Εκτύπωση του άρθρου

ΕΦ’ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΥΛΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΥΛΗΣ

Αντώνης Φωστιέρης, Τοπία του Τίποτα, εκδ. Καστανιώτη 2013

Γράφει: ο Γιάννης Κουβαράς


Δέκα χρόνια  μετά την Πολύτιμη λήθη (2003)  ο Α.Φ. συνεχίζοντας ακάματα το ένδον σκάπτε στα έσω τοπία και εξορύσσοντας  ό,τι καλόν, συγκεντρώνει  νέους πολύτιμους λίθους στην  παρούσα συλλογή (περι-συλλογή μάλλον, δεδομένου του αναστοχαστικού χαρακτήρα της ποίησής του, καθώς νοεί ‘Το ποίημα..Ρυθμικά/σκεπτόμενο/αίσθημα’ αλλά και με την έννοια ότι περισυλλέγει/ περιλαμβάνει και περί τα δέκα ποιήματα παλαιοτέρας κοπής,  ερανίζοντας  ποιήματα άνθη του καιρού από  δεκαετίες  που προνοητικά και σοφά  άφηνε στο περιθώριο άλλων συλλογών του για να στεφανώσει τώρα  αφενός τη συγκεντρωτική έκδοση του 1975-2005 κι αφετέρου να τη συνδέσει και να την προεκτείνει ως έργω εν προόδω. Παρά το μεγάλο χρονικό άνυσμα των ποιημάτων μεταξύ τους (1978-2013)  φαίνονται όλα ομόχρονα , άρτια,  ώριμα εξαρχής, παλιά κρασιά σε νέο βαρέλι συναγμένα στάγδην. Δεν διακρίνω  ρυτίδες σε κανένα από τα πρώιμα (ίσως που παλεύει τόσα χρόνια με το άχρονο, παρακάμπτοντας το εφήμερο κι επίκαιρο), κάτι που φέρνει πολύ κοντά το μακρινό 2042 που αναρωτιέται  αν ανάψει κανείς κερί τότε στο Μνημόσυνο γέννησης.

Η εσωτερική  περιπλάνηση του Α.Φ. (γεν. 1953) που άρχισε με Το μεγάλο ταξίδι 1971 και το Εσωτερικοί χώροι ή τα είκοσι 1973, περνώντας από σαράντα κύματα και με πυξίδα το ‘πάντα  υψηλή η σκέψις σου να μένει’ συμπλήρωσε ήδη τεσσαράκοντα έτη  διακονίας με μικρές και μεγάλες εκπλήξεις, κινουμένη στους οικείους και κατακτημένους του χώρους με το νυχτοτριβείο του να δουλεύει ασίγαστα, διαλογιζόμενος πάνω στα μικρά και μεγάλα του βίου και του χρόνου, ξεκουκίζοντας ψήγματα ομορφιάς από το σάρμα εική του κόσμου, παραμένοντας  ένας από τους σταθερούς και αξιόπιστους συνομιλητές του εφέστιου της φωτιάς και κλειδούχου του μεγάλου Εφέσιου. Με πάντα ελεγχόμενη τη συγκίνηση κι αποσταγμένο το αίσθημα από τα φίλτρα του λόγου, σε μόνιμο συναγερμό η διαίσθηση και οι αισθήσεις, με προεξάρχουσα την ακοή χαρτογραφεί τα τοπία του τίποτα και του παντός, της μνήμης και της ανάμνησης, έκδοτος στον ίλιγγο των υπαρξιακών βαράθρων  κι αναπεπταμένων πεδίων, στο πένθος και στην χαρμολύπη, στον διαλογισμό , στην αποίκηση της οντολογικής ερημιάς αλλά και στην τύρβη της πόλεως, εξίσου στην αγκαλιά της φύσης (χλωρίδας και πανίδας, από όπου υλοτομεί συχνά έξοχες μεταφορές, παρομοιώσεις κι άλλα χρειαζούμενα της δουλειάς του), με συχνή χρήση των παρενθέσεων (συχνότερη από λχ. στον Αναγνωστάκη), εστιάζοντας συχνά και στη γραφή ως πεπρωμένο , στις δυσκολίες πολιτευομένου της, στην αυτοαναφορικότητα (η ποίηση, όπως το χταπόδι αν δεν βρίσκει τροφή τρώει τα πλοκάμια του, βρίσκει έμπνευση στο να αυτοπροσδιοριζεται κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία),  περνώντας τον πόνο από τη βελόνα του στίχου, ξέροντας να αξιοποιεί και το τίποτα, να ανακυκλώνει, να μεταποιεί  το περισσό σε ποίηση.

Η ποίησή του έχει στέρεο έρμα, φιλοσοφικό βάθος και βάρος, ανοίγει διάλογο με τον αναγνώστη μαντεύοντας τις απορίες του, τις αντιρρήσεις του, ώ τα παρήγορα ερωτηματικά της, αεί μαθητευόμενη της γραφής, διδάσκεται αεί υπ’ αυτής κι εμπνέεται, πολιορκητής του άρρητου κι εκπορθητής. Μινιμαλιστής, χαράσσει ζωγραφιές πάνω σ’ ένα κόκκο ρυζιού, αμετανόητος γλωσσαλγός καταδύεται στο μεδούλι των λέξεων, λάτρης της καρκινικής γραφής (θα την επινοούσε κι αν δεν υπήρχε), με στάσεις στην Ιστορία (αρχαία, μεσαιωνική κ.α), θηρεύοντας το απρόβλεπτο, στην ‘έκφραση’, μελετώντας την εικαστική γλώσσα.

Μεγάλος παρηγορητής ( Το τίποτα δεν είναι τίποτα) με το σχετικισμό του, με σημαδούρες στο μέλλον (λ.χ. το κομμένο χέρι του Κυναίγειρου) που το καθιστούν πλωτό, οι Χαρτοπαίχτες του μας κάνουν συμπαίκτες στο συμπαντικό παιχνίδι , σε παιχνίδι που όλοι κερδίζουν, τι να πρωτοκατοικήσει κανείς,  Το κελί του, τι να πρωτοχωρέσει; Η Αμοργός του με φέγγος αναγεννημένης νοσταλγίας, απίστευτη ευτοπία,  ακουαρέλα, υστερόγραφο στην ταξιδεύουσα Αμοργό του Γκάτσου. Η Θηλειά  με τις δυο έξοχες όψεις-χωρίς να φαίνεται πουθενά ραφή  και τέντωμα (τόσο αβίαστη και φυσική η ομοιοκαταληξία της), ό,τι καλλίτερο, μάστορας του παλιού, δαμαστής των κυμάτων του ελεύθερου, ξεκαπίστρωτου στίχου.  Ακόμη η μονολεκτικότητα  των περισσοτέρων τίτλων των ποιημάτων προσημαίνει τη λεκτική λιτότητα του σώματος του ποιήματος (τίποτε δεν περισσεύει). Συχνή η επιγραμματικότητα, ξερονήσια στη θάλασσα της ματαιότητας , να ξαποσταίνει ο ταξιδεύων νους, fragmenta Μετασωκρατικού, υλικά οικοδομών γέφυρας για τον επόμενο αιώνα. Χαριτωμένα τα ελληνικά του,  μάγος της αποκωδικοποίησης, πλοηγός της άνω και κάτω οδού, θαυματοποιός στο ΜΗ ΜΟΝΑΝ ΟΨΙΝ, κερδίζει στην τράπουλα της γλώσσας, εμπλουτίζοντας περαιτέρω την καρκινική γραφή.

 Οι απόπειρες των ποιητών να ορίσουν το αόριστο, ποιήματα-χαϊμαλιά, τάματα (χρυσά, ασημένια, χάλκινα) στην Μαντόνα/Μεγαλόχαρη της Ποίησης. Ο Α.Φ. την ποίηση νοεί ως ‘ελιξήριο λέξεων’, έτσι με τα φάρμακά του μπορούμε να θεραπεύουμε τις μέρες μας έστω  ‘για λίγο’ (Καβάφης), καθώς κάποια από τα εμβληματικά του ποιήματα λ.χ. το ακροτελεύτιο Πρώιμος αποχαιρετισμός μας κάνει να νιώθουμε προσωρινοί ένοικοι  της αιωνιότητος.