Εκτύπωση του άρθρου

 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΠΕΝΑΤΣΗΣ

 

Γιώργου Δουατζή, Πατρίδα των καιρών: μια ερμηνευτική ανάγνωση

Η πρόσφατη ποιητική σύνθεση του Γιώργου Δουατζή, Πατρίδα των καιρών, αριθμεί 43 ποιήματα, τα οποία έχουν τη δική τους θεματική και αισθητική αυτοτέλεια. Το πρώτο, λοιπόν, ζήτημα που τίθεται είναι αν αποτελείται από ετερογενή στοιχεία ή αν συγκροτεί ένα ομοιογενές σύνολο. Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό πρέπει να ανακαλύψουμε τις εσωτερικές σχέσεις της και τις βασικές αρθρώσεις της.
Το εισαγωγικό ποίημα παρουσιάζει το ποιητικό υποκείμενο, το οποίο μιλά εδώ, όπως και στην υπόλοιπη συλλογή, για τη δική του εσωτερική και εξωτερική πραγματικότητα και για τη θέση του στον κόσμο. Χαρακτηριστικοί είναι, από την άποψη αυτή, οι αρχικοί στίχοι:

 «Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;»
ρώτησε
«Ξέρω, είσαι ένα από τα επτά δισεκατομμύρια δίποδα του πλανήτη»
Αποκρίθηκε

Το διαλογικό αυτό σχήμα συνδηλώνει μια βασική στιγμή της ποιητικής έμπνευσης και παραπέμπει στη διπολική σχέση πομπός - δέκτης του μηνύματος. Πρόκειται για μια σαφή θέση και το υπόλοιπο της ποιητικής πορείας θα συνίσταται στη γνωστική  εκμετάλλευση αυτής της αρχικής παρουσίασης. Μόνο που οι ρόλοι του δέκτη ποικίλλουν στο έργο του Δουατζή  και παραπέμπουν σε μια συσσωρευτική τακτική, όπου το ποιητικό υποκείμενο διευθετεί τις «προοπτικές» μιας κατάστασης ή ενός ζητήματος σε ποιητικές σειρές και τις διασχίζει τη μια κατόπιν της άλλης.  Αυτό είναι το δέλεαρ, το οποίο προσελκύει το βλέμμα και την προσοχή του αναγνώστη. 
Ταυτόχρονα, ο λόγος κινείται πάνω σε δυο κλίμακες. Μια ρεαλιστική απεικόνιση της πραγματικότητας και στη συνέχεια μια ανατροπή. Το ποίημα δουλεύει με συνειρμικές εικόνες, οι οποίες εντίθενται η μια πάνω στην άλλη δημιουργώντας έτσι μια τεταμένη κατάσταση:

Έσκαγαν με  ήχους
λοιδορίας αποκρουστικούς
κομμάτια υπερφίαλων εγωισμών
επιταγές κάλπικων ευτυχιών
μετοχές ματαιωμένης χαράς
ομόλογα ανθρώπινων δραμάτων
δίψες και μάσκες δεκαετιών

Ο εκφωνητής εμφανίζεται να είναι τοποθετημένος σε ένα  χώρο: «στο νησί της Κυκλαδικής» του «μόνωσης». Αναλαμβάνει μάλιστα μια συγκεκριμένη αποστολή: να υπηρετήσει τα «πάλλευκα χαρτιά» που του εμπιστεύτηκαν οι πρόγονοι.  Με το μεταφορικό αυτό λόγο μάς παραπέμπει στην ποιητική λειτουργία, η οποία αποτελεί και το προσωπικό του στίγμα.  Ο πομπός λοιπόν του μηνύματος καταφάσκει την αξία της ποίησης και αναλαμβάνει μια πορεία, μια αναζήτηση που θα συνίσταται στην αποκάλυψη,  την οργή και την ελπίδα.
Οι στρατηγικές που εφαρμόζει είναι πολλαπλές. Όλη η συλλογή αποτελεί μια πανοραμική αναπαράσταση των πολιτικών, συγκινησιακών καταστάσεων, αλλά και των καταστάσεων πάθους στην Πατρίδα των καιρών. Η στόχευση του αφηγητή είναι ευρύτατη. Εμφανίζεται εδώ ένα πλήθος  Αντιμάχων που οδηγεί στην διάλυση και  την ανατροπή των αξιών:

Πώς σε κατάντησαν πατρίδα οι δημοκόποι
πώς...
με περιούσιο λαό χωρίς περιουσία
σε εξαπάτησαν με ψεύτικα φτιασίδια
σε κλείσανε στα τείχη τους
   (9)

Πόλεμος σου λέω, πόλεμος
χωρίς πυρομαχικά κι ομοβροντίες
στρατηγοί, τα γκρίζα κοστούμια
και τα κολλαριστά πουκάμισα
όπλα βαριά οι νέας γενιάς υπολογιστές
 (10)

Απεκδύθηκε ανθρωπισμού η ανθρωπότητα
την έπνιξε θάλασσα γκρίζα
μονοδιάστατων κερδοποιών διπόδων
(18)

Εντάξει, με απειλή
και φόβο κυβερνήσατε
με εργαλεία συμπεριφορών ατομικών
χειραγωγήσατε τη μάζα
(25)

Λόγος σκληρός, λόγος κοφτός, που βρίσκει άμεσα το στόχο του. Αυτό αποτελεί το πολιτικό στίγμα της ποίησης του Δουατζή. Δημοκόποι, τεχνολογία,  κερδοσκόποι, χειραγωγοί της μάζας, όλα έχουν σκοπό να καθιερώσουν ένα νέο αξιακό σύστημα, το οποίο αντιστρατεύεται το συμφέρον του συνόλου. Το ποιητικό υποκείμενο, μέσα από αυτή την οπτική, δίνει στη συλλογή μια εσωτερική συνοχή και ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ των συστατικών μερών της.  Επιλέγει σε προσωπικό επίπεδο ένα ρόλο, αυτόν του παρατηρητή του κοινωνικού γίγνεσθαι και ταυτόχρονα ομαδοποιεί τους ρόλους γύρω από έναν απειλητικό Αντίμαχο, ο οποίος με τις διάφορες μορφές του οδηγεί σε μια κατάσταση χάους.
Μπορεί η διάσταση αυτή να αποτελεί ένα από τα εύκολα ανιχνεύσιμα στοιχεία της συλλογής, αλλά δεν είναι το μόνο. Υπάρχει ένα εκτεταμένο πεδίο, το οποίο μας οδηγεί στη συγκινησιακή διάσταση, η οποία συνοδεύεται από μια συναισθηματική ένταση. Θα ανακαλύψουμε εδώ ένα συναισθηματικό και γεμάτο πάθος βάθος:

Ποιος να ακούσει ποιος
φοβισμένοι κι απειλούμενοι
κλείσαν ερμητικά την πόρτα
(6)

Πόσοι
σκοτωμένοι βαδίζουν στους δρόμους
πόσοι να ήξερες
άβουλοι, ρομπότ, νεκροί 
μες τα πανάκριβα κοστούμια
(12)

Παγώσαμε αισθήσεις και αισθήματα
αλληλεγγύη και κοινές επιδιώξεις
γίναμε εύθραυστη σκιά του εαυτού
μόνοι, ευάλωτοι και δυστυχείς
(16)

ως κι οι ποιητές, οι μουσικοί, τα χρώματα
χάθηκαν με τόση ερημία 
(23)

Έχουμε αρχικά μια συναισθηματική αφύπνιση του υποκειμένου. Η ευαισθη-σία του ξυπνάει. Η αναστολή της δράσης αποκαλύπτει νέες καταστάσεις. Η κόπωση, η δυσφορία και η υποταγή σε νέους κανόνες και ρυθμούς προσελκύουν την προσοχή του αφηγητή. Η διάψευση και η δυσαρέσκεια επικρατούν. Τα στοιχεία αυτά αποτελούν τις βασικές συνισταμένες για την έκρηξη του θυμού, ο οποίος μπορεί να οδηγήσει σε επιθετικότητα.
Αλλά πριν εξετάσουμε αυτή την κατεύθυνση του έργου, μπορούμε να ανι-χνεύσουμε μια άλλη ουσιαστική παράμετρό του. Μιλάμε ουσιαστικά για τη συμβολή των συναισθηματικών (θυμικών) καταστάσεων  στην εικονοποιία του Γιώργου Δουα-τζή ή πιο απλά για τη διάσταση του πάθους. Δεδομένου ότι το πάθος συσχετίζεται με τις καταστάσεις της ψυχής παρά με τη δράση, δεν υπακούει στο σχήμα των σχημάτων της αφηγηματικής αναζήτησης.  Έτσι η θετική ή αρνητική αξιοθέτηση των αξιών  ε-ξαρτάται από το ευφορικό ή δυσφορικό πλαίσιο σκέψης του υποκειμένου:

Τούτος ο κόσμος με πνίγει
αυτός που έρχεται με σκοτώνει
μη σας γελάει η ραγισμένη μου φωνή
ίσως να μην υπάρχω

Μιχαήλ Αγγέλου χέρια
απλωμένα χωρίς αφή
τα όνειρά μας
 (15)

περίκλειστοι σε αστραφτερά οχήματα
σαν χάντρες, καθρεφτάκια των ιθαγενών
χάσαμε ανατολή και σούρουπα
ορίζοντες κι ελπίδες
(16)

Εύκολα ανιχνεύει κανείς εδώ ένα «πλεόνασμα» συναισθηματικής έντασης. Τα πάντα είναι χαμένα. Η αίσθηση της απώλειας, του κενού κυριαρχεί. Τα γεγονότα δεν εξετάζονται από την άποψη της αποτελεσματικότητάς τους, αλλά από την άποψη του βάρους, το οποίο έχει η παρουσία τους. Τα ποιήματα αυτά προσδίδουν βαρύτητα στην απουσία  ποθητών αντικειμένων, αξιών δηλαδή για τις οποίες αξίζει να αναλάβει κανείς δράση. Αλλά το ποιητικό υποκείμενο δεν σταματά εκεί:

Και πες μου
θέλω να μάθω την αλήθεια
πόσα χρόνια μετά, τι;
 
Θα μάθω κάποτε
αν είναι πολύ αργά;
 
Τελικά ήταν σωτήριοι
τόσοι πολλοί μικροί θάνατοι;    
(20)

Γιατί δεν κάνεις κάτι;
Πώς δεν κάνω. Περιμένω.
(21)

Τι να τραγουδήσω, τι
αναρωτήθηκα
ώρα δύο με φεγγάρι ολόγιομο
απλώθηκαν τα χέρια σε αγκαλιά 
στάζουν αρώματα τα ασπρόρουχα της γης
(5)

Ο αφηγητής ενδιαφέρεται να καθιερώσει την αλήθεια μια για πάντα, προ-σπαθώντας με αυτόν τον τρόπο να εξουσιάσει τη συναισθηματική αβεβαιότητα. Είναι σημαντικό να ανακαλυφθεί μια αλήθεια στην οποία  μπορεί να πιστέψει. Αλλά αυτή η αλήθεια, για να θυμηθούμε τον Stendhal, είναι πραγματικά μόνο ένας στεναγμός, ο οποίος γίνεται πιο έντονος μέσα στην ομορφιά της φύσης. 
Όλες λοιπόν αυτές οι συναισθηματικές καταστάσεις θα μπορούσαν να οδη-γήσουν σε μια έκρηξη θυμού;  Η απάντηση έχει πολλές παραμέτρους.

Α, πόσα ποιήματα χρειάζονται
για να στεγάσω τους αδύναμους

πόσα παραμύθια για να διώξω
θεριά και δράκοντες αληθινούς

πόσες αλήθειες για να αφανίσω
ηγέτες κάλπικους απατηλούς

πόσο κουράγιο για να σηκώσω
το βάρος μιας σε βάθος αυτοκριτικής

πόσος πόνος για να κοιτάξουμε
μαζί κατάματα το φως
(4)

Θα νόμιζε κανείς αρχικά ότι ο θυμός του αφηγητή θα οδηγούσε σε μια πα-ραίτηση, σε μια απογοήτευση λόγω του μεγάλου έργου το οποίο πρόκειται να αναλά-βει.  Εξάλλου έχει και ο ίδιος τις αμφιβολίες του:

Γιατί να σε ξυπνήσω 
όσο μένεις υπήκοος
δεν  γίνεσαι πολίτης
(22)

Αλλά όλα αυτά συμβαίνουν σε επίπεδο επιφάνειας. Σe επίπεδο βάθους ση-μαίνουν ότι το ποιητικό υποκείμενο θα αναλάβει το δύσκολο έργο της ανασημασιο-δότησης των πραγμάτων· τη μετατροπή του δυσφορικού σε ευφορικό. Για να το πε-τύχει πρέπει να είναι προικισμένο με τρεις ικανότητες: τη θέληση, τη γνώση και τη δύναμη. Αυτή την κυριαρχία του θέλω παρουσιάζει ανάγλυφα το παρακάτω ποίημα:

Θέλω
να παραβγώ
με το αετίσιο βλέμμα
που ξεπερνάει τους ανθρώπους

να φύγω
πέρα από τις γραμμές των οριζόντων

να φωνάξω
για την ζωοδότρα πλανητική πατρίδα

να διηγηθώ
στιγμές διάλυσης
θρύλων ολόκληρης ζωής
δοξασιών και εύθραυστων
μύθων
(21)

Το ποιητικό υποκείμενο θέλει και γνωρίζει τι να κάνει. Η στόχευσή του μά-λιστα υπερβαίνει τα ανθρώπινα και αποκτά μια διάσταση συμπαντική.  Έτσι, στο τέλος της ποιητικής σύνθεσης ανακαλύπτουμε ότι ο αφηγητής αναλαμβάνει μια αποστολή αφύπνισης, η οποία ενέχει το στοιχείο της ελπίδας και της προσδοκίας. Η οπτική του εδώ είναι συγκεκριμένη. Το ποιητικό υποκείμενο επιλέγει το καλύτερο δείγμα για να μας παρουσιάσει τις θέσεις του. Επιλέγει, επικεντρώνεται, γνωρίζει και παραπέμπει σε δράση. Θα την έλεγα στρατηγική εκλογής:

Μην ξεχνάς σου λέω μην
και είναι άγια η προτροπή
αφού

έτσι προστάζουν οι Ποιητές
οι ανάγκες, η δίψα, οι ελπίδες
όσοι απέμειναν άνθρωποι
τα αγέννητα, τα τωρινά παιδιά
έτσι προστάζουν
 
Να ήξερες με πόσο
λίγη αγάπη
θα άλλαζε ο κόσμος...
(43)

Τη μια στιγμή το υποκείμενο είναι χαμένο στους προβληματισμούς του και  έπειτα έρχεται η επίγνωση και όλα γίνονται σαφή. Το ίδιο το ανεπάντεχο της αποκάλυψης γίνεται έτσι ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα της έντασης, καθώς και της έκτασης της δράσης. Έχουμε εδώ μερικές από τις βασικές παραμέτρους της ποίησης του Γιώργου Δουατζή, τους «Ποιητές»,  «τα αγέννητα, τα τωρινά παιδιά», την ελπίδα και την «αγάπη». Τελικά αποστολή της ποίησης για τον Γιώργο Δουατζή είναι η αποκάλυψη ενός ζοφερού τώρα και η δημιουργία παράλληλα ενός καλύτερου αυριανού κόσμου. Σ’ αυτό το εν εξελίξει γίγνεσθαι συνυπάρχουν η πολιτική οπτική, η συναισθηματική αφύπνιση και η διάσταση του πάθους.

Η ενασχόληση με την «Πατρίδα των καιρών», με την Ελλάδα δηλαδή στη διαχρονική της πορεία, αποκάλυψε τις πολλαπλές διαστάσεις της και την εσωτερική της συνοχή. Σηματοδοτεί μια στροφή προς τον πολιτικό λόγο. Η πολιτική διάσταση της ποίησης του Γώργου Δουατζή, αποτελεί ασφαλώς μια συνέχεια και μια εξέλιξη της πολιτικής ποίησης και παραπέμπει σε βασικούς εκπροσώπους της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς (Λειβαδίτη, Αναγνωστάκη).

Ταυτόχρονα, το έργο διανθίζεται από τις συναισθηματικές εντάσεις και την κυριαρχία των καταστάσεων της ψυχής. Ένα δυσφορικό πλαίσιο θα δώσει τη θέση του σε μια ευφορική προοπτική. Ο θυμός και η απογοήτευση θα οδηγήσουν τελικά όχι σε μια διάθεση εκδικητική, αλλά στην προσδοκία ενός καλύτερου κόσμου. Η ποιητική σύνθεση επομένως δεν έχει μόνο ένα στίγμα, αλλά είναι, για να θυμηθούμε τον Barthes, πληθυντική, δηλαδή πολυσχιδής. Κατά τη γνώμη μας μάλιστα αποτελεί ένα σταθμό και μια κορύφωση στην ποίηση του Γιώργου Δουατζή, η οποία αποκτά τώρα νέες διαστάσεις.  Το γεγονός αυτό επιβάλλει να ξαναδούμε με νέα ματιά την έντονη παρουσία του στο ποιητικό γίγνεσθαι της εποχής μας. Τελικά το ποιητικό υποκείμενο υπερβαίνει καταστάσεις στερήσεων και πτώσεων για να οδηγηθεί σε ένα πανόραμα ελπίδων και προσδοκιών. Αυτό είναι το κυρίαρχο θέλω του, το οποίο θα τραβήξει την παραμορφωτική κουρτίνα του σήμερα  για «να μπει άπλετο φως χαράς/
στα μάτια των ανθρώπων».

Απόστολος Μπενάτσης
Επίκουρος Καθηγητής
Θεωρίας και Ερμηνείας
της Λογοτεχνίας
Πανεπιστημίου Ιωαννίνων