Εκτύπωση του άρθρου
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ
11 τόποι για ένα 1 καλοκαίρι της Ιουλίτας Ηλιοπούλου

 εκδόσεις «Ύψιλον», σελ. 86.
 
             «Παλιά καράβια που ακόμη ξεφορτώνουν θάλασσα»
      (Από το βιβλίο, σελ. 58)
 
     Πρόκειται για το πέμπτο ποιητικό της βιβλίο. Προηγήθηκαν κατά σειράν και από τις ίδιες πάντα εκδόσεις τα εξής: Καλούς Ενιαυτούς Μάρκο(1987), Δίγαμμα(1992), Ευχήν Οδυσσεί(1997) και Από το Ένα στο Δύο(2000). Εδώ οι τόποι είναι πολλοί και συγκεκριμένοι. Αναγνωρίζονται εύκολα, διότι συνέχονται από την αυτή ζείδωρη ορμή, την αυτή εγγενή ποιητική-εικαστική προοπτική, την αυτή μνημονική ένταση. Η σωρεία των συναφών δεικτών, οι έμμεσες και οι άμεσες αποτυπώσεις των πρωτευόντων χαρακτηριστικών τους, η συνεπής ονοματολογία και βεβαίως η εξύψωση τους σε διακεκριμένα τιμαλφή συμβάλλουν αποφασιστικά στην κωδικοποίηση των Τόπων-Ινδαλμάτων. Οι τελευταίοι θέλω να πω αναδεικνύονται σε Αγαθό. Ένα ιδιαίτερο γεωγραφικό ήθος επιβάλλει διακριτικά τις ποσότητες και τις ποιότητες του.  Όνειρα, επιθυμίες, ανταποκρίσεις από τον ένδον στοχαστικό βίο επιδιώκουν επίσης από την πλευρά τους, πάση θυσία, να συν-εκτεθούν.  Έστω για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής τα εξής: «Μικρά, πολύχρωμα της μουσικής τετραγωνάκια / Πλακόστρωτα, που όταν τα πατάς καινούργιοι σπάζουν / Στον αέρα ήχοι […]Και κάτω μακρυσμένες χλόες / Χάδια σαν σιωπές, σ’ ένα τεράστιο που όλο και στριφογυρνά / Τους βόμβους καφενείο…/Δίσκοι με ποτηράκια και γλυκά, χρυσές επιγραφές / -Κρυφά μετρούν ρολόγια ποιαν αλήθεια;- / Λες μουσική / Μια ορτανσία ροζ κι απ’ το παράθυρο μισανοιχτή /  Μεγάλη σόμπα πορσελάνη με γράμματα τόσο λεπτά / Ζ ά λ τ σ μ π ο υ ρ γ κ του χίλια εννιακόσια πάντα!» ( Ιδέτε «Η πόλη της μουσικής», σελ. 75)
        Διευκολύνοντας συγχρόνως την όλη αναγνωστική πρόσληψη, ο λόγος ακολουθεί ένα επαρκές  μουσικό θα μπορούσα να ισχυρισθώ σχέδιο. Οι ειδικοί τονισμοί, οι επαναλήψεις, οι αντιθετικές ή σύμμετρες αναπτύξεις, οι σύντομες φούγκες, οι απαραίτητες παύσεις, τα αναγκαία πρελούδια και οι περίτεχνες εισαγωγές στο κυρίως θέμα διαμορφώνουν το ειδικότερο αισθητικό πλαίσιο εντός του οποίου η εξατομικευμένη, σαφώς ταξιδιωτική εμπειρία αναπτύσσεται ακωλύτως. Η συγκεκριμένη αυτή χωροταξία αντιπαρατίθεται κατά τρόπο εμφανώς αντιστικτικό σε μια φαντασιακή προέκταση της λεγομένης εξ αντικειμένου πραγματικότητας.  Τόπος και ου – τόπος καλλιγραφούνται σε ισότιμη βάση. Μάλιστα ο δεύτερος δεν έχει να υστερήσει από πλευράς αλκής και ρώμης ουδόλως από τον πρώτο. Η ποιητική ιδέα συγκεντρώνεται στους δύο αυτούς πόλους χωρίς να χάνει ποτέ την έντασή της. Οι λεπτομέρειες αξιοποιούνται στο βαθμό που εξυπηρετούν αποτελεσματικά την επικυρίαρχη σύνθεση. Το εκκρεμές έλκεται αενάως από το υπαρκτό και το μετά-υπαρκτό αενάως. Παραδείγματος χάριν τα εξής:   «Φωτογραφίες και χάρτες / Διπλωμένο τ’ απόγευμα / Στα κλειστά μάτια του γάτου: / Άκρη άκρη τα τείχη / Που πατάει μόλις το φως / Και ξανά ονειρεύονται / Του μικρού Μίνωα τα’ ανοιγμένα παλάτια / Μπλάβες, καμπανούλες, δίκταμα / Ο κρίνος κι ο έλυμος, μόνος, του βράχου / Πορφύρες σ’ ένα αιώνιο λίκνισμα / Κι ανάμεσα μισοφέγγαρα / Για τη μικρή σαρσέλα της νύχτας / Να σταθεί, μια στιγμή, στα ρηχά / Να μαντέψει-λέξεις /Λέξεις που έστησαν / Μιας σκάλας ατέλειωτης το κρυφό παραμύθι / Σταγόνα, πάχνη, χάδι εδώ ή Θεός / Ο πρόγονος του δικού σου τοπίου / Στα κλειστά μάτια του γάτου – Θα επιστρέφει…» (Iδέτε «Το νησί των κορυφών», σελ. 41).
   Βέβαια οι εμμονές στην εξειδικευμένη μελέτη-αναδίφηση-αναπαράσταση του περιβάλλοντος χώρου, μαθηματικά προκαθορισμένου, αλλά και του ιδεατού παραπληρώματός του, εντοπίζονται σε ό, τι έχει χρονικά καταθέσει στο χώρο των απαιτητικών εμπεδώσεων του δημιουργικού λόγου η Ιουλίτα Ηλιοπούλου. Το περιβάλλον θα ανιχνεύεται συνειδητά σε όλες τις πτυχές και αποχρώσεις του, θα κωδικοποιείται και αρκούντως θα εξανθρωπίζεται. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο τα τοπία παραμένουν διαρκώς ενυπόστατα, φωτιζόμενα από μια σταθερή λάμψη αυτοεπίγνωσης. Η επανεξέτασή τους αποβαίνει κατά συνέπεια πολλαπλώς χρήσιμη: το εγώ μαθαίνει εν τέλει τον εαυτό του και σε ένα ικανοποιητικό βαθμό τον άλλο. Το έξω και το μέσα είναι όψεις του ίδιου νομίσματος. Αντιπαραβάλλω ενδεικτικά τα εξής:  «ΑΓΚΑΘΙΑ γύρω – κι η θάλασσα μακριά λες – να’ ρθει άσπρο φαρμάκι – βιγόνιες τα’ ουρανού – ροζ νύχτα βαθιά φύλλα πιο μπλε- χαμηλά ως μες μες στα σεντόνια – ο κρότος της αυλόπορτας – Σιωπή – να γυρίσει στο πλάι άνεμος πράσινος – ο καιρός – να με πάρεις.» και «Η μία μέσα στην άλλη Ασία ξετυλίγεται με κάπνες με θολωτά λουτρά και μαστιχόδεντρα.» (ιδέτε Δίγαμμα, σελ. 19 και Από το Ένα στο Δύο, σελ. 27, αντιστοίχως), σε σχέση με το εξής: «Πετράδια χρώματα / Από της νύχτας το βυθό, βουτώντας / Κι ανασύρεται αργά / Μια κάμαρη τεράστια, χωρίς τη στέγη / Με τοίχους πάλλευκους / Κι επάνω των αγγέλων τις φωνές ζωγραφισμένες. / Κλείνουν κι ανοίγουν λουλούδια-τσιγαρόχαρτα / Φτερούγες γαλανές κι ακατανόητα σχήματα / Μιας γραφής που δεν διάβασαν / Παρά μες στο φιλί τους κάποτε οι ερωτευμένοι- Υπνοβατώντας αργά ο ένας μέσα στου άλλου / Τα όνειρα.» (Ιδέτε «Αρχαίο τοπίο με θάλασσα» της κρινόμενης συλλογής, σελ. 27).
         Η Ιουλίτα Ηλιοπούλου έχει αποδείξει προ πολλού ότι σέβεται τα προσφιλή της υποκείμενα-αντικείμενα: τα πλησιάζει με σύνεση και δέος μαζί. Με τους 11 τόπους για 1 καλοκαίρι απλώς επιβεβαιώνει μια ακόμη φορά την επάρκειά της, την προωθημένη της άσκηση στη διακριτική διάσωση του παρεπόμενου συγκινησιακού φορτίου.
 
 Γιώργος Βέης