Εκτύπωση του άρθρου

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΛΥΜΠΕΡΗ

Το Υποκείμενο και ο Κυβερνοχώρος
                                                                                  
                                                                                   Σήμερα η μόνη μας αρχιτεκτονική είναι αυτή:
                                                                                   Τεράστιες οθόνες πάνω στις οποίες διαθλώνται
                                                                                   άτομα, μόρια, σωματίδια εν κινήσει.
                                                                                                            Jean Baudrilliard

                                                                                   Φανταζόμουν τον Παράδεισο με τη μορφή
                                                                                   μιας βιβλιοθήκης
                                                                                                            Χόρχε Λουίς Μπόρχες

Άραγε τι θα είχε σκεφτεί ο Τζόυς για τη συνδυαστική του μεγάλου παιχνιδιού του διαδικτύου; αναρωτιέται ο Μισέλ Κρεπύ καθώς στοχάζεται πάνω στα βιβλία και στην αβέβαιη μοίρα τους. Η υπόθεση της γνώσης και η γραπτή παράδοση, η σχέση του αναγνώστη με τον γραπτό λόγο, τα βιβλία και οι βιβλιοθήκες, αποτέλεσαν για αιώνες ένα κομμάτι της πιο εκλεπτυσμένης ιστορίας του αν-θρώπινου πολιτισμού. Για μερικούς, ωστόσο, η γνώση συνδέθηκε με το ίδιο το κακό: Ήμουνα σε ένα τυπογραφείο στην κόλαση, σημειώνει ο Μπλέηκ, και είδα τον τρόπο με τον οποίον μεταδιδόταν η γνώση από γενιά σε γενιά. Στο έκτο δωμάτιο της κόλασης κατοικούσαν φασματικά πλάσματα δίχως όνομα, τα οποία έπαιρναν το σχήμα βιβλίων που τα τοποθετούσαν σε βιβλιοθήκες.

Η βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, ως ένα πνευματικό σύμπαν που φιλοδόξησε να αρτιώσει τα τμήματα του αρχαίου κόσμου, ασκούσε πάντα ιδιαίτερη έλξη στη σκέψη μας. Η πυρκαγιά που εξαφάνισε τη βιβλιοθήκη (όπως και η πυρκαγιά που εξαφάνισε τα γραπτά του Ηράκλειτου στο ναό της Εφέσου) ίσως αποτελεί ένα συμβολισμό για το ίδιο το νόημα της γνώσης : η ουσία δεν χάνεται• μεταφέρεται από άνθρωπο σε άνθρωπο με τρόπο μυστηριακό (σωματικό;) σαν απόσταξη της ζωής μέσα στην ίδια την ύπαρξη. Ωστόσο στις μέρες μας, η παρουσία του Κυβερνοχώρου που στεγάζει την παγκόσμια βιβλιοθήκη μοιάζει να υπερασπίζεται μια εντελώς καινούργια πραγματικότητα: το ανθρώπινο σώμα καταδικάζεται πλέον σε απουσία.

«Το σώμα ως σκηνή, σταδιακά εξαφανίζεται», σημειώνει ο Jean Baudrillard. «Η ιδιωτική μας σφαίρα έπαψε να είναι η σκηνή όπου παίζεται το δράμα του υποκειμένου σε διαφωνία με τα αντικείμενά του αλλά και με την εικόνα του: δεν υπάρχουμε πλέον ως θεατρικοί συγγραφείς ή ηθοποιοί, αλλά ως τερματικά πολλαπλών δικτύων… Από τη στιγμή που η συμπεριφορά εστιάζεται σε συγκεκριμένες λειτουργικές οθόνες […] αυτό που υπολείπεται δεν εμφανίζεται πλέον παρά σαν κάποιο τεράστιο άχρηστο σώμα, εγκαταλελειμμένο και καταδικασμένο. To ίδιο το πραγματικό δεν εμφανίζεται παρά σαν ένα τεράστιο άχρηστο σώμα.»

Η κατάργηση του πραγματικού (του συμβατικού χώρου αλλά και του προσώπου) και η μετατόπισή του σε μια άυλη σφαίρα, της οποίας η αναγόρευση ως «υπερκείμενο» διαθέτει από πριν το στοιχείο της αποπλάνησης, παρουσιάζει τα νέα ήθη της ανθρώπινης ιστορίας. Μέσω του Διαδικτύου, ο χώρος πλέον αποκτά μια άλλη υπόσταση, πλήρως απελευθερωμένη από την κοινή τρισδιάστατη οριοθέτησή του, εκτείνεται ως μια πολλαπλότητα πεδίων, ταχυτήτων, δομών, χρόνων, εικόνων, ήχων, πληροφοριών. Το ίδιο συμβαίνει και με το πρόσωπο. Χάνει την ταυτότητά του, την ιδιαίτερη δομή του, που μέχρι σήμερα το συσχέτιζε απολύτως με τον χώρο (την κοινότητα, το έθνος κι όλα τα σταθερά πλαίσια που η έννοια του χώρου θέτει). Το υποκείμενο διασκορπίζεται προς άλλες διαστάσεις, προς άλλους χρόνους, γίνεται υπερβατικό, υπεραισθητό, γίνεται εικόνα (στο facebook, στα chat) γίνεται απλή μορφή, χωρίς βάρος, χωρίς περιορισμούς, μπορεί να «παρουσιάζεται» ανά πάσα στιγμή σε όλα τα σημεία του πλανήτη, μπορεί να συντονίζεται με όλες τις επιμέρους πραγματικότητες της συλλογικής του ύπαρξης, χωρίς να χρειάζεται να καταβάλει γι’ αυτό καμιά προσπάθεια: δεν έχει παρά να συντονιστεί με τη ροή.

Αυτή ακριβώς η έκ-σταση της επικοινωνίας, (η εκ-σωμάτωση, η κατάργηση της ύλης και κάθε υλικού προσδιορισμού, ο πολλαπλασιασμός της ίδιας της εικόνας, η ακύρωση της συμβατικής διάδρασης), δημιουργεί τα νέα ήθη των ψηφιακών κόσμων: την αυτονόμηση του υποκειμένου από τα συμβατικά πεδία της σκέψης, της αντίληψης, της έκφρασης, αλλά και μια κοινωνική πραγματικότητα που τείνει να αλλοιώσει τις αναγνωρισμένες ανθρώπινες αξίες, για να δημιουργήσει τα νέα (ασαφή ακόμα) όρια των ανθρωπίνων συμπεριφορών. 

Το υπερκείμενο, ως σύστημα αρχείων της συλλογικής γνώσης του πλανήτη, (βασικά, πρόκειται για τη συλλογική διάνοια), περιγράφει έναν τόπο, όπου  όλα μπορούν να συγκλίνουν –γλώσσες, εθνικότητες, κουλτούρες, λαοί• γι’ αυτό και κάποιος θα υποστήριζε ότι η παγκοσμιοποίηση, σαν τάση του σημερινού πολιτισμού, καθρεφτίζεται πάνω του και εκφράζει τη μεταφυσική του. Ωστόσο, για πολλούς αποτελεί μια εφιαλτική πραγματικότητα: Προξενεί τρόμο η ολοκληρωτική χειραφέτηση της γνώσης, η μεταπήδησή της σε μια περιοχή όλως διόλου ανεξάρτητη από το υποκείμενο, η γιγάντωση μιας εξουσίας που έχει υπερβεί τον δημιουργό της, αφού καταργεί την αληθινή ζωή για να στήσει πάνω στο πτώμα της, ως απόλυτη αξία, την ίδια την τεχνολογία. Παρά ταύτα, αν και βρίσκεται εντελώς ε κ τ ό ς του ανθρώπου, το υπερκείμενο δεν παύει να απεικονίζει όλα αυτά που η «εσωτερικότητα» έχει εκπορεύσει μέσα στους αιώνες: επιστήμη, τέχνες, καθολικό νόημα, όλα τα γνωστικά πεδία της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Με τον «Λαβύρινθό» του, ο Μπόρχες, μας εισάγει σε ένα παράδοξο σύμπαν που συντίθεται από πολλαπλά σύμπαντα, έναν χώρο με πολλαπλές διακλαδώσεις, πολλαπλές δυνατότητες xώρων, χρόνων, εμπειριών, ταχυτήτων. Το υπερκείμενο μοιάζει με αυτό το Μπορχεσικό δημιούργημα, αφού
   
      …το σχήμα του αγκαλιάζει το σύμπαν
      δεν έχει ούτε μπρος ούτε πίσω όψη 
      ούτε περίβολο ούτε κέντρο μυστικό.
      (Μην περιμένεις πως ο απέραντος δρόμος,
      που πάλι διακλαδίζεται σε άλλον,
      που πάλι διακλαδίζεται σε άλλον,
      κάπου τελειώνει…)
 
Διαβάζω: «Το υπερκείμενο αποτελεί επέκταση της οργανωτικής ικανότητας του μυαλού.» Ο ορισμός αυτός μας επιτρέπει να το συμπεριλάβουμε στην αντίληψή μας σαν μέρος της ίδιας μας της ανάπτυξης, μιας ανάπτυξης που υπερέβη εαυτήν, που υψώνεται πέρα και πάνω από την πρωταρχική της δυνατότητα, και που καταγίνεται με έναν επ’ άπειρον πολλαπλασιασμό, σαν Λερναία Ύδρα της πληροφορίας, ανώτερη από τον ανθρώπινο εγκέφαλο, προικισμένη όμως με ζωτικά ανθρώπινα χαρακτηριστικά (λογική τάξη, συγκρότηση, μνήμη).

Οι μοναχοί του Θιβέτ χρησιμοποιούσαν ένα ιδιαίτερο εκπαιδευτικό σύστημα για την αποθήκευση της γνώσης: η ταξινόμηση κάθε στοιχείου στο νου γινόταν με τον μορφοπλαστικό οραματισμό  ειδικών ομάδων συρταριών, όπου μέσα τους τα πάντα έπαιρναν τη θέση τους κατηγοριοποιημένα. Έτσι, όταν ο ενδιαφερόμενος χρειαζόταν μια πληροφορία, πήγαινε στο κατάλληλο συρτάρι και την ανακαλούσε με ένα είδος αυτόματης επανάκτησης. Ο σκληρός δίσκος του εγκεφάλου μπορούσε να κάνει απίστευτες καταγραφές• δεν χανόταν τίποτε. Αναφέρω το γεγονός, για να συνδέσω τον εγκέφαλο του Διαδικτύου με τον ανθρώπινο εγκέφαλο: Και οι δυο είναι αποθήκες λόγου και εικόνας. Ωστόσο, η παράξενη τράπεζα γνώσης των Θιβετιανών δεν ενισχύει τη μεταφυσική του Διαδικτύου – αντιθέτως, την υπονομεύει.

Σήμερα, που το μεταμοντέρνο τοπίο μας εξωθεί να ολισθήσουμε στη λήθη του ιστορικού, το υπερκείμενο αρέσκεται να παρουσιάζεται ως το όχημα που εναντιώνεται σ’ αυτή τη λήθη (αν και, ταυτοχρόνως, υλοποιεί την λήθη των παλιών ψυχικών τρόπων του ανθρώπου). Η ανησυχία του Όργουελ, ότι το μέλλον της ανθρωπότητας κινδυνεύει από έναν ολοκληρωτισμό που θα απαγορεύσει κάθε είδους πληροφόρηση, αποτελεί μάλλον τραγική ειρωνεία. Διότι ο ολοκληρωτισμός στις μέρες μας εμφανίζεται ακριβώς μέσα από τον καταιγισμό στοιχείων που μας υποβάλει ο Κυβερνοχώρος, επιδεικνύοντας το νέο πρόσωπο μιας πολιτιστικής συνθήκης, κατά την οποία η πληροφορία δια-περνά όλα τα επίπεδα της σκέψης, της αντίληψης, της έκφρασης, για να μας  δηλώσει την απουσία του νοήματος.

Το Δίκτυο έχει γίνει πλέον μια «φυσική» πραγματικότητα, το ίδιο το στίγμα  του σύγχρονου πολιτισμού. Η δυσπιστία των παλιότερων απέναντι στο νέο μέσο (λόγω διαφορετικών βιωμάτων εκπαίδευσης, καλλιέργειας, επικοινωνίας και αλληλεπίδρασης), αλλά και ο σκεπτικισμός των διανοούμενων που εστιάστηκαν στους κινδύνους διατάραξης του κοινωνικού μοντέλου από μια αυτονομημένη τεχνολογία, ανήκουν στην ιστορία της σύγκρουσης του παλιού κόσμου με τον νεώτερο. Παρά ταύτα, παραμένει ακόμα εν ισχύει ένα ερώτημα: Πλήττεται, άραγε, η υπόσταση του υποκειμένου μέσα από τη σχέση του με το νέο μέσο; Ο Sven Birkets, στο γνωστό βιβλίο του Οι ελεγείες του Γουτεμβέργιου, όπου περιγράφει τη μετάβαση του έντυπου πολιτισμού (και της γραμμικής ροής του κειμένου) στα ηλεκτρονικά κυκλώματα (και στις πολλαπλές δυνατότητες πλοήγησης του υπερκειμένου), μεταφέρει έναν ανάλογο προβληματισμό: «Ολόκληρη η συλλογική ιστορία μας –η ψυχή του κοινωνικού μας σώματος– είναι καταγεγραμμένη στα έντυπα. Αν απορρίψουμε το έντυπο […] τι θα συμβεί με την αντίληψή μας για το άτομο, για τον πολιτισμό, για τη συνέχειά του;».

 Αναμφισβήτητα, οι δυνατότητες εφαρμογών του Δικτύου αποτελούν ένα θαύμα της τεχνολογίας. Εκείνος που καταφεύγει σ’ αυτή την παγκόσμια βιβλιοθήκη για να αντλήσει πληροφορίες, αποφεύγει αρκετό κόπο –όπως η νοικοκυρά, που έχει αντικαταστήσει τη σκάφη της με ένα πλυντήριο– και κερδίζει πολύτιμο χρόνο. (Αυτό το «κερδίζει», ας το κρατήσουμε, γιατί σκοπεύω να το ανατρέψω.) Ο Κυβερνοχώρος είναι ένα αμφιθέατρο επιλογών, όπου τα γνωστικά αντικείμενα παρελαύνουν δελεαστικά με πολλές και ποικίλες θεματικές. Όμως ποιά η σχέση της πληροφορίας με την αληθινή γνώση;

Η ουσία της γνωστικής διαδικασίας, καθώς ξέρουμε από την προσωπική μας πείρα, βρίσκεται στην ιδιαίτερη σύνδεση του υποκειμένου με το εκάστοτε αντικείμενο που έλκει το ενδιαφέρον του, μια σύνδεση απολύτως ερωτική. Θα αναφερθώ για παράδειγμα στην ποίηση: Το λογοτεχνικό γούστο είναι μια υπόθεση  που τροφοδοτείται από κείμενα αλλά και χώρους, είναι αλληλεπίδραση ιδεών και αισθημάτων σε ζωντανές συντροφιές, είναι φωνές, ήχοι, αναμνήσεις, αγρυπνίες, συνομιλίες, συγκρούσεις εσωτερικές και εξωτερικές, διεργασίες ψυχικές, κομμάτια της αληθινής πραγματικότητας που συνθέτουν ένα μεγάλο κείμενο ζωής, ό,τι ακριβώς απουσιάζει από το Google. Το υπερκείμενο δεν μπορεί να τροφοδοτήσει το λογοτεχνικό γούστο, γιατί είναι νεκρό. Μπορεί να μας ενημερώσει αλλά όχι να μας διαπλάσει. Μπορεί να μας εξυπηρετήσει αλλά όχι να μας γοητεύσει. Διότι προσφέρεται σαν μια εύκολη ερωμένη. Καμιά συγκίνηση δεν προηγείται της κατάκτησης, κανένα συ-ναισθηματικό διακύβευμα δεν υφίσταται στην διεκδίκηση του εραστή. Η τράπεζα παρέχει μηχανικά το υλικό της και αυτό είναι όλο.

Ορισμένοι από μας θεωρούν, ίσως, ότι το υπερκείμενο είναι και ο τόπος ανάδειξης της συλλογικής ευαισθησίας του πλανήτη, καθώς συμπεριλαμβάνει μεγάλο μέρος της παγκόσμιας ποιητικής παραγωγής, ως έναν οιονεί μόνιμο χάρτη της ιστορίας της ευαισθησίας. Έτσι πολλοί ποιητές σπεύδουν να συμμετάσχουν σε αυτό το «υπερθέαμα», προσθέτοντας τα δικά τους βεγγαλικά στον ουρανό του Κυβερνοχώρου. Αν και είμαι χρήστης και δημιουργικός συμμέτοχος του υπερκειμένου (περισσότερο από διάθεση συντονισμού με τον σφυγμό της παρούσας εποχής παρά από αληθινό ενδιαφέρον), δεν έχω, ωστόσο, την αίσθηση ότι αυτή η συμμετοχή προσθέτει τίποτε στην ουσία της ποιητικής μου δραστηριότητας. Κατά τη δική μου εκτίμηση:

Ο χρήστης που καταθέτει ένα κείμενο στο Δίκτυο και κολακεύεται να πιστεύει ότι αυτό το μικρό δημιουργημένο σύμπαν –μια συνέχεια της ταυτότητάς του– θα ταξιδέψει απανταχού της γης, προσφερόμενο σε όλους αδιακρίτως, σύντομα θα αντιληφθεί ότι το πόνημά του δεν είναι παρά ένα ακόμη προϊόν στο ράφι της παγκόσμιας τράπεζας, εξαφανισμένο ολοσχερώς μέσα στο συνονθύλευμα των προϊόντων. Διότι, το εκάστοτε κείμενο αυτοκαταργείται μέσα στο υπερκείμενο του Δικτύου, για να ταΐσει με τις σάρκες του την αχανή αυτοκρατορία, μη διαθέτοντας την παραμικρή  δυνατότητα να συγκροτήσει ιδιαίτερη υπόσταση.  Έτσι, παρότι το ποίημα γράφεται για να ενεργήσει πάνω στην ανθρώπινη ψυχή, διαχέοντας Νόημα και  Συγκίνηση, φοβάμαι ότι μέσα στον Κυβερνοχώρο και τα δυο αυτά ακυρώνονται και υποβιβάζονται στην τάξη της στοιχειοθετημένης καταγραφής. «Ανεβάζω» ένα ποίημα, σημαίνει απλώς ότι η Τράπεζα της γνώσης εντάσσει μηχανικά άλλο ένα τμήμα στο συρτάρι της. Και το χειρότερο, η ανάλωση του ποιητικού υλικού συμβαίνει με τον ίδιο τρόπο που αναλώνονται τα λαχανικά στο σουπερμάρκετ: είναι πολλά και ποικίλα, γι’ αυτό ακριβώς μας γεννούν την ολοκληρωτική έλλειψη ενδιαφέροντος.

Έρχομαι τώρα στο θέμα των νέων ταχυτήτων πληροφόρησης με τις οποίες μας δελεάζει ο Κυβερνοχώρος και στον χρόνο που «κερδίζουμε» μέσα από τις υπηρεσίες του. Ο χρόνος είναι μια υπόθεση σχετική. Πότε «κερδίζεται» και πότε «χάνεται»; Οι ώρες που διαθέτουμε στην πραγματική ζωή για την συλλογή, την κατανόηση και την αφομοίωση της γνώσης (ό,τι «ξοδεύουμε» σε μακριές και επίπονες ενασχολήσεις) αποτελεί το μέτρο της ουσιαστικής επαφής μας με το αντικείμενο του εκάστοτε ενδιαφέροντος. Ο χρόνος αυτός όμως δεν «χάνεται», διότι προστίθεται στο ανθρώπινο δυναμικό, καθώς «εσωτερικοποιείται» μέσα από τον προσωπικό κόπο και τους τρόπους που συνοδεύουν ένα πραγματικό βίωμα. Έτσι μόνον η γνώση μπορεί να αφομοιωθεί, μπορεί να αποκτήσει έρεισμα και βάθος. Αλλά φοβάμαι ότι γράφω κοινοτοπίες.

Το αληθινό χάσιμο του χρόνου, η σπατάλη του, συμβαίνει μέσα στο Διαδίκτυο όταν αποξεχνιόμαστε καταπλακωμένοι από την πληθώρα των εντυπώσεων και την ποικιλία των παροχών.  Έχω την αίσθηση ότι για πολλούς χρήστες, συχνά το ζητούμενο καταλήγει να είναι η παραμονή και ο συντονισμός με τη ροή του υπερκειμένου καθ’ εαυτήν – και τούτο ακριβώς περιγράφει τον σύγχρονο τρόμο: αν ξεχνιέμαι στο Διαδίκτυο, αυτό μου συμβαίνει για να μην είμαι ποτέ διαθέσιμος να ασχοληθώ με το ουσιαστικό διακύβευμα που είναι η αυτοσυνειδησία, η άνθηση της εσωτερικής ζωής, η διευθέτηση των ψυχικών ζητημάτων, η δημιουργική αξιοποίηση των δευτερολέπτων, η ώριμη επικοινωνία μέσω των αληθινών σχέσεων. Διότι στην εικονική συνύπαρξη, όλοι «απουσιάζουν».

Είναι αλήθεια ότι η διαδικτυακή επικοινωνία μεταξύ των χρηστών (chat, facebook, κ.λπ.) συχνότερα υποστηρίζεται από ψυχικές κλίσεις που καλλιεργούν την απόσταση. Έτσι κι αλλιώς, ένας χρήστης (αν θέλαμε να τον ορίσουμε με τους κλασσικούς ψυχολογικούς όρους) αντιπροσωπεύει εδώ μια αφαίρεση, ένα απλό γρανάζι μέσα στον εικονικό κόσμο των εντυπώσεων. Διότι το υποκείμενο χωρίς το σώμα του στερείται της θεμελιακής του συγκρότησης, εκείνης της διάστασης που πραγματώνει άμεσα την ενσάρκωση της ψυχικής ταυτότητας. (Μέσα στην εικόνα ο εαυτός φανερώνεται ως άλλος, σημειώνει ο Ρολάν Μπαρτ). Καθώς τo υποκείμενο υποχωρεί, χάνοντας τη σάρκα και τους χυμούς του, δεν μπορεί πλέον να είναι «πρόσωπο», διότι, ακόμη και τότε που στρέφεται προς τον άλλον, δεν αποτελεί παρά μια εικόνα που συναντά μια άλλη εικόνα. Η ταυτότητα του υποκειμένου παραλλάζει από την ίδια την αποϋλοποίησή του, μπορεί να μην καταργείται εντελώς, αλλά πάντως εξαλλάσσεται, γίνεται ένα απροσδιόριστο «άλλο». Έτσι η επικοινωνία στον Κυβερνοχώρο, στις περισσότερες περιπτώσεις, ενισχύει την ανταλλαγή ρόλων, τις πλαστοπροσωπίες, τις καθ’ ολοκληρίαν ελεγχόμενες περσόνες. Όταν οι συνευρέσεις των ανθρώπων γίνονται σε τόσο ανώδυνες και προστατευμένες συνθήκες, δεν μπορούμε να μιλάμε φυσικά για «φιλίες» παρά για «διαφόρους τύπους σχέσεων», που απέχουν πολύ από το ουσιαστικό σχετίζεσθαι. Κατανοώ, ωστόσο, ότι η ψυχική αποφόρτιση των χρηστών μέσα από αυτές τις «ανάλαφρες» επαφές, όσο κι αν δεν έχει κανένα βαθύτερο διακύβευμα, μπορεί να συνοψίζει μια ανάγκη διαφυγής από τη σύγχρονη βία του συστήματος και, άλλοτε, μια απλή διάθεση διασκεδαστικής περιήγησης.

Αν θα ήθελα να μιλήσω από το βάθρο των αξιών του  παλιού κόσμου, θα επεσήμαινα ότι οι χρήστες θεωρούν εξαιρετικό γεγονός τη δυνατότητα συνομιλίας με κάποιον στην άλλη άκρη του πλανήτη, την ίδια στιγμή που δεν φροντίζουν ούτε για την ελάχιστη επαφή με τους συγκατοίκους τους στην ίδια πολυκατοικία. Η επιστήμη της ψυχανάλυσης θα τους έθετε ένα καίριο ερώτημα: μήπως γοητεύονται από μια τέτοια επικοινωνία, ακριβώς επειδή αυτή πρόκειται να παραμείνει πάντα «σε απόσταση»; Μια πραγματική σχέση χρειάζεται κόπο και χρόνο, ψυχικό δυναμικό, καταθέσεις ζωής και, φυσικά, προϋποθέτει τη δύσκολη ευθύνη της διατήρησής της. Ίσως τα νέα ήθη του Δικτύου κρατούν τον χρήστη στη φυλακή ενός παραμορφωτικού καθρέφτη, εκεί όπου συντηρείται ο θρίαμβος της παραίτησης (ο Άλντους Χάξλευ, χρόνια πριν, είχε επισημάνει ότι θα γίνουμε μια επιπόλαια κοινωνία, παγιδευμένη σε αποβλακωτικές απολαύσεις και σε ευκολίες που θα μας κάνουν θύματα μαζικού του ελέγχου).

Εν κατακλείδι, ο Κυβερνοχώρος αλλάζει τη σχέση του ανθρώπου με τον άνθρωπο, διότι επιδρά στην ψυχική μας λειτουργία, στις ψυχικές συνιστώσες, στις συναισθηματικές αξίες (από τις οποίες εκπηγάζουν πολλές από τις κοινωνικές αξίες), στην ίδια τη σχέση μας με τον υλικό κόσμο και ό,τι αυτός υπονοεί. Επιπλέον, ως απόγονος της τηλεόρασης, εξαρθρώνει τελεσίδικα το νόημα της κοινότητας, τουλάχιστον έτσι όπως το είχαμε στο νου μας, καθώς δημιουργεί νέες εικονικές κοινότητες με χαλαρές συνδέσεις μελών, που έχουν την ευκαιρία να επιδείξουν ατομικούς κόσμους (συχνά απλές ναρκισσιστικές παρεμβολές), ανταλλάσσοντας πληροφορίες, ειδήσεις, μουσική, καλλιτεχνικές προτιμήσεις, εφαρμογές, παιχνίδια, ακόμη και φλερτ. Στην ψηφιακή εποχή κέντρο είναι η οθόνη, και ό,τι διακινείται μέσω αυτής αποτελεί τη νέα πολιτισμική συνθήκη του πλανήτη. Είναι φανερό ότι το υπερκείμενο έχει διαφοροποιήσει την οντολογική διάσταση του ανθρώπου, καθώς, σε μια εποχή υποχώρησης του νοήματος, αυτό το ίδιο έχει μετατραπεί σε νόημα, συμβολίζοντας τα νέα ήθη της διαδικτυακής κοινοκτημοσύνης.

Ωστόσο, το Δίκτυο ιδρύει ένα καθεστώς με εξαιρετικά βαρύνουσα σημασία για τη συλλογική ανθρώπινη αντίληψη και την εξέλιξη της πνευματικότητας: Είναι φανερό ότι η παραμονή στον Κυβερνοχώρο διαμορφώνει μια ευρύτερη συνείδηση (μια πλανητική συνείδηση), καθώς όλες οι εικόνες του κόσμου, κοινωνικές, πολιτικές, καλλιτεχνικές, επιστημονικές και κυρίως τα γεγονότα που συμβαίνουν και παρουσιάζονται από τα ειδικά μέσα ενημέρωσης, αποτυπώνουν με σφαιρικότητα το γίγνεσθαι της Γης. Ο πολίτης του Κυβερνοχώρου ωθείται στην σύλληψη ενός άλλου τρόπου κατανόησης του χρόνου και του χώρου, σε μια πολυσυλλεκτική θεώρηση των γεγονότων, της ιστορίας, του πολιτισμού, της πνευματικότητας, πράγμα που τον καθιστά άμεσα πολίτη του κόσμου. Έτσι, καθώς εμβολιάζεται με την παγκόσμια ροή, ωθείται στην αποκόλληση  από τα περιορισμένα όρια της εθνικότητας και κάθε άλλης μερικότερης ιδιωτικής σφαίρας.

Όταν ο Σωκράτης έλεγε «είμαι πολίτης του κόσμου» μετέφερε ένα προσωπικό βίωμα συνείδησης, προς το οποίο τον οδηγούσε η δυναμική του Λόγου. Νομίζω, ότι σήμερα, ένα ανάλογο αίσθημα μπορεί να ενεργοποιηθεί μέσω της σύμπραξης των υλικών του Δικτύου (εικόνες, video, συνεντεύξεις, ντοκιμαντέρ, οικολογία, μουσική, πολιτικές αναλύσεις), αν η ατομική συνείδηση κάθε χρήστη είναι σε θέση να συγκροτήσει την ενοποίηση αυτών των τμημάτων της «πραγματικής» ζωής, τη σύνδεσή της με τη σφαίρα Γη και τις επιμέρους πραγματικότητές της. Παραμένει βέβαια ένα ζήτημα κατά πόσον όλες αυτές οι δυνατότητες αξιοποιούνται σωστά από τους χρήστες.

O ισχυρός αντίλογος για πολλά από όσα έγραψα, εξετάζοντας την κίνηση της συναισθηματικής ζωής του ανθρώπου σε σχέση με το νέο μέσο, έρχεται από μια άλλη θέση που αξιολογεί ως ιδιαίτερα σημαντική την πνευματική διάνοιξη την οποία ενεργεί το Δίκτυο μέσα στο χώρο του συμβολικού και του φαντασιακού μας: Καθώς το υπερκείμενο συγκροτεί μια «υπερσυνείδηση» που δρα πάνω από την ατομική βούληση, υποβάλλει στον σύγχρονο άνθρωπο μια ιδέα: να βιώσει την ύπαρξή του ως μέρος αυτού του τεράστιου οργανισμού που είναι η συλλογική Ψυχή, η ιστορία της οποίας αποτυπώνεται πάνω στο Δίκτυο.

Κλεοπάτρα Λυμπέρη