντα μέσα σε μια ατμόσφαιρα ιδεατή. Η ερωτική ποίηση του Καραβασίλη ανακαλεί μια μεσοπολεμική αριστοκρατική ιδεοληψία του ερωτικού στοιχείου, έστω και αν στις μέρες μας φαντάζει κάπως παράταιρη ή ακόμα και παρωχημένη. «Πάντα φλεγόμενη, ποτέ πυρπολεμένη» επιγράφεται ένα από τα ποιήματα της συλλογής Υπέρ των Μουσών (1990), τονίζοντας την μεσοπολεμική και ιδεοληπτική χροιά της ερωτικής έντασης του Καραβασίλη, γιατί αυτή δομείται απαραιτήτως πάνω στη συνθήκη του ανολοκλήρωτου, μέσω της καθημερινής άσκησης στην έλλειψη.

Τέλος, στην τελευταία συλλογή του Καραβασίλη Το μάτι του τοπίου (2001) η ερωτική διάθεση διαχέεται στη φύση, στο γενέθλιο χώρο της Πελοποννήσου, αποκτά δύναμη και υφή σχεδόν στοιχειακή. Πρόκειται λοιπόν για μια καθυστερημένη διαμεσολάβηση: Ή για την γείωση, το αποκούμπι έστω, τώρα που η ωριμότητα επιτάσσει κινήσεις τελικές και συγκεντρωτικές: Ή για μια στιγμιαία παρέκκλιση, ώστε να επανέλθει στην άχρονη αχλύ μιας ατελεύτητης Παλατινής ανθολογίας: Ίδωμεν.

Κώστας Βούλγαρης