Εκτύπωση του άρθρου
 Γράφει η Αναστασία Μπουλή
 
 
Τάναϊς: Μία δοκιμή στην ποίηση του Ιωσήφ Βεντούρα
(από την παρουσίαση της Αναστασίας Μπουλή, φιλολόγου στο ΓΕΛ Γαζίου)
 
 
Σε μία εποχή όπου το μέτριο και το φτηνό αυτοπροσδιορίζονται ως μοναδική πλειοψηφούσα επιλογή που απειλεί την ανθρώπινη ουσία, θελήσαμε με τη βοήθεια του έργου του κ. Βεντούρα να αναδείξουμε στο μάθημα της Λογοτεχνίας μαζί με τους μαθητές μας το ανεξίτηλο ίχνος της ιστορίας στην τέχνη και να υποστηρίξουμε ότι η αληθινή τέχνη και ειδικά η ποίηση ως αναγεννητική ανθρώπινη δημιουργία αποδεικνύουν ότι η ιστορία της ανθρωπότητας κάθε στιγμή αρχίζει και «δυστυχώς η Γη με δικά μας έξοδα γυρίζει», όπως χαρακτηριστικά παρατηρεί και ο Ελύτης ( Ελύτης 1999).

Όσον αφορά το συγγραφικό έργο του ποιητή, έχουν εκδοθεί ως σήμερα έξι ποιητικές συλλογές με τους εξής εκφραστικούς και γι’ αυτό ελκυστικούς τίτλους : Το παιχνίδι, Υγρός Κύκλος, Αριθμητική μιας ανάμνησης, Τάναϊς, Σχόλια σε μαύρο, Κυκλώνιο. Επίσης έχει συμμετάσχει σε συλλογικά έργα και σημαντικές ανθολογικές εργασίες. Στο έργο του, σημαντική θέση έχει η ανθολόγηση Εβραίων ποιητών του Μεσαίωνα, μία εργασία που παρουσιάζει στο αναγνωστικό κοινό ένα σχετικά άγνωστο μέχρι πρότινος λογοτεχνικό τομέα. Από τον Απρίλιο του 2006 διευθύνει το διαδικτυακό περιοδικό poeticanet.
 
Ο Νικόλας Σεβαστάκης αναφερόμενος στο Κυκλώνιο - έργο που ο τίτλος του παραπέμπει στη χημική ουσία των θαλάμων αερίων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης - διαγράφει τις βασικές συνιστώσες της ποιητικής γραφής του Βεντούρα: «Ο Βεντούρας είναι ένας ανθρωπιστής ποιητής. Με αυτό τον, για πολλούς, παρωχημένο όρο εννοώ ότι ανήκει σε εκείνους που ενδιαφέρονται περισσότερο για το μυστήριο του πλησίον ή ακόμα και του ξένου, του πλησίον που είναι πάντα ο ξένος. Πολύ λιγότερο περιθάλπει τα φυσικά όντα, τα τοπία και τις συναισθηματικές θερμοκρασίες της επαφής με τα αντικείμενα. Ο ανθρωπισμός του δεν είναι αυτός του θριάμβου της ανθρώπινης βούλησης ούτε καν αυτός της διάψευσης, της πολιτικής ή υπαρξιακής οδύνης. Δεν ορίζεται από το αφελές ζεύγος της απαισιοδοξίας και της αισιοδοξίας, της απόγνωσης και της ελπίδας, του χαμού και της σωτηρίας. Διαλύεται ουσιαστικά στη γλώσσα, στην αγωνία της γλώσσας να πάει προς το ασύλληπτο και συγχρόνως να το σεβαστεί, να το διαφυλάξει ως ένα όριο. Να ανακαλύψει το μέγεθος του πόνου δίχως να στερήσει από τα υποκείμενα τη δυνατότητα της δέησης, την αναφορά σε έναν Κύριο Θεό. Για αυτό θεωρώ ότι ένα ποίημα όπως αυτό που φέρει τον τίτλο της συλλογής, το Κυκλώνιο, είναι μια τέτοια επικίνδυνη άσκηση πλησιάσματος και σεβασμού. Σε αυτή τη γλώσσα τίποτα δεν φαίνεται ολοκληρωμένο και «επαρκές». Καμιά αυτάρκεια ρητορική δεν την διακατέχει» (Σεβαστάκης 2018).

Ειδικά η ποιητική ελεγεία Ταναϊς βαρύνεται από ένα ιδιαίτερο ιστορικό πλαίσιο. Είναι γνωστά τα ιστορικά γεγονότα που αφορούν στο πογκρόμ εναντίον των Εβραίων και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης/εξόντωσής τους στην Ευρώπη. Το  Μάιο του 1944, είχε σχεδόν ολοκληρωθεί  η αποστολή τους σε αυτά από την ηπειρωτική χώρα. Διασώθηκαν όσοι κρύφτηκαν με τη βοήθεια των συμπολιτών τους ή διέφυγαν στα βουνά μαζί με τις αντάρτικες ομάδες. Ειδικά στην Κρήτη τις παραμονές του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, η εβραϊκή παρουσία  δεν ξεπερνούσε τα 400 άτομα. Μετά την κατάκτηση του νησιού από τους ναζί, ορισμένοι Εβραίοι τουφεκίστηκαν ενώ καταστράφηκαν οι εβραϊκές συναγωγές και τα νεκροταφεία σε όλες τις πόλεις. Τα χαράματα της 20ης Μαΐου του 1944, στην τρίτη επέτειο της επιχείρησης «Ερμής», σε κάθε καταγεγραμμένο εβραϊκό σπίτι στην Κρήτη παραδόθηκε γραμμένη στα ελληνικά, μια διαταγή από τους Γερμανούς που έλεγε τα εξής:

«Διά την μεταφορά σας πρέπει, μαζί με τους εις την οικογένειαν συγκαταλέγοντες εβραϊκής φυλής, να ετοιμασθήτε αμέσως προς αναχώρησιν. Έχετε 45 λεπτά να ετοιμασθήτε. Εσείς και οι δικοί σας πρέπει να πάρετε μαζί σας α) όλα τα προσωπικά χαρτιά, β) όλα τα κοσμήματα και άλλα πράγματά σας αξίας, γ) σημειώσεις περί τραπεζιτικών πιστώσεων συμμετοχής εις οικονομικές επιχειρήσεις, περί γαιοκτησίας κ.λπ., δ) κουβέρτες, φορέματα και ρούχα καθώς και πρόχειρα τρόφιμα διά 8 ημέρες. Το συνολικό βάρος αυτών των πραγμάτων οφείλει 50 κιλά να μην υπερβαίνη»

Αποτέλεσμα είναι τη νύχτα της ίδιας ημέρας οι Γερμανοί να συλλάβουν περίπου 300 Εβραίους στα Χανιά και 26 στο Ηράκλειο και 5 οικογένειες από το Ρέθυμνο. Την επόμενη μέρα η τοπική εφημερίδα των Χανίων «Παρατηρητής 21/5/1944» σε μια αναφορά μόλις 7 γραμμών με τον χαρακτηριστικά παραπλανητικό τίτλο «Μετοικεσία Εβραίων», έγραφε: «Εν τω πλαισίω της γενικής διαταγής περί μεταφοράς των Εβραίων της Ελλάδος , συγκεντρώθηκαν χτες την πρωίαν πάντες οι εν τη πόλει μας διαμένοντες Ισραηλίται προκειμένου να μεταφερθούν και μετοικήσουν εις την ηπειρωτικήν Ευρώπην». Να σημειωθεί ότι στα πλαίσια της Γερμανικής προπαγάνδας για την δημιουργία αντισημιτικού κλίματος, δημοσιεύτηκαν αργότερα στην ίδια εφημερίδα αρκετά εμπρηστικά άρθρα εναντίον του εβραϊκού πληθυσμού της πόλης.

Οι Εβραίοι μεταφέρθηκαν στις φυλακές της Αγυιάς των Χανίων όπου περίμεναν δεκαπέντε ημέρες κάτω από άθλιες συνθήκες, χωρίς φαγητό και ρούχα μέχρι τις 3 Ιουνίου. Την επόμενη μέρα στις 4-6-1944 μεταφέρθηκαν στην Στοά Μακάσι, στο Ηράκλειο. Η Στοά Μακάσι είναι μία από τις πολλές στοές των ενετικών τειχών η οποία μετατράπηκε σε μια ανήλια φυλακή από τους Γερμανούς κατακτητές. Εκεί συγκεντρώθηκαν και οι λίγοι Εβραίοι που υπήρχαν διάσπαρτοι στην υπόλοιπη Κρήτη. Κάποιες πηγές μιλούν για ένα σύνολο 350 Εβραίων (Λουλούδης 2011, Καλογεράκης 2004, Πετρουλάκης 2001).

Μία μαρτυρία που έδωσε ένα κορίτσι του Ερυθρού Σταυρού, η Ελεονώρα Στυλιανού Κατεχάκη, τότε Δημάκη, που μαζί με άλλες προσπαθούσαν να βοηθήσουν, όσο ήταν δυνατό, τους κατατρεγμένους Εβραίους και Έλληνες χριστιανούς ομήρους είναι χαρακτηριστική:

«…Και το μπουλούκι αυτό, που προκαλούσε τη φρίκη και τον πόνο κάθε στιγμή μεγάλωνε και πλήθαινε. Έρχονταν και άλλοι και άλλοι, όλοι οι Εβραίοι της Κρήτης, γέροι, γυναίκες, παιδιά, μωρά άρρωστοι από τα Νοσοκομεία, παράλυτοι επάνω σε φορεία. Διέσχισαν την Κρήτη σχεδόν με τα πόδια. Τραβούσαν μαζί τους από όλη την περιουσία τους που μπορούσε να μεταφερθεί ένα σακούλι στην πλάτη. Φορτωμένοι σαν ζώα, νηστικοί και διψασμένοι. Περπάτησαν ώρες και ώρες. Στον δρόμο άφησαν τα παπούτσια τους, στις πέτρες των δρόμων μάτωσαν τα πόδια τους και σαν έφτασαν εδώ και μας αντίκρισαν, σαν είδαν πως μπορεί να υπάρξει για αυτούς ακόμα μια ματιά στοργική σε αυτή τη γη, άφησαν τις ψυχές των στα χέρια μας, κυλίστηκαν άδεια σακιά τα σώματά των κάτω στη σκληρή γη. Και ενώ εμείς με δακρυσμένα μάτια αντικρίζαμε την κατάντια των, αυτοί βρήκαν τη γη μας αναπαυτική, το λίγο γάλα που έφθασε νέκταρ και το νερό σαν το πολυτιμότερο αγαθό. Μας ρωτούσαν με αγωνία τι ξέρομε, τι μάθαμε. Μας γέμιζαν φιλιά και χάδια και ευχές. Έπεφταν στην αγκαλιά μας και μας εκλιπαρούσαν να τους πάρουμε κοντά μας. Οι γυναίκες ξεμαλλιασμένες με τα μωρά στην αγκαλιά, φώναζαν, θρηνούσαν. Τα παιδιά κρεμασμένα από το φουστάνι της μάνας των φώναζαν και έκλαιγαν. Έχετε για, πάρτε τα παιδιά μας, βαφτίστε τα, κάμετέ τα δικά σας, μη τα αφήνετε να χαθούν μαζί μας. Το δράμα τους τέλεψε την άλλη μέρα, έξω από τη Σαντορίνη, στις 7 Ιουνίου 1944, που οι δολοφόνοι βούλιαξαν το ελληνικό πλοίο 'Δανάη' που έφερε μέσα στα αμπάρια του 250 κρητικά παλικάρια και τους Εβραίους της Κρήτης».

Πράγματι το απόγευμα της 7ης Ιουνίου, οι περίπου 350 Εβραίοι, μαζί με 250 κρητικούς αντιστασιακούς και Ιταλούς αντιφασίστες κρατούμενους από διάφορες φυλακές, υποχρεώθηκαν να επιβιβαστούν στο εμπορικό πλοίο Tanais. Ο προορισμός του πλοίου ήταν ο Πειραιάς, όμως  βυθίστηκε δυο  μέρες αργότερα μεταξύ Μήλου και Σαντορίνης κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Πρόσφατα αρχεία του Βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών επιβεβαιώνουν ότι το πλοίο βυθίστηκε από το  Βρετανικό υποβρύχιο “Vivid” καθώς υπήρχε η υποψία μεταφοράς όπλων. Από τον εβραϊκό πληθυσμό της Κρήτης  επιβίωσαν μόνο όσοι είχαν ήδη  διαφύγει ήδη από το νησί , περίπου 77 άτομα (Λουλούδης 2011, Καλογεράκης 2004, Ματαλλιωτάκη 2013).

Αυτά τα γεγονότα αποτελούν και το ιστορικό  υπόστρωμα του  ποιήματος Ταναίς. Με αφετηρία τη σύζευξη ονόματος του πλοίου και τίτλου του ποιήματος η ατομική μνήμη της θαλάσσιας κατακόμβης και η συλλογική συνείδηση του Ολοκαυτώματος λαμβάνουν τη μορφή μιας ελεγείας, ενός λυρικού θρηνητικού άσματος που αποδίδει ποιητικά την οξύτητα του συναισθήματος της απώλειας αλλά και την ανάγκη αποπληρωμής ενός προσωπικού χρέους απέναντι στην ιστορία (Δανιήλ 2015).
Στο μότο με τους στίχους 511-512 της ραψωδίας κ της Οδύσσειας
Νῆα μὲν αὐτοῦ κέλσαι ἐπ’ ὠκεανῷ βαθυδίνη αὐτὸς
δ’ εἰς Ἀϊδέῳ ἱέναι δόμον εὐρώεντα

η Κίρκη δίνει οδηγίες στον Οδυσσέα για την κατάβασή του  στον Άδη «το πλοίο σου ν‘ αράξει στον Ωκεανό με τις βαθιές δίνες και συ να πας για τα αραχνιασμένα δώματα του ΄Αδη» .  Ο ποιητής με την ίδια πυξίδα ξεκινά για τη δική του Νέκυια, μία κατάβαση στον υγρό τάφο των νεκρών του Ταναϊς που θα παραμείνουν χωρίς επιστροφή ἐν Ἄιδου δώμασι (Δανιήλ 2015).

Το προσωπικό βίωμα του οριστικού και αμετάκλητου του θανάτου, το αίσθημα της ασφυξίας στο βυθό της θάλασσας και της ψυχής αποδίδεται με την πρόταξη του ονομαστικού και ηλικιακού καταλόγου των παιδιών μέχρι 16 ετών ως προσκλητήριο νεκρών. Μετά από αυτό το συναξάρι των παιδιών ακολουθεί μία συλλογή αρωματικών φυτών και δέντρων χαρακτηριστικών της Κρήτης που συνοδεύουν ως άλλα ταφικά έθιμα την καταβύθισή τους στην αιωνιότητα (Θηβαίος 2018, Τσάτσου 2002). Σε όλη την έκταση του ποιήματος με εργαλεία την ηχηρή αστιξία, τον θρυμματισμένο ελεύθερο στίχο, την εκφραστική λιτότητα ακόμα και στη χρήση των επιθέτων, τον κρυπτικό και υπαινικτικό λόγο προκαλείται διαρκώς η συμμετοχή του αναγνώστη σε ένα ταξίδι καταβύθισης και περιπλάνησης στη μνήμη, καθώς όπως λέει και ο Ρίτσος « Η κάθε λέξη είναι μία έξοδος για μία συνάντηση, πολλές φορές ματαιωμένη και τότε είναι μία λέξη αληθινή, σαν επιμένει στη συνάντηση» (Ρίτσος 1961). Οι θρυμματισμένες λέξεις των πρώτων στίχων αποδίδουν με την αναγνωστική ευελιξία τους τον ανθρώπινο λυγμό:
 
Μέ—στό—μα ὑγρὸ
νερο—ποντὴ
το φύλλω—μα πνιγμένο
τριγμὸ μορίων
λάθρο δοξάρι τρίζει
πὼς σέρνουν τὴ λεύκα
σποδὸ στὴ γῆ
μ` ἕνα λεκὲ στὸν κορμὸ
καί ἦλθε καιρὸς
νά προσέξεις τὶς χορδὲς
ὅταν πέρα
οἱ θεοὶ ἐκκρίνουν
σὲ διάσταση νέα
ὀσμὲς ποὺ μιλοῦν
σύννεφο στὸ σύννεφο
σ` ἀποφορὰ καὶ
πρόθεση

Ο πνιγμός και το υδάτινο στοιχείο, ο βυθός ως σημειολογία του θανάτου διαποτίζουν όλο το κείμενο με εικόνες οπτικές και κινητικές που αποδίδουν την ένταση του συναισθήματος, την «κόψη» της μνήμης, την επαναβίωση του μη βιωμένου ναυαγίου ( Κωσταβάρα 2018):
 
μὰ πῶς
μαχαιρώνουν τὰ γράμματα
στὸ διαθόλιο
πῶς σκόρπια
καταγράφουν στὸ βυθὸ
κρανία κελύφη
εἶναι ποὺ τὸ φῶς
στὰ τεθλασμένα κύματα
μὲ κίνδυνο
μαλάσσει τὸ φῶς
περιδινούμενο
και σ’ ἀπόχρωση σκουριᾶς
οἱ ἐπιφύσεις τῶν ὀστῶν
αἰωροῦνται στὸ θάμβος
σὲ ἀνοιγμένα ἐλάσματα
καὶ τὰ κρανία
κρανία διόπτρες
ρωγμὲς στὶς ἀφηγήσεις
 
Και αλλού:

τὰ φτερὰ τῶν πουλιῶν
σπασμένα φωνήεντα
ιι οο αα εε υυ
οὐαί ἀεί
σὲ μακρόσυρτο βόμβο
κὶ ἐσὺ προσπαθεῖς
νὰ μὴν ἀκοῦς τὸν λίβα
γυαλὶ τὸ νερὸ
κλεῖστρο φονικὸ
κὶ ἐσὺ προσπαθεῖς
τὸ ἔξω τῆς φθορᾶς
Πέρλα
ἄχρονη σιωπὴ
πῶς ἐξαπλώνεσαι
ἄν

Επίσης:
 
ὑπῆρχες στὸ διάστημα τῶν λέξεων
στὸν ἀστερισμὸ τῆς λεύκας ποὺ ἦταν ἄλλοτε
καὶ ἦταν ἄλλοτε πουρὶμ
καὶ ἤσουν Ἐσθήρ παιδὶ
παιδὶ καὶ ἤσουνα ντυμένη μὲ βασιλικὴ στολὴ
εἶχες κορώνα χάρτινη πετοῦσες κομφετὶ
κι ἔφερνε ἡ νόνα τοῦ Ἀμάν τὰ δόντια στὴ γιορτή
Ἐσθήρ
χωρίς πυξίδα καὶ
παγώνουν τὰ σώματα
τὰ μαλλιά σου θὰ πάρουν τὸ χρῶμα τῶν φυκιῶν
θὰ κοιμηθῶ μὲ τὴν ἀνάμνησή τους
εἶπες ἐσὺ
ἡ στερημένη τὸ θυμάρι
ἡ μὲ φυσαλίδες στὶς σιωπὲς τῶν ὀσμῶν
ἐνῶ άπὸ τὰ μπαλκόνια τ’ οὐρανοῦ
θ’ ἀνέμιζαν κόκκινα μπαλόνια καὶ γιρλάντες.


Και:
κοιτάζω τοὺς κόκκους ποὺ ἔχεις γίνει
μὲ ἀπόχη τοὺς μάζεψα ἀπὸ τὸ κύμα
στὸ βάθος τοῦ πελάγου μιὰ φωτογραφία σου σαπίζει
καὶ νότες συντρίμμια
σὸλ καὶ λὰ ποὺ χάσανε τὸ λάμδα
μείνανε φωνήματα στὸ ρέμα
σο
α
καὶ
σὸ
σ
 
Ο βυθός με το θάνατο, την πνιγηρή σιωπή και την τοξική ακινησία περιμένει την αναμόχλευσή του από τον ποιητή για μια μοναδική ανάδυση της μνήμης στην επιφάνεια :
 
Στὴν ἐκτροπὴ τῆς νύχτας ἐγκλωβίστηκε ὁ χρόνος τῶν νεκρῶν
μὰ ποῦ λοιπὸν ὀδηγεῖ ἡ σύσπαση τῆς μνήμης;   
  
Ο ποιητής απαντάει σε αυτή την ερώτηση με την πανταχού  παρουσία του, με τη χρήση του α΄ ενικού προσώπου να διαπερνά το παρελθόν του ναυαγίου ως το παρόν της ανάδυσης σε μία δοκιμασία χωρίς τέλος. Μαζί γίνεται και η αναφορά στο γεγονός-θηλιά του Ολοκαυτώματος με τη φρίκη του θανάτου  σε ηχηρή αντίστιξη  με την πάντα παρούσα εβραϊκή παράδοση της αλλοτινής εποχής της ειρήνης (Δανιήλ 2015):
 
Στάχτη καὶ φωτιὰ μὲ τύλιξαν
ὅταν τὸ βλέμμα ἔστρεψα
στὸ ἔσχατο ἐντός μου
γιατὶ σὲ ἔνα σκοινὶ περπάτησα
γι’ αυτὸ ποὺ λάμπει
ὅταν ὁ ἥλιος ἔστελνε κυρτὸ τὸ φῶς του
σὲ αὐτό ποὺ ἦταν ἄβυσσος
κι ἔπειτα πάλι πίσω
ἐκεῖ ὅπου ὑψώθηκα κορμὸς
 
ὀρφανὸ τῆς συναγωγῆς μου δέντρο
ποιὸς πεθαμένος ἔσπειρε
μὲ χέρι ραγισμένο
κραυγὲς ὀστράκων καὶ σκιὲς
σὲ ποιῶν φυκιῶν τὶς σκοτεινιὲς
ὁ ἥλιος βραδυπόρησε
κι ἐρήμωσαν τὰ σπίτια μας κενὰ
βαθιὲς ᾖταν οἱ αὐλακιὲς
οἱ σάρκες ποὺ πνιγήκαν
δίχτυα ἦταν που σ’ αφάνισαν
δίχτυα καὶ θηλιὰ 

Και :

θὰ ἐπέστρεφαν
κυρτώναν οἱ δρόμοι
φορτωμένοι  σκιές
καὶ ἦταν στὴν παγωνιὰ
ὑδρόφυτα
στὸ μίκβε ἄλλοτε ποὺ
κατεβαίναν
ἡ Βικτώρια καὶ ἡ Ῥόζα ἡ Λεὰ
ὑδρόβια στὸ πέλαγος
χωρὶς ἀναγγελίες
χωρὶς αἶμα
στὴν ὁδὸ Δοῦκα
δίπλα στὴν τριανταφυλλιὰ
ἡ Ῥόζα κατακόκκινη
κυνηγοῦσε τὴ Λεά
καὶ ἐσὺ Βικτώρια θὰ φώναζες
νὰ βιαστοῦν γιὰ τὴ σουκά
ὑδρόβια
στὶς ὀσμὲς τῶν κυμάτων
βυθισμένα στὰ νερὰ
στὴν ὁδὸ Σκούφων
ξεραμένα φύλλα
στὴν ὁδὸ Κονδυλάκη καὶ Δούκα
θὰ ἐπέστρεφαν
 
Ο ποιητής συνεχίζει:

ταξιδεύοντας ἀπὸ τὴ Βενετιὰ
ὁ Σερένο
φέρνει ροῦχα κινέζικο μετάξι
καὶ μιὰ χανουκιὰ
τρεῖς μέρες στὴ θάλασσα
δύο στὴ Ζάκυνθο
σφυρίζει ὁ Σερένο στὴν ὁδό Κονδυλάκη
Παρασκευή καὶ θα’ ναι
ἡ Ὄλγα ντυμένη
μὲ φλωρεντινὰ κεντίδια
ἔρχεται ἡ Νύφη
καὶ πόθησε τὴ ζεστασιὰ της
ἡ εὐλογία της ἁπλώνεται στὴ γειτονιά.
…Βαηκαντὲς ιτὸ κὶ βὸ Σαβὰτ μικὸλ μελαχτὸ
ἔρχεται ἡ Νύφη Ὄλγα
καὶ σὺ Ἐσθήρ να’ σαι στὸ τραπέζι μὲ τὰ δυὸ ψωμιὰ
τὸ ἱερὸ κρασὶ καὶ τὰ κεριά.

Υπερρεαλιστικές εικόνες αποκαλύπτουν την αγωνία διατήρησης των γεγονότων στη μνήμη  όπως  ο ποιητής γράφει : 

λείπει τὸ μάτι
στὶς λακοῦβες τοῦ χρόνου
λείπει τὸ σῶμα
καὶ μένει ξένος στὸν ἥλιο
ὁ μαῦρος λεκές. 
 
Ο Σεφέρης στον «Τελευταίο Σταθμό» του (Σεφέρης 2014) γράφει κι αυτός:

ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας
κι α σου μιλώ με  παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τα ακούς γλυκύτερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει
στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο
μνισηπήμων πόνος. 

Η αγωνία αποφυγής της λήθης με αντίδοτο την ποίηση στη φρίκη και τη θνητότητα είναι εμφανής (Κωσταβάρα 2018):

νύχτα ὁ ἄνεμος
σκορποῦσε λέξεις
κλάματα παιδιῶν
μετακινώντας σπασμένα κλαδιὰ
στὸν κτύπο τῶν ρολογιῶν
ἔφευγαν στὸ σκοτάδι
καὶ ἦταν πορθμέας 
τοῦ ποταμοῦ τὸ ὄνομα
τὸ περιέχον αὐτὸ ποὺ πάλλει
μὲ τὶς σειρήνες ποὺ σημαίνουν τὸ ταξίδι
μὲ τὶς ὀσμές τοῦ ἰωδίου γράσου καὶ σκουριᾶς
καὶ περισσότερο
μὲ τὸ θαμπὸ εκείνων
ἦταν

Το καράβι πορθμέας στον άλλο κόσμο έχει το αρχαίο όνομα του ποταμού Δον καθώς ως άλλος Αχέροντας μεταφέρει ως ψυχοπομπός τους νεκρούς στον κάτω κόσμο (Δανιήλ 2015). Έτσι το ατομικό βίωμα του υφέρποντος πόνου και το ιστορικό γεγονός μεταμορφώνονται σε ζώσα ποίηση και ομιλούσα σιωπή καθώς όπως και ο Ρίτσος ψιθυρίζει:

« ἡ σιωπή… εἶναι ἡ σωστότερη ἔκφραση. Οἱ λέξεις
                                                                                  τότε
γίνονται ρίζες, σκάβουν τὸ χῶμα, τρυπᾶνε τὴν
                                                                       πέτρα,
μαθαίνουν τὰ μυστικὰ τῶν πεθαμένων» (Ρίτσος 1984). 
 
Ο ποιητής συνεχίζει:
σὲ τοῦτα τὰ νερὰ
ζεῖ ὁ Μεγαλέξανδρος
ἄν δεῖς τὴ νύχτα
δὲν εἶναι ὁ ἔρωτας δρεπάνι καὶ θερίζει
ἄν δεῖς τὴ νύχτα
 
βλέπεις τὶς νύχτες μου
σπέρνουν γκρίζα τὰ λέπια καὶ σκουριὰ
διαβρώνουν τὶς σαρκοφάγους τῶν βυθῶν
ἄν δεῖς τὴ νύχτα ἐκείνους βλέπεις
σὲ πνιγηρὴ συσσώρευση
ἀντικείμενα πεταμένα στὸ σκοτάδι
ἐνθυμήματα διηγήσεων
-Πιθὰμ καὶ Ρααμσὲς-
Φωτιὰ καὶ στάχτες τῶν καιρῶν μας
ἄν δεῖς τὴ νύχτα τὰ τζίνι βλέπεις
σφραγίζουν ὀστὰ παιδιῶν σὲ θάλαμο χάλυβα
σβήνουν τὸ βυθὸ μὲ σπόγγους ὁλόγυρα.
………………………………………………………………………
Κλείνουν οἱ μοχλοὶ τῆς γῆς στὸ οὐρλιαχτὸ τῶν γλάρων  

Αυτή η ποίηση έρχεται να ξεπληρώσει ένα χρέος που έχει εγχαραχτεί στον ποιητή ως τύψη. Ακολουθώντας με ακροστοιχίδα το όνομα του πρωτόπλαστου Αδάμ την  «αιώρα αιώνια του πελάγου μνήμη» υποβάλλεται η κίνηση του χρόνου σε αντίθεση με την απόλυτη ακινησία του θανάτου (Θηβαίος 2018). Όπως υποστηρίζει η Αγγελική Κωσταβάρα (2018) «ένα αβάσταχτο φορτίο ενοχής, μία αίσθηση αυτοσυνείδησης και ένα χρέος εξιστόρησης απέναντι στους διαχρονικά και άδικα και αδικαιολόγητα απωλεσμένους Εβραίους κινητοποιεί αυτή την ποιητική φωνή», τη γλώσσα της ευθύνης.

                                                  Μάρκος   Ἄννα
ἀποτρόπαια
ἀποτρόπαια ἀπειλὴ
αἰώρα
αἰώρα τρόμου                                  ἀποτρόπαια

δέσμιος
δέσμιος στὴ δίνη
διάσελο αἰώνια στὸ κῦμα
δίχτυ ποὺ ἦταν πνιγηρὸ                    δέσμιος

ἀνάσα
ἀνάσα τοῦ νεκροῦ
ἀνάκουστη μνήμη φωσφόρου
ἀποστάσεων                                     ἀνάσα

μόριο ὑδάτινο
μυροβόλο μόριο
μαρτυρικὸ τοῦ πελάγου μάτι
μάτι                                                   μόριο

αἰώρα αἰώνια τοῦ  πελάγου μνήμη      
                  
Ο ποιητής αφήνει το δικό του ανεξίτηλο ίχνος και αναγνωρίζει το ρόλο του :
 
γύρισα
σύντροφος τυμπανιστὴς
στὶς παράλληλες θάλασσες
ποιὸν θὰ ρωτήσεις
τὶ μπορῶ νὰ πῶ
ἐδῶ εἶναι τὰ σύνορα
ἐδῶ πληρώνουμε διόδια
στὸ γαλάζιο μανδύα
γυρολόγος σπασμῶν τῆς τραυλῆς μου γλώσσας
πώς θὰ μιλήσω δύστοκα σύμφωνα
ἐπικαλοῦμαι καὶ
ἀναμιγνύω μορφὲς
μεταβάσεων
σὲ ρευστὴ συμπύκνωση
ἀκούω τὸ κλάμα
καὶ ἐκεῖνοι γύρω μου
περιστρέφονται ἐκεῖνοι
βροχὴ κυττάρων ὑγραίνει τὸ δέρμα
ἀκούω τὸ κλάμα
ἡ φωνὴ κατακλείνει
ἀσθενικὴ ποὺ βυθίζεται
ἀνατολικὰ τοῦ πελάγου
ἔτσι ὁμίλησα ἄλλο δὲν ἔχω νὰ πῶ
καὶ γράμματα…
 
Επίσης δεν ξεχνά το διαχρονικό δράμα των Εβραίων από το παρελθόν στο παρόν:

ἦταν πρόβλημα γενεῶν
οἱ φωτογραφίες τοῦ πατέρα ἄφησαν σημάδια
θὰ ἔπρεπε νὰ βρεθεῖ χῶρος γιὰ τοὺς ἄλλους
γιὰ τὸν ρόγχο τοῦ Ἄστρου ἄς ποῦμε
παρών ποὺ
κλυδωνίζεται
σκαμπανεβάζει τὸ σκάφος
μὲ τὸ Φλοιβά
κατ’ εὐθεῖαν στὴ ρουφήχτρα
Ἐγώ εἶμαι ἐδῶ
Βεβαιώνομαι πνιγμένος
 
Και καταλήγει με την ανάδυσή του από το βυθό της μνήμης:

Ὁ ἥλιος χρυσίζει τὰ τείχη
ντυμένος ἄσπρα
θὰ σταθῶ στὴ στροφὴ
γιὰ μιὰν ἀνάσα
τὶς ἐποχές ποὺ μακριὰ
στὸ δάκρυ λάμπουν
δὲν θὰ κοιτῶ γιατὶ
ἁλάτι εἶναι ἡ ζωὴ
σταλαγματιὲς ἁλάτι
σὲ ἕνα φλυτζάνι θὰ κοιτῶ τὸ μέλλον
ἀχνὲς τὶς πατημασιὲς ἀπὸ μορφὲς ποὺ θα ‘ρθουν
ἀνάλαφρες καὶ φτερωτὲς θὰ κατεβαίνουν
ντυμένες μὲ ροῦχα ξένα
σὲ μηχανὲς ἀλλόκοτες ποὺ ταξιδεύουν
ὅταν
θ’ ἀκούγεται τὸ βοητὸ τ’ ἀνέμου
στὴν ἴδια ἐκείνη θάλασσα
ὅπως τότε
ποὺ φρικαλέο γύρισμα
τὴ νέκρωσε μὲ θαῦμα
ἁλάτι εἶναι ἡ ζωὴ
σταλαγματιὲς ἁλάτι
 
Σήμερα που όπως και τότε ο άνθρωπος  βάλλεται πανταχόθεν κλείνουμε με τα λόγια του Ελύτη:
 
Όταν είναι νύχτα να ονειρεύεσαι
αλλά όταν ξημερώνει
ν  ανοίγεις το παράθυρο διάπλατα
γιατί όλα τα πράγματα έχουν δικαίωμα στο φως
(Ελύτης 2008)……


Βιβλιογραφία
Βεντούρας, Ιωσήφ, (2001).  Τάναϊς.   Αθήνα: Γαβριηλίδης.
Δανιήλ, Ανθ., (2015). Ι. Βεντούρας: «Τάναϊς». Πηγή: diastixo.gr/kritikes/poihsh/8864-tanais.
Ελύτης, Οδ., (1999). Μαρία Νεφέλη. Αθήνα: Ίκαρος.
Ελύτης, Οδ., (2008). Ποίηση. Αθήνα: Ίκαρος.
Θηβαίος, Απ., (2018). Ουσία και σύνορο. Τα τελευταία άκρα της ποιητικής δημιουργίας του Ιωσήφ Βεντούρα. Πηγή: www.24grammata.com [12/12/18].
Καλογεράκης, Γ., (2004, 3 Φεβρουαρίου). 7 Ιουνίου 1944: Καταβύθιση του ελληνικού πλοίου Τάναϊς (Δανάη) από τους Γερμανούς, Ιστορικές σελίδες από τα χωριά του Δήμου Καστελίου. Πατρίς. Πηγή: archive.patris.gr/articles/26818.
Κωσταβάρα, Αγγ., (2018). Η μετουσίωση της καταβύθισης του «Τάναϊς» σε διαχρονική εμπειρία βάθους. Πηγή: www.iventura.gr/aggeliki_kvstavara_gia_to_tanais-article-193.html [12/12/18].
Λουλούδης, Ηλ.,(2011, 25 Ιουνίου). «Ναυάγιο Tanais 9/6/1944, 600 όμηροι πνίγονται σε πλοίο που τους μετέφεραν Γερμανοί». Ρέθεμνος. Πηγή: kinisienergoipolites.blogspot.com/2014/06/tanais-961944-600.htm  [12/12/18].
Mαταλλιωτάκη, Ρ., (2013).  Η πορεία των Εβραίων στην Κρήτη. Σύντομη ιστορική αναδρομή. Χρονικά, τχ 242,σς 15-16.
Πετρουλάκης,Ν., (2018). Η σύλληψη και ο πνιγμός των Εβραίων της Χανίων. Χανιώτικα Νέα. Πηγή: www.haniotika-nea.gr/60578-i-sullipsi-kai-o-pnigmos-twn-ebraiwn-twn-xaniwn/ [12/12/18].
Ρίτσος, Γ., (1961). Παρενθέσεις (1946-1947). Ποιήματα Β΄.  Αθήνα: Κέδρος.
Ρίτσος, Γ., (1984). Χρυσόθεμις. Αθήνα: Κέδρος.
Σεβαστάκης, Ν., (2018). «Όταν η πηγή είναι πληγή, Σκέψεις για το ποιητικό ίχνος του Κυκλώνιου». Πηγή: www.iventura.gr/otan_pigi_einai_pligi-article-229.html [12/12/18].
Σεφέρης, Γ., (2014). Ημερολόγιο καταστρώματος Β΄. Ποιήματα. Αθήνα: Ίκαρος.
Τσάτσου, Μ., (2002, 15 Ιανουαρίου). Ομαδικό λυρικό Επιτύμβιο.  Καθημερινή. Πηγή: www.kathimerini.gr/108771/article/politismos/arxeio-politismoy/omadiko-lyriko-epitymvio .

© Poeticanet  τα περιεχόμενα του poeticanet προστατεύονται από copyright