Εκτύπωση του άρθρου

 

 

  1. Δ. Αγγελής, Σχεδόν βιβλικά (Πόλις)

ΕΡ: Αναδιφώντας εικόνες και κείμενα τι επιδιώκει να ανασυνθέσει ο δημιουργός σας;
ΑΠ: Πάνω απ’ τα σύννεφα της πόλης μας υπάρχει μια άλλη πόλη δεμένη με σκοινιά. … υπάρχουν πολλές ανεμόσκαλες, καταπακτές και άλλοι κρυφοί τρόποι για να βρεθείς στην πάνω πόλη

ΕΡ: Τι είναι η ανάγνωση και η γραφή για εκείνον;
ΑΠ: Ένας πειρασμός γκρεμού και κήπου ανεξάντλητου /όλο μηλιές κι άπιαστες άκρες ποιήματος.

ΕΡ: Τι είναι η περιπέτεια της γραφής;
ΑΠ: Παγερό ρεύμα της ερημιάς, αντικήπος. Εξημερωμένο βόσκει το φως πλάι στον χωματόδρομο που οδηγεί στο άσυλο.

ΕΡ: Τι είναι ποίηση;
ΑΠ: Μάταιες, μάταιες λέξεις, κανείς δεν απαντά, μόνο τα ούλα μου σήμερα το πρωί έσταζαν αίμα.

ΕΡ: Τι φρονεί για τις όλες τις άλλες, συγκλίνουσες και επικουρούσες την γραφή του τέχνες;
ΑΠ: «Κάθε έργο τέχνης είναι μια μοναξιά υπό κατασκευή» είπε ο Θεός μες στο ιδιωτικό σκοτάδι του πριν αρχίσει την εξαήμερη δημιουργία του.

Ο Δημήτρης Αγγελής κεντά στην ύφανσή της γραφής του ένθετες  λέξεις, διαλεγμένες για εφέ πολύεδρων συλλογισμών σε σκοτεινό λόγιο φόντο.

Γενικά, χρησιμοποιεί τις  λέξεις ως δομικό υλικό για αναθηματικές κατασκευές στις οποίες προβάλλονται, με ιερατική επισημότητα, μετεικάσματα βιβλικών ή μυθιστορηματικών προσώπων και, σπανιότερα, ζώντων και οικείων.  Η εικονοποιία  του μνημειώνει άνυδρα τοπία και μοναχικά δωμάτια όπου, απομονωμένος, επιχειρεί να διαχειριστεί εν ψυχρώ λάβα Αποκάλυψης ή  σκηνοθετεί ταχυδράματα με σκηνικά απωλεσθέντος Παραδείσου.

Ο λόγος του γίνεται συχνά πυκνά αποφθεγματικός. Πολλά από τα ποιήματα του βιβλίου αντανακλούν χρώματα καθώς – όπως διαβάζουμε -  σε πρώτη τους εμφάνιση συνόδευαν πίνακες σε έκθεση ζωγραφικής. Όντως είναι «σχεδόν» όχι μόνο βιβλικά, αλλά και σκηνοθετικά και ζωγραφικά και φιλοσοφικά…
 

  1. Δ. Καψάλης, Μαύρη καγκελόπορτα (Άγρα)

ΕΡ: Τι είναι για τον δημιουργό σας ο σπινθήρας της έμπνευσης;
ΑΠ: …μια σκέψη / που παίρνει τη μορφή του αναγκαίου / κάνοντας τ’ ανεξήγητο να λάμπει / μέσα στο τετριμμένο. Φτάνει τόσο.

ΕΡ: Ποια σκέψη;
ΑΠ: Πόσο σκληρή και πόσο θλιβερή/ είναι στ΄ αλήθεια η σκέψη ότι όλα / γίνονται εντέλει για να καταλήξουν / σ’ ένα βιβλίο, έναν μεγάλο τόμο / και πως θα έρθει κάποτε μια μέρα / που θα καεί κι αυτός, θα γίνει στάχτη / μαζί με ό, τι υπήρξαμε και ό, τι / καταπιαστήκαμε να φτιάξουμε

ΕΡ: Τι υπήρξε πάντα γι αυτόν η ποίηση;
ΑΠ: Μια δύναμη που με τραβούσε / αντίθετα προς τη φορά του φόβου: / μια άνωση σχεδόν σαν προσευχή / μια αντίστροφη βαρύτητα προς τ’ άστρα.

ΕΡ: Πώς εξηγεί τον λόγο για τον οποίο γράφει;
ΑΠ: Ίσως γιατί αισθάνομαι κι εγώ / σαν να κρατώ μια τσάντα με ιστορίες / δικές μου ιστορίες και των άλλων / που μου τις εμπιστεύτηκαν για να’μαι/ ο περιούσιος αφηγητής / και μελαγχολικός τους μεταδότης

ΕΡ:  Πώς συνθέτει λοιπόν τις ιστορίες τις δικές του και των άλλων;
ΑΠ: Με λίγα λόγια (όχι τα δικά τους) / εσύ ξεχνάς μα εκείνοι σε θυμούνται.

Ο Διονύσης Καψάλης ποιεί Ποίηση ουσίας, διακριτού μεγέθους. Βιωμένη, καλλίρροη, λογία (ιδίως στα αφηγηματικά ποιήματα) -αλλά καθόλου άψυχη, που περιγράφει  με ακρίβεια τα ανθρώπινα και προσεγγίζει με ταπεινοφροσύνη  ό, τι υπερβαίνει τη νόηση.  Οικεία ποίηση που σε καλεί να ανοίξεις την μαύρη της καγκελόπορτα και να περιπλανηθείς  στον κήπο της, τον χλοερό και φωτεινό - και τόπους τόπους βαθύσκιωτο.  Που καλεί αμερόληπτα τους πάντες: και τον αναγνώστη, αλλά και τους αθέατους επισκέπτες της νύχτας, εκείνους που έμειναν έξω από τη ζωή ή τα βιβλία τους καθυστερώντας λίγο ακόμα – να καταφεύγουν, σωσμένοι προσωρινά, σ’ έναν ατελή, στα ανθρώπινα μέτρα παράδεισο.

  1. Β. Λαλιώτης, Τα μαύρα του Γκόγια (Ενδυμίων)

ΕΡ: Γιατί ταλανίζετε τόσο τον ποιητή σας ώσπου να σας συλλάβει;
ΑΠ: Γιατί η ποίηση είναι άλογο στην εθνική οδό / λυτό να σκάει μύτη όποτε γουστάρει / πάντα εν κινδύνω κι όχι με χειροτονία /εξ αγχιστείας πάντα και σε πείσμα όλων μας.

ΕΡ: Τι είναι η ποίηση γι αυτόν;
ΑΠ: Εγγύτητα σε απόσταση άστρου από ανθρώπους και πράγματα, και το ενδιάμεσο λέξεις από μητέρας.

ΕΡ: Έχει ανακαλύψει κάτι για την ποίηση που θα ήθελε να το μοιραστεί;
ΑΠ: Πως οι λέξεις είναι κάτι ζώα λυτά και άγρια / με δυσκολίες κοριτσιού που θέλει και φοβάται των κορμιών τον έρωτα / πως δεν έχει έλεος αυτή η απόσταση ανάμεσα στο αμεταποίητο του βίου / και την αποποίηση που ζητά να καλύψει / την αταξία του ορατού στη σύνταξη ενός αόρατου

ΕΡ: Τι φρονεί για τους ομότεχνους;
ΑΠ: Τι πενθείτε εν ποιήσει μαζικώς ωρέ, Ελληνίδες και Έλληνες

Ο Βασίλης Λαλιώτης μας δίνει ένα ποιητικό βιβλίο το οποίο είναι ένας, εν πολλοίς άναρχος, συνωστισμός αγωνίας, θυμού, ιδεών, καταγγελιών, υψηλών συλλήψεων, αλλά και ευαγγελισμών, σε γραφή πυκνή, λίγο ακατέργαστη (καθώς ο ποιητής επείγεται να τα πει όλα), αλλά δυναμική και άμεση.

Συχνά η εν λόγω γραφή είναι αυθάδης και προκλητική, ακόμα και απαράδεκτη, αλλά έτσι οφείλει να είναι, εφόσον εκφράζεται ως ζωντανός οργανισμός με τις κραυγές, τις χειρονομίες, τις εκκρίσεις και τις οσμές του.

Το χαρακτηριστικό αυτής της ποίησης είναι η ειλικρίνεια και η διαφορετικότητα της: στο πεζό υλικό που χειρίζεται με καθημερινό λόγο, συμβαίνει συχνά μια αυθόρμητη μετουσίωση σε γνήσια ποιητικά  ξαφνιάσματα.

  1. Ε. Γιαννάκη, Η αλφαβήτα των πραγμάτων (Μελάνι)

ΕΡ: Πώς άρχισε να γράφει η δημιουργός σας;
ΑΠ: Πώς είναι να μαθαίνεις νήπιο το αλφάβητο με εικόνες; / έτσι και τα πράγματα / απαιτούν από τη γλώσσα / μιαν άλλη τοιχογραφία.

ΕΡ: Ξεκίνησε λοιπόν ακολουθώντας πλήθος ομότεχνων, προγόνων και σύγχρονων. Πώς;
ΑΠ: ….τυφλοί απ’ την αντηλιά /Για μια χώρα που υπήρχε μόνο στα χαρτιά / τραβούσαμε

ΕΡ:  Γιατί αισθάνεται πως πρέπει να γράψει;
ΑΠ: Στις ξερολιθιές φυτρώνουν παπαρούνες / σαν τις λέξεις που έχεις μόνο ακουστά /να πεις πώς γράφονται δεν ξέρεις

ΕΡ: Τι επιδιώκει;
ΑΠ: Ψάχνω να βάλω λίγη φαντασία στο ποίημα /πράγμα. Πουλί/ πέτρα/μήλο/χορτάρι / και να ουρλιάξω/ στο/ πράγμα/πουλί/πέτρα/μήλο/χορτάρι/ δεν υπάρχεις

ΕΡ:  Τι φρονεί για τους ποιητές;
ΑΠ: Ο ποιητής είναι θαμών / όχι στρουθίον μονάζον επί δώματος / μα πουλάκι που ανιστορεί / πως βγήκε από τον Άδη /κι είπε ένα τραγούδι εν ονόματι του χώματος.

Η Ε. Γιαννάκη προσεγγίζει προσεκτικά, με σεβασμό και πάθος τα ελληνικά, τη γλώσσα και την ιστορία για να μάθει την «αλφαβήτα των πραγμάτων». Μ’ αυτά τα όπλα, κατορθώνει να συλλάβει τον ίσκιο του πραγματικού, να τον διυλίσει και να τον ανασυνθέσει ως ποίημα. Εμπνέεται από εικόνες πραγματικές ή από τον σκοτεινό θάλαμο της μνήμης ή από το μισοΰπνι και τις ανασυσταίνει σε άλλη ζωή.

Πατά σε σίγουρες πατημασιές άλλων που προηγήθηκαν, αλλά έχει ήδη δομήσει το δικό της ύψωμα που μέλλει να κατακτήσει. Η γραφή της, επιμελής και ευαίσθητη, είναι απλή αλλά ποικιλμένη με λαμπυρίσματα ημιπολύτιμων θραυσμάτων φερτής και ορυκτής ύλης. Και η ροή της ταράζεται από αιφνίδια φλας ονείρου.

© Poeticanet