Εκτύπωση του άρθρου
ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Ωδικά πτηνά  της Αριστέας Παπαλεξάνδρου
(εκδ. Τυπωθήτω, Αθήνα 2008)

  
Πριν αναφερθώ στην πρόσφατη τρίτη ποιητική συλλογή της Αριστέας Παπαλεξάνδρου θεωρώ απαραίτητο να καταθέσω λίγα εργοβιογραφικά στοιχεία για την ποιήτρια. Η Α. Παπαλεξάνδρου γεννήθηκε στο Αμβούργο το φθινόπωρο του 1970 και μεγάλωσε στον Βόλο. Σπούδασε μουσική, και μεσαιωνική νεοελληνική φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ παράλληλα φοίτησε στην Ανωτέρα Σχολή Δραματικής Τέχνης του Εθνικού Θεάτρου. Γνωρίζει δύο ξένες γλώσσες, είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και συμμετέχει ενεργά με δημοσιεύσεις της σε περιοδικά και ανθολογίες στα δρώμενα της ποίησής μας.
       Πρωτοεμφανίζεται με δημοσίευση το 1997 και η πρώτη της ποιητική συλλογή της εκδίδεται το 2000 με τον τίτλο Δύο όνειρα πριν (εκδ. Μανδραγόρας). Το 2004 εκδίδεται από τις εκδόσεις «Νεφέλη» η δεύτερη συλλογή Άλλοτε αλλού, που έκαμε ιδιαίτερη αίσθηση στο τόσο περιορισμένο αναγνωστικό κοινό ποίησης. Ακολουθεί η τρίτη συλλογή με τίτλο Ωδικά πτηνά (εκδ. Τυπωθήτω), που μόλις κυκλοφόρησε. Βέβαια, όπως σημειώνει η ποιήτρια και δοκιμιογράφος Λύντια Στεφάνου στην Εισήγησή της για την ένταξη της Παπαλεξάνδρου στην Εταιρεία Συγγραφέων, «τα βιβλία αυτά είναι ένα μόνο μέρος από τη συνολική δουλειά της»: έχει, για παράδειγμα, ήδη ολοκληρωθεί η τέταρτη ποιητική συλλογή με τον –απρόσμενο πράγματι– τίτλο Με την ευχή της μοιχαλίδος, ενώ το καυστικό χιούμορ της ποιήτριας δεν φαίνεται να περιορίζεται μόνο στα βιβλία που έχουν εκδοθεί ή στις δημοσιεύσεις της, αλλά, απ’ ό,τι πληροφορήθηκα, καθώς έχουν ήδη διαρρεύσει σε στενούς λογοτεχνικούς κύκλους, γράφει και λιβελλοποιήματα για υπαρκτά πρόσωπα και γεγονότα της λογοτεχνικής μας ζωής, τα οποία δεν έχουν δημοσιευθεί. Πάντως, όλα τα ανωτέρω πιστοποιούν πως αρχίζει να μπαίνει δυναμικά στον κύκλο των ποιητριών των νεοελληνικών μας γραμμάτων.
       Τα θέματα της ποιητικής της συνοψίζονται στην πρώτη συλλογή, με τον τίτλο Δύο όνειρα πριν,  και στο τελευταίο ποίημα της συλλογής «Πίναξ περιεχομένων», όπου γίνεται λόγος για τον γάμο, τον θάνατο, τα πάθη του έρωτα, τις ελπίδες, το κενό και γενικά για θέματα που απασχολούν τον σύγχρονο άνθρωπο (αλλοτρίωση στην εργασία, φιλία, μοναξιά): «Οι γάμοι/ Οι θάνατοι/ Οι μορφές τους/ […] / Οι ελπίδες/ Οι επιτήδειοι/ Οι σκιές τους/ […] / Και κενό/ πολύ κενό/ Χρώματος/ ασαφούς/ Καταγωγής/ ευγενικής/ Και αιτιότητος/ νεκρής» (Δύο όνειρα πριν, σελ. 43).
       Στη δεύτερη συλλογή με τον τίτλο  Άλλοτε αλλού («Νεφέλη», 2004) η ποιήτρια βαθαίνει σε ενδοσκόπηση του ψυχικού της κόσμου αναζητώντας τη λύτρωση στη γραφή, στη μνήμη και στους νεκρούς της. Και σ’ αυτήν τη συλλογή μοτίβα γνωστά από άλλα της ποιήματα επανέρχονται πιο ώριμα και ολοκληρωμένα (μνήμη, έρωτας, θάνατος) και παρατηρείται διεύρυνση της εσωτερικής ενδοχώρας της ποιήτριας ενταγμένης σε ένα σημαίνον εξωτερικό σκηνικό ως πλαίσιο, τα Εξάρχεια, ως οικείος χώρος και ποιητική ενδοχώρα, με τους αναβαθμούς των νοημάτων μέσα από την πολυσημία του κλιμακούμενου στίχου που από τον συγκεκριμένο τόπο με τη σύγχρονη ιστορία του, ως παλίμψηστο εμπειριών και ως παγκόσμιος ανθρώπινος τόπος, διευρύνουν το ποιητικό της σύμπαν σε μια διαφαινόμενη κατεύθυνση κοινωνική με αντικειμενοποίηση του ατομικού συναισθήματος, π.χ.:
 
Τα ταξίδια μου
 
Ταξίδεψα πολύν καιρό
Εξάρχεια – Γη του πυρός
Εξάρχεια – Πόλη των πάγων
Εξάρχεια – Χώρες λοιπές
                  Ανώνυμες
                  Ανύπαρκτες
Εξάρχεια – Μετά της σκόνης
Εξάρχεια – Μετά του πόνου
Εξάρχεια – Μετά της ζέστης
Εξάρχεια – Εκτός κόσμου                                    (Άλλοτε αλλού, σελ. 21).
 
***
Ακολουθεί, η τρίτη και πρόσφατη συλλογή με τον τίτλο Ωδικά πτηνά (εκδ. Τυπωθήτω 2008 ), που παραπέμπει σε ακουστική εικόνα, αλλά σε συνδυασμό με την προμετωπίδα-διακείμενο από τους Όρνιθες του Αριστοφάνη δίνει το στίγμα της αναζήτησης μιας άλλης πόλης για καλύτερη ζωή. Η συλλογή συγκροτείται από 35 ποιήματα με ελλειπτική στίξη, δηλαδή με χρήση του ερωτηματικού, της άνω και κάτω τελείας, του θαυμαστικού και σπάνια του κόμματος. Η λιτή εικονογράφηση συνομιλεί με το ποιητικό περιεχόμενο. Οι τίτλοι των ποιημάτων είναι σημαίνοντες και κινούνται από τον ατομικό στον οικείο αστικό χώρο και τα λογοτεχνικά δρώμενα («Ενηλικίωση», «Από την Καρνεάδου», «Δελτία καιρών», «Έτος 3003 της Επταψύχου», «Είναι και δεν είναι» κ.ά.).
       Η ποιητική γλώσσα με την πολυσημία της ήδη από το πρώτο ποίημα μάς προετοιμάζει για μια ενηλικίωση και δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι πρόκειται για ποίημα ποιητικής και για ενηλικίωση γραφής. Έτσι από το πρώτο αυτό ποίημα –πράγματι εντελώς ασυνείδητα κι ουδαμώς εξ επί τούτου– θα μας παρέπεμπε σ’ όλες αυτές τις σύγχρονες θεωρίες της λογοτεχνίας περί θανάτου του συγγραφέα και κυριαρχίας του κειμένου, επικοινωνίας με το κείμενο κ.λπ. (θεωρία της πρόσληψης των Jauss, Greimas, Barthes). Η κλιμακωτή πορεία του ποιητικού λόγου στο ποίημα «Ενηλικίωση» καταδεικνύει τη σχέση δημιουργού και δημιουργήματος, εδώ της ποιητικής γραφής, όπως:
 
Στην αρχή μούσα
Μετά άρχισα να γράφω
κι εγώ
Λεξούλα τη λέξη
να γίνει το ποίημα
Ποίημα το ποίημα
να σβήσω ως μούσα
σ’ αυτό
Μα κάθε που γράφω
χωρίς να θυμάμαι
πως ήμουνα μούσα κι εγώ
Συντρίβομαι τόσο
και πλέον θυμάμαι
τον λόγο που γράφω
πως πια δεν υπάρχω
ως μούσα
θαρρώ                                                                       (σελ. 9).
 
       Το ποίημα αυτό, όπως και το ποίημα «Από την Καρνεάδου», μπορούν να διαβαστούν ως ποιήματα ποιητικής, είναι γραμμένα σε α´ πρόσωπο και το θέμα τους έχει σχέση με το έναυσμα προς τη γραφή και την ενηλικίωσή της. Κι ενώ με το πρώτο τρίστιχο δεν φαίνεται παρά να αστειεύεται ή εσκεμμένα να δίνει στον λόγο της έναν τόνο ελαφρότητος, εντούτοις τα ποιήματα ποιητικής των Ωδικών πτηνών μάλλον θα μας έπειθαν πως η Παπαλεξάνδρου φαντάζει εδώ περισσότερο ώριμη, βεβαίως όχι επειδή συγκαταλέγεται πλέον στους «Σοβαρούς της Εταιρείας», αλλά, καθώς φαίνεται να κερδίζει το παιχνίδι όταν γράφει: «Κάτι να πω/ Να ξαναπώ/ Ποίημα ατελές να ξαναγράψω/ Ένεκα πώς να σας το πω/ Δεν ξέρω πια γιατί πονώ/ Δεν έχω πια τι να ξεχάσω» («Από την Καρνεάδου», σελ. 11).
       Στη συλλογή αυτή φλερτάρει συχνά με τον παραδοσιακό στίχο: π.χ.: «Έχω μια θλίψη στην καρδιά/ Απ’ την καρδιά μου πιο παλιά/ […] Χρόνια και χρόνια σ’ αγαπώ/ Χωρίς ποτέ μου να σε δω» («Λευκό»), χωρίς όμως ποτέ να καταντά μανιέρα. Σ’ ό,τι αφορά το συγκεκριμένο ποίημα, αξίζει να σημειωθεί πως είναι από τα αντιπροσωπευτικά να καταδείξουν πώς σταδιακά από το ατομικό και καθημερινό η ποιητική γραφή οδηγείται στο ποιητικό με κυρίαρχο θέμα την αγάπη, μια αγάπη μελαγχολική, μακρινή, μη απτή:       
           
Ομίχλη τον Οκτώβριο
που προμηνά χειμώνα
Τα δώρα που μου χάρισαν
Λιώνουν τον παγετώνα
Έχω μια θλίψη στην καρδιά
Απ’ την καρδιά μου πιο παλιά
Απ’ τους αιώνες πιο παλιά
Πες μου προς τι να σβήσει τώρα
Χρόνια και χρόνια σ’ αγαπώ
Χωρίς ποτέ μου να σε δω
Ομίχλη τον Οκτώβριο
Μου κρύβεις τον αιώνα                                                    («Λευκό», σελ. 10).
 
            Στο επόμενο ποίημα της συλλογής με τίτλο «Από την Καρνεάδου» η παραδοσιακή και η μοντέρνα ποιητική γραφή συνυπάρχουν αρμονικά, κι από μια πρώτη ματιά, φαίνεται πως πρόκειται για μια πιο σπιρτόζικη ίσως γραφή απ’ ό,τι στα προηγούμενα βιβλία της, με κίνδυνο ίσως και να παρερμηνευθεί –σαν και το πρώτο τρίστιχο της συλλογής «Στην αρχή μούσα/ Μετά άρχισα να γράφω/ κι εγώ»– ως ελαφρώς ελαφρά, π.χ. «Βράδυ Δευτέρας φωτεινό/ Πότε γεμίζει το φεγγάρι;/Έλαβα πρόσκληση κι εγώ/ Μπορεί να ’ρθω/ ή να μη ’ρθω/ ´Ο,τι κι αν γίνει/ σ’ αγαπώ /[…]/ Μου ’γνεψε η άλλη σου πλευρά/ απ’ το επέκεινα/ Κοινό κατάμεστο αγγέλων και δαιμόνων/ Βλέπω το βλέμμα το απλανές των/ ειδημόνων» (ό.π., σελ.11). Καθώς όμως η ανάγνωση των ποιημάτων ολοκληρώνεται και, ιδιαιτέρως, εάν επαναναγνωσθούν μία ή και περισσότερες φορές, καθώς οι λέξεις της λογοτεχνίας και κυρίως της ποίησης είναι πολυσημικές και απαιτούν πολυανάγνωση για να κατανοηθούν (M. Riffaterre[1]), αφήνουν μια περίεργη αίσθηση πικρίας στον αναγνώστη που αυτοκαθαίρεται μέσα στο κλίμα αυτό της ποιητικής ειρωνείας, καθώς «ποσώς αρμόζει σοβαρώς να διαιτάσαι», όπως γράφει στο ποίημα με τίτλο «Σοβαροί της Εταιρείας» και σε άλλα ποιήματα στα οποία ειρωνεύεται βιωματικές καταστάσεις και απελευθερώνεται μέσα από την ποιητική γραφή, π.χ.:
 
Της βιαστικής ανοίξεως
Οριστικό και τυπωμένο σφάλμα
Φλογίτσα ήσουν και σβήσθηκες
της πρώτης νιότης θαύμα
Ποιος υπολόγιζε να δω το πόρισμα
και να λυγίσω
Μισόν αιώνα έχω καιρό
το πόνημά σας
να διαλύσω                                                         («Ομηλίκων και λοιπών», σελ. 18).
 
       Έτσι, η ποίησή της, συχνά, λειτουργεί σαν μια σφαίρα όπλου, που στην είσοδο της κάννης δεν είναι παρά μια μικρή μπίλια, στην έξοδο όμως (τέλος του ποιήματος) η διάμετρός της όλο και μεγαλώνει, λόγω της περιστροφικότητάς της, π.χ. «Είχε το γκρίζο της βροχής/ κι ας έλαμπε συχνά ο ήλιος/ κι ας φώτιζε το σκηνικό/ που κείτονταν νεκρός/ ο φίλος» («Παλαιό», σελ. 12) και «Ωδικά Πτηνά» (σελ. 20), όπως:
 
Χώρα προέλευσης: Η μακρινή
Ώρα παράδοσης: Η πρωινή
Μελωδικό κελάηδισμα πρωί και βράδυ
Γλυκολαλούν τα ωδικά  και στο πυκνότερο
σκοτάδι
Πέρασαν χρόνια αμέτρητα
μ’ ακόμα το θυμάμαι
Μεταμοντέρνο θα το πουν
τούτο που εξήντα χρόνια πολεμάμε
Είναι μοντέρνο και παλιό
Θα παν να το σπουδάσουνε σε
Λόνδρες και Παρίσια
Και τόμοι τόσοι θα γραφτούν
από μεγάλα αγόρια και κορίτσια
Τραγούδια για αισθήματα παντός καιρού
και τόπου
Θα σας χαρίσουν κριτικές οι μουσικόφιλοι
του νόστου
Με τάλαντο και με χωρίς
ακούγω χρόνια τ’ όνομά σας
Γνωρίζω ποιους γνωρίζετε
κι αχνοφεγγίζουν τα όνειρά σας  
 
       Έντονο κοινωνικό στίγμα με την ρητορική της ειρωνείας, του σαρκασμού και με αξιοποίηση του εκκλησιαστικού λόγου έχει και το ποίημα με τίτλο «Οι εύθραυστες του παλατιού», όπου ο ποιητικός λόγος συνομιλεί με τον Καβάφη τόσο ως προς τη φενακισμένη πραγματικότητα όσο και ως προς τη φενάκη των κάθε είδους αρχόντων που ανεβαίνουν και κατεβαίνουν από την εξουσία χωρίς να προδιαγράφεται ποτέ μια νέα προοπτική και ουσιαστική αλλαγή, ενώ οι κυρίες της αυλής θυμίζουν ευτελείς θιάσους, π.χ.:
 
«Κι από τις πρώτες πρωινές ηχούν οι σάλπιγγες
Τετέλεσται
Παραίτησαν τον βασιλιά και θά ’ρθει άλλος
απ’ τα δυτικά officia βασιλικά να παραλάβει
Είναι της Δύσης η Ανατολή
Το κράζουν οι φιλόσοφοι
γνωστοί, αφανείς κι εξώτεροι
Μιας χώρας μικροσκοπικής με δίχως μνήμη»                                     (σελ. 14).
 
       Δείξη κοινωνική έχει και το ποίημα «Curriculum Vitae», που σαρκάζει όλη ετούτην την πτυχιολαγνεία της εποχής, με αβέβαιη την ουσία, την αληθινή μόρφωση. Στο φινάλε του ποιήματος, υστερόγραφο όπως το κατονομάζει, η Α.Π. μαστιγώνει τα σύγχρονα φαινόμενα και την υποκρισία, ατομική και συλλογική: «Μα έχει κι υστερόγραφο που ίσως ενδιαφέρει/ Γνωρίζω και της άλλης σας Ευρώπης τα ταξίδια/ Για fucking και για shopping στα Λονδίνα» (ό.π., σελ. 19). Σε άλλα ποιήματα καταπιάνεται με την πρόσληψη της ίδιας της ποίησης. Εδώ την αφορούν όλα όσα σχετίζονται με τη λογοτεχνική κριτική, τις τάσεις και τα ρεύματα, έως και τις απονομές βραβείων, των οποίων όλων μέρος φαντάζει και η ίδια, για να μπορεί να τα σατιρίζει, με τον ιδιαίτερό της κομψό τρόπο σε πολλά ποιήματα. Ενδεικτικά αναφέρονται τα ποιήματα «Ωδικά Πτηνά», «Κρατικά βραβεία 3003» και «Έτος 3003/ Της Επταψύχου». Τα δύο τελευταία οργανώνονται σε διαλογική μορφή αφήνοντας ελεύθερες τις φωνές του ποιήματος:
 
Κρατικά βραβεία 3003
 
– Και της ποίησης;
– Ε, τι της ποίησης;
– Πες μου, ποιος
– Βραβευμένα μίση όνειρα δόξα βιος
– Μας εμπνεύστηκες ή μας
ξέχασες μες στο φως;
[…]
Γράφω Έγραφες
Πόνων άσματα
Πες μου θες
Λόγια θρύψαλα αναπάντητα
Απ’ το χθες
– Και η ποίηση;
– Ναι, η ποίηση ήταν Βρες
ό,τι ξέχασες κι ας σε πλήγωσε
θες δεν θες                                   
 
Έτος 3003
Της Επταψύχου
 
Officia στη χώρα του φιδιού
Μεγάλη χώρα
Αναρριγώ προς τη μεριά
του φεγγαριού
Ποιον ποιητή τιμάτε τώρα;
– Κάποιον που πέθανε αργά
Σχεδόν τον είχαμε ξεχάσει
–Τα φώτα σβήσαν τραγικά
Σειρά ποιος έχει να γεράσει;
– Αφιερώματα πολλά
Γενιές των όντα και των ήντα
[…]                                                      (ό.π., σελ. 27).
 
       Με το ποίημα «Καλή τη προθέσει» θίγεται το πρόβλημα των νέων δημιουργών, που κάποιοι «ειδήμονες» τούς κολλάνε το επίθετο «νέος», από το οποίο δεν ξεφεύγουν όσο κι αν γερνούν:
 
Είναι τώρα δέκα χρόνια
που με πρόθεση καλή
έχω δει να τον συστήνουν
μες από τη διαλογή
ως υπόσχεσή τους νέα
ως Τον νέον Ποιητή
 
Είναι δέκα πριν τα δέκα
των επίτιμων συστάσεων
που με πρόθεση καλή
διάβαζα ποιήματά του
σ´έντυπα την Κυριακή
 
Είναι δέκα κι άλλα δέκα
[…]
όλο πιο πολλοί τον ξέρουν
ως Τον νέον Ποιητή
 
Είναι είκοσι και δέκα
κι ο ποιητής μεσήλιξ πια
τα ’χει μάθει πικραμένος
τα συνώνυμα του «νέος»
που ’ναι η φράση που πονά
«ο ποιητής των πρωτολείων
που πρωτόλειος γερνά»                                                                             (σελ. 25).
 
       Τα χαμένα όνειρα και ο ατομικός πόνος που γίνεται συλλογικός φαίνονται σε πολλά ποιήματα: «Τετελεσμένον», «Στα ψέματα λυπητερή», «Της μνηστής του τέρατος», «Ριμέικ» και άλλα, όπως και στο ποίημα με τον τίτλο «Καρδιά τέρατος», που είναι δομημένο σε στροφές με εμφανείς τις ατελείς ομοιοκαταληξίες, π.χ.:
       
«Λευκά μου φορέματα
πώς γίνατε μαύρα
Ποιος πόνος σάς έλιωσε
και λιώνω τα βράδια
 
Αυτό που περνάω
Αυτό που περνάμε
Ζωή των ονείρων μου
Μας πας δεν σε πάμε»                                                                 (ό.π., σελ. 29)
 
       Στο ποίημα «Ομοιοπαθητική» αναδεικνύονται ως όψεις του ίδιου νομίσματος ο έρωτας και το μίσος (δυαδικές αντιθετικές σχέσεις), με κατάδυση στον ψυχικό κόσμο του ποιητικού υποκειμένου που αυτοαναλύεται, όπως: «“Ό,τι φθονούσα έναν καιρό/ Πώς το φοβάμαι τώρα!/ Λες να ’ναι σοβαρό γιατρέ/ που σας ποθώ εδώ και τώρα;”/[…]/ Ό,τι αγαπούσα έναν καιρό/ δεν το γνωρίζω τώρα/ Δεν είναι σοβαρό γιατρέ/ που σας μισώ εδώ και τώρα» (σελ. 30-31).
Επίσης, στο ποίημα που ακολουθεί θίγεται το πρόβλημα των σχέσεων των δύο φύλων από την οπτική των «Αρσενικών του αιώνος», σύμφωνα με τον τίτλο του, π.χ.: «Όλες τους τέτοιες είναι/ άγια στα πρώτα ραντεβού/ ίχνος μηδέν να μην της βρεις/ πουτάνας ή Κατίνας/[…]/ Όλες τους τέτοιες και θαρρώ/ αλλάζω πλέον πλεύσι/ θα γίνω opinion maker/ και gay… αν μ’ αρέσει» (ό.π., σελ. 33).
       Σε πολλά ποιήματα ο έρωτας, η αγάπη και ο θάνατος έχουν κυρίαρχη θέση˙ συχνά πρόκειται για μια αγάπη πέρα από τα ανθρώπινα μέτρα, όπως καταδεικνύεται στο ποίημα «Ούτε ο θάνατος», με την προμετωπίδα από το Ρωμαίος και Ιουλιέττα του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ:
 
Ούτε ο θάνατος
 
Εν δυο στο λεπτό
Βήμα αργό
θλιβερό
Σε κοιμίζουν
μωρό μου οι φίλοι
Σε φιλώ κοιμισμένον κι εγώ
Λυπημένων πορεία σ’ αφήνει
Στων χωμάτων τα βάθη χλωμό
 
Εν δυο
Μη φοβάσαι τα πλήθη
Εν δυο
Μες στο πλήθος κι εγώ
Ρωτώ
ποιος κινεί του χαμού σου τη λήθη
Ρωτώ
κι ό,τι πουν το ξεχνώ
 
Εν δυο
απ’ το πλήθος ξεκόβω
Εν δυο
Το παρόν μου στο μέλλον πετώ
Πλησιάζω δυο πέτρινα χείλη
και χυμώδες φιλί καρτερώ        
 
       Στο ίδιο κλίμα με το «Ούτε ο θάνατος» κινείται και το επόμενο ποίημα με τον τίτλο «Η Εποχή των Παγετώνων» (σελ. 17). Σημειωτέον, πως σ’ όλο το βιβλίο υπάρχουν τρεις προμετωπίδες: η μία ως προμετωπίδα όλης της συλλογής από τις Όρνιθες του Αριστοφάνη˙ η ανωτέρω˙ και η τελευταία από την Τρελή του Σαγιό του Ζιρωντού ως προμετωπίδα του ποιήματος «Σοβαροί της Εταιρείας». Οπότε, όλες οι προμετωπίδες είναι από θεατρικά έργα, εμβόλιμες σαν η ποιήτρια να τις θυμάται από μνήμης, και βεβαίως στο κλίμα της θεατρικής αμεσότητας μερικών –όπως αυτών των τριών– ποιημάτων, που θα μπορούσαν να διαβαστούν άνετα και ως μικρά μονόπρακτα, θεατρικά δρώμενα.
Φαίνεται ότι η ζωή, η ποίηση, ο θάνατος και η μνήμη απασχολούν την ποιήτρια, που μελαγχολεί στην υποψία της λήθης. Έτσι, η συλλογή αυτή από την ενηλικίωση έως τον θάνατο διαγράφει πολλές διαδρομές: εσωτερικές, κοινωνικές, ατομικές και συλλογικές, με εκτόπισμα σημαντικό σε ποιητική ποιότητα και με άνοιγμα της ποίησής της από το ατομικό στο συλλογικό με φόντο τα προβλήματα του καιρού της, όπως:
 
«Λυπητερό μου ποίημα
 πρώην εποχής
 Ζωγράφισε το πόρισμα
 μιας άχρηστης ζωής
[…]
Λυπητερό μου ποίημα
που δεν θα διορθωθείς
δεν θα τελειώσεις καν
ούτε και θα γραφτείς
Θα λέγουν στίχοι μιας
ποιανής;
που είναι και δεν είναι
και θα σβησθείς ζωούλα μου
από το θεαθήναι»                                                            («Είναι και δεν Είναι», σελ. 46)
 
       Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι η Αριστέα Παπαλεξάνδρου με το ποιητικό της έργο κάνει μια αυτοβιογραφική κατάθεση de profundis, αναζητώντας απλά και ανθρώπινα το ταξίδι, τον έρωτα, το όνειρο και βέβαια μια αυθεντική ζωή. Έτσι η σιωπή, η απουσία, η μνήμη και ο θάνατος, που διαπερνούν την ποίησή της, δεν οδηγούν σε αδιέξοδο, αλλά σε αναζήτηση εξόδου, π.χ.: «Έπαιξα κι έχασα θα πω/ Συν όλα τ’ άλλα/ Τετελεσμένον θλιβερόν/ Και πάμε γι’ άλλα» (σελ.44 ).
Μέσα από αυτή τη διαδρομή στην τρίτη ποιητική συλλογή της Αριστέας Παπαλεξάνδρου καταδεικνύεται το ώριμο της γραφής της και το άνοιγμά της σε θέματα επίκαιρα και διαχρονικά με το ύφος της, με την τεχνική της ειρωνείας και του σαρκασμού και με μια ειλικρίνεια που ματώνει, καθώς αφήνει να φανούν οι ρωγμές στο είναι του ανθρώπου. Γράφει ποιήματα λιτά χωρίς μαλάματα και στολίδια –όπως θα έλεγε ο Σεφέρης– που εστιάζουν στο καίριο και το αυθεντικά ποιητικό. Η κατάθεσή της τιμάει τα ελληνικά γράμματα και είμαι πεπεισμένη ότι η προσφορά της θα είναι γόνιμη με συνέπεια και συνέχεια, χωρίς υποχωρήσεις στο εύκολο και ευτελές. Καλύτερα να ολοκληρωθεί αυτή η περιήγηση στην ποίησή της με παράθεση του τελευταίου ποιήματος της συλλογής:
 
Και εις έτη πολλά
 
Το σκούρο πέπλο της ζωής τραβιέται
Από μακριά βλέπω το φως
που δεν θαμπώνει
Η μουσική παίζει και πάλι τα παλιά
έπαψεν η καρδιά μου να πεισμώνει
Θάλασσας ξάστερα νερά
Τέλος γιορτής
και τέλος φόβου
Έσχατο της σαρκός λουτρό
Πρώτο της άνοιξής μου ρόδο 
 
 
Χριστίνα Αργυροπούλου, Νεοελληνίστρια, Επίτιμη Σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου.


1. M. Riffaterre, «Η εξήγηση των λογοτεχνικών φαινομένων»,  Η διδασκαλία της Λογοτεχνίας, Συνέδριο Σεριζί, μτφρ. Ι.Ν. Βασιλαράκης, Επικαιρότητα, Αθήνα 1985, σελ. 35-160.