Εκτύπωση του άρθρου

Ποιητές: Ανδρέας Κάλβος, Αρθούρος Ρεμπώ, Τζελαλαντίν Ρουμί,  Άλαβαρο ντε Κάμπος,  Έμιλυ Ντίκινσον, Κωνσταντίνος Καβάφης,  Χόρχε Λούις Μπόρχες, Γιώργος Σεφέρης, Σάντρο Πέννα, Μιχάλης Γκανάς, Τούμας Τράνστρεμερ, Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ,  Βισουάβα Σιμπόρσκα, Μίλτος Σαχτούρης.
                                   

Επί το μέγα ερείπιον
η Ελευθερία ολόρθη
προσφέρει δύο στεφάνους•
έν' από γήινα φύλλα
                           κ άλλον απ' άστρα.

Ανδρέας Κάλβος    (Τα Λυρικά, Ωδή δευτέρα)
 

Σε χρυσό σκαλάκι ανεβασμένος- μεσ΄από πράσινα βελούδα, σιρίτια μεταξένια θαμπά τούλια και δίσκους από κρύσταλλο που όσο παν σκουραίνουν ίδια μπρούντζος μες στον ήλιο- κοιτάω κείνο τ΄άνθος που ανοίγει δάχτυλα τα πέταλά του, πάνω σ΄ένα χαλί ολοκέντητο, ασήμι,  μάτια και λυτά μαλλιά.

Σπαρμένα στον αχάτη χρυσοκίτρινα νομίσματα, στήλες από κοκκινόξυλο στηρίζοντας ψηλά θόλο σμαράγδινο, δέσμες άσπρο ατλάζι και λεπτούτσικες βέργες ρουμπινένιες αγκαλιάζουν ολούθε το υδάτινο τριαντάφυλλο.

Ίδια Θεός που ’ν από χιόνι κι έχει πελώρια μάτια γαλανά, θάλασσα κι ουρανός ανεβάζουνε πάνω στους μαρμάρινους εξώστες πλήθος τα νέα γερά τριαντάφυλλα.

Αρθούρος Ρεμπώ  (μετ. Οδυσσέας Ελύτης, Δεύτερη Γραφή 1996)


Απόψε
           βαδίζουμε στη χώρα της αιωνιότητας.
Αυτή δεν είναι νύχτα,
είναι μια ατέλειωτη ένωση
του Εραστή με τον Αγαπημένο.

Το μυστικό που ψιθυρίζουμε
ό ένας στον άλλον
δίνει στο παιδί του σύμπαντος
την πρώτη του ανάσα.


Τζελαλαντίν Ρουμί  ( Ο αγαπημένος, απόδοση Κ. Κολύμβα,)

Έρχομαι από τη μεριά της Μπέζα.
Πηγαίνω για το κέντρο της Λισαβόνας.
Δεν φέρνω τίποτα και δεν θα βρω τίποτα.
Έχω από πριν την κούραση αυτού που δεν θα βρω,
κι η νοσταλγία που νιώθω δεν είναι του παρελθόντος ούτε
          του μέλλοντος.
Αφήνω γραμμένη σ΄αυτό το βιβλίο την εικόνα του νεκρού
          σχεδίου μου:
ήμουν σαν αγριόχορτο, και δεν με ξερίζωσαν.

Άλαβαρο ντε Κάμπος  (Θαλασσινή ωδή & άλλα ποιήματα, μετ. Μαρία Παπαδήμα)

‘’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’

Σαν πέθαινα –
                         άκουσα το βόμβο Μύγας -
Μέσα στην Κάμαρα ήταν Σιγαλιά
Σαν είναι γύρω η Σιγαλιά του Αγέρα -
Προτού τον ζώσει η Θύελλα ξανά -

Τα Μάτια ολόγυρα - είχαν στραγγίσει -
Και η ανάσα μαζευόταν σταθερά
Για την στερνή Αρχή - ο Βασιλέας-
Σαν παρουσιαστεί - στην Κάμαρα -

Παρέδωσα τα Ενθυμήματα μου -
Ποιο μέρος είναι να εκχωρηθεί
Από εμέ υπέγραψα - ήταν τότε
Ήρθε μια Μύγα να παρεμβληθεί -

Με Κυανό – άστατο - αδέξιο Βόμβο -
Στων φώτων και σ’ εμέ - τ’ ανάμεσο -
Κι ύστερα φθίναν τα Παράθυρα - και τότε
Άλλο δεν έβλεπα πια για να δω –

Έμιλυ Ντίκινσον, (Επειδή δεν άντεχα να ζήσω φωναχτά, μετ. Άρτεμις Γρίβα )

‘’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’

Την προσοχή μου κάτι που είπαν πλάγι μου
διεύθυνε στου καφενείου την είσοδο.
Κ΄ είδα τ΄ωραίο σώμα που έμοιαζε
σαν απ ΄την άκρα πείρα του να τώκαμεν ο ΄Ερως-
πλάττοντας τα συμμετρικά του μέλη με χαρά,
υψώνοντας γλυπτό το ανάστημα,
πλάττοντας με συγκίνησι το πρόσωπο
κι αφίνοντας απ΄ των χεριών του το άγγιγμα
ένα αίσθημα στο μέτωπο, στα μάτια , και στα χείλη.

Κωνσταντίνος Καβάφης 

‘’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’

Το νόμισμα έπεσε στην απλωμένη μου χούφτα
Μα όσο και ήταν αλαφρύ δεν μπόρεσε να το βαστάξει.
Και κύλησε στο χώμα. Όλα πήγαν χαμένα.
Ο άλλος είπε: Μένουν ακόμα είκοσι εννιά.

Χόρχε Λούις Μπόρχες,  ( Χ.Λ.Μ.Ποιήματα,  μετ. Δημήτρης Καλοκύρης)

‘’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’

                                   Νείλος,
                           «Τα περιστέρια»

Πανιά στο Νείλο,
πουλιά χωρίς κελάιδισμα με μια φτερούγα
γυρεύοντας σιωπηλά την άλλη
ψηλαφώντας στη απουσία τ΄ουρανού
το σώμα ενός μαρμαρωμένου εφήβου
γράφοντας με συμπαθητικό μελάνι στο γαλάζιο
μιαν απελπιστική κραυγή.

Γιώργος Σεφέρης,  (Ημερολόγιο Καταστρώματος Β’)

‘’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’

Η θάλασσα καταγάλανη.
Η θάλασσα όλη ατάραχη.
Μες στην καρδιά μου κάτι σαν ουρλιαχτό
χαράς.  Παντού γαλήνη.

Σάντρο Πέννα,  (Poesie, μετ. Φοίβος Γκολφινόπουλος)

‘’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’

Τον ξέρω αυτό τον τόπο,
ξαναπέρασα παιδί με του πουλάρι μου.
Έχουν αλλάξει όλα
κάτω απ΄ τον ίδιο ουρανό.

Ξαπλώνω στο ψηλό χορτάρι,
άνοιξη και βροχή, δεν κλαίω.
Ας ξαναπέσουν όλα
στην πράσινη βουβή αγκαλιά.
Γυρίζω μπρούμυτα κι ακούω
το καπάκι τ΄ουρανού που κλείνει.

Σ΄ αυτή την κιβωτό
είμαι το είδος δίχως ταίρι.

Μιχάλης Γκανάς,  (Γυάλινα Γιάννενα)

‘’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’

Να΄ μαι λοιπόν, εγώ ο αόρατος  άνθρωπος  που μ΄ έχει ίσως προσλάβει
μια μεγάλη Μνήμη για να ζω ακριβώς τώρα.  Και περνώ με το αυτοκίνητο

μπροστά από την κλειδωμένη άσπρη εκκλησία- εκεί μέσα βρίσκεται
   ένας άγιος από ξύλο,
χαμογελαστός , ανίσχυρος, σαν να του πήρανε τα γυαλιά του.

Είναι μόνος.  Όλα  τ’ άλλα συμβαίνουν τώρα, τώρα,  τώρα. Ο νόμος
  της βαρύτητας  που μας πιέζει
να εργαζόμαστε τη μέρα και να ξαπλώνουμε τη νύχτα.  Ο πόλεμος.

Τούμας Τράνστρεμερ, (Τα Ποιήματα, μετ. Βασίλης Παπαγεωργίου)

‘’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’

Απ΄το παράθυρο την κίνηση παρατηρώ
αυτοκίνητα παρκάρουν στο κενό
ή τρέχουν τη σύγκρουσή τους
να προλάβουν.
Ο κόσμος απροσδιόριστος
μου φαίνεται θαμπός
σαν να με τύφλωνε ο ατμός
από κάποια χύτρα μακρινή
που μες στο ζουμί της
το κακό της πλάσης βράζει.
Η γοητεία που ασκούσαν τα κορμιά
πού είν’ η γοητεία;
Η λαβωμένη μνήμη
τις  απουσίες πώς να μετρήσει;
Άλλαξ΄η ζωή περιεχόμενο
ή το πρόσωπό μου δεν προσφέρει
όσο χρειάζεται πια μέλλον
για να περιέχεται σ΄αυτήν;

Ποτέ τόσα ερωτήματα
δε βάραιναν τα ποιήματα
ποτέ τόσες απαντήσεις
δεν είχε παραλείψει
να μου δώσει η φαντασία.
Ελάχιστες περιγραφές φύσης
πια στους στίχους-
είναι γιατί συγκεντρώνομαι ολόκληρη
να φανταστώ
το πρόσωπο που θα μου υποσχεθεί
την αιωνιότητα του τελευταίου παρόντος
για μια στιγμή

Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ  (Ποίηση 1963-2011)

‘’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’

Κατέληξα σ΄αυτό: να κάθομαι κάτω από ένα δέντρο
δίπλα σ΄ένα ποτάμι
σ΄ένα ηλιόλουστο πρωινό.
Πρόκειται για ένα ασήμαντο περιστατικό
που δεν θα περάσει στην ιστορία.
Δεν πρόκειται για μάχες και συνθήκες
όπου έχουν διερευνηθεί τα κίνητρα
ή αξιομνημόνευτες τυραννοκτονίες

Κι ωστόσο κάθομαι δίπλα στο ποτάμι,
   αυτό είναι γεγονός.
Κι αφού βρίσκομαι εδώ
πρέπει να έχω έρθει από κάπου
και πριν απ΄αυτό
πρέπει να έχω εμφανιστεί σε πολλούς άλλους τόπους,
ακριβώς όπως οι κατακτητές στις διάφορες χώρες
πριν κάνουν πανιά.

Ακόμα και μια περαστική στιγμή έχει
   το δικό της γόνιμο παρελθόν,
την Παρασκευή της μετά την Πέμπτη,
τον Μάη της πριν τον Ιούνιο.
Οι ορίζοντες της δεν είναι λιγότερο πραγματικοί
από εκείνους που μπορούν να ανιχνεύσουν
   τα κιάλια ενός στρατηγού.

Αυτό το δέντρο είναι μια λευκά που έχει
   ριζώσει εδώ από χρόνια.
Το ποτάμι είναι ο Ράμπα και δεν αναδύθηκε
   χθες.
Το μονοπάτι που διασχίζει τους θάμνους
δεν τσαλαπατήθηκε την περασμένη εβδομάδα.
Ο άνεμος έπρεπε να μεταφέρει εδώ τα σύννεφα
προτού μπορέσει να τα διασκορπίσει.

Και μολονότι γύρω μας τίποτα σημαντικό
   δεν συμβαίνει,
ο κόσμος γι΄αυτόν τον λόγο δεν είναι φτωχότερος
   σε λεπτομέρειες,
Είναι ακριβώς τόσο εδραιωμένος, τόσο οριστικός,
όπως τότε που τον κατάπιναν οι μετακινήσεις
   των λαών.
Οι συνωμοσίες δεν είναι τα μόνα πράγματα
που καλύπτει η σιωπή.
Δεν σημαδεύουν μόνο τις στέψεις οι ακολουθίες
   αιτίων.
Επέτειοι επαναστάσεων μπορεί
   να περιστρέφονται
αλλά το ίδιο γίνεται και στα βότσαλα
που περικυκλώνουν τη ακτή

Η τοιχογραφία των περιστάσεων είναι περίπλοκη
   και πυκνή.
Με μυρμήγκια που γαζώνουν το γρασίδι.
Με το ραμμένο γρασίδι στο χώμα.
Με το σχέδιο ενός κύματος που βελονιάζει
   ένα κλαδάκι.

Έτσι λοιπόν συμβαίνει που υπάρχω και εγώ
   και παρατηρώ.
Πάνω μου μια λευκή πεταλούδα πεταρίζει
   στον αέρα
με φτερά που είναι μόνο δικά της
και μια σκιά περνάει ξυστά μέσ΄απ΄τα χέρια μου
που δεν είναι άλλη απ’ τον εαυτό της, δεν είναι κάποιου
   άλλου μόνο δική της.

Όταν βλέπω τέτοια πράγματα δεν είμαι πια σίγουρη
ότι αυτό που είναι σημαντικό
είναι πιο σημαντικό απ΄αυτό που είναι ασήμαντο

Βισουάβα Σιμπόρσκα, (Μια ποιητική διαδρομή, μετ Βασίλης Καραβίτης)

‘’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’

ο εραστής
άρρωστο ψάρι
όπου νά΄ναι
θα πέσει
στον ουρανό

*
κόλαση
με τόσο φως
δεν το περίμενα
στρίβοντας τη γωνιά
ν΄αντικρύσω
το μαύρο   κόκκινο

*
τη νύχτα
κλεισμένος
σε κλουβιά βροχής
σιγά – σιγά
με θανατώνουν
τα πουλιά

*
και το πρωί
αν τα πουλιά που μου στέλνει
ο Θεός
είναι πάλι μαύρα
τα βάφω
πράσινα
κίτρινα
κόκκινα

*
όμως μια μέρα
θά΄ρθει μια συννεφιά
παντοτινή

*
κυπαρίσσι
κόκκινο
δέρμα
της ψυχής

*
ένα γλυκό χέρι
σπασμένο
πεταγμένο
στις πέτρες
στο δρόμο
στο χάος

*
καληνύχτα

Μίλτος Σαχτούρης (Ποιήματα, 1945-1971) 

______________________________________________________

 

Εκτύπωση του άρθρου