Εκτύπωση του άρθρου

HILDA DOOLITTLE (H.D.)


 

"Το ελληνικό στοιχείο στην αγγλόφωνη ποίηση--η περίπτωση της H.D.".
(Μεταφράζουν και σχολιάζουν οι: Γιώργος Χαφιάν, Σπύρος Ζερβάκης, Ελπίδα Ζιαβρά, Παναγιώτα Μαρκούση, Δήμητρα Γιώργα. Δέσποινα Ταντσιοπούλου)

 

Adonis

1.

 Each of us like you
 has died once,
 has passed through drift of wood-leaves,
 cracked and bent
 and tortured and unbent
 in the winter-frost,
 the burnt into gold points,
 lighted afresh,
 crisp amber, scales of gold-leaf,
 gold turned and re-welded
 in the sun;

 each of us like you
 has died once,
 each of us has crossed an old wood-path
 and found the winter-leaves
 so golden in the sun-fire
 that even the live wood-flowers
 were dark.

 2.

 Not the gold on the temple-front
 where you stand
 is as gold as this,
 not the gold that fastens your sandals,
 nor thee gold reft
 through your chiselled locks,
 is as gold as this last year's leaf,
 not all the gold hammered and wrought
 and beaten
 on your lover's face.
 brow and bare breast
 is as golden as this:

 each of us like you
 has died once,
 each of us like you
 stands apart, like you
 fit to be worshipped.


Άδωνις

1.

Ο καθένας από εμάς όπως κι εσύ
Πέθανε κάποτε,
Έχει περάσει ανάμεσα απ' τον σωρό με τις φυλλωσιές του δάσους,
εκείνες τις φθαρτές και λυγισμένες,
τις βασανισμένες και αλύγιστες στο ψύχος του χειμώνα
με την φλόγα απ' το χρυσάφι
να λάμπει ξανά,
το τραχύ κεχριμπάρι, οι ζυγοί των χρυσόφυλλων
να γίνονται χρυσός στο φως του ήλιου
ο καθένας από εμάς όπως κι εσύ
πέθανε κάποτε,
ο καθένας από εμάς έχει διασχίσει ένα παλιό μονοπάτι στο δάσος
και βρήκε τα φύλλα του χειμώνα
πολύ χρυσαφένια από την φλόγα του ήλιου
που έκανε ακόμα και τα ζωντανά άνθη του δάσους
να φαίνονται τόσο σκοτεινά.

2.

Ούτε ο χρυσός στην πύλη του ναού
είναι τόσο χρυσός όσο αυτά
ούτε ο χρυσός που κοσμεί τα σανδάλια σου
ούτε το χρυσό μέταλλο
που λάξευσε τις κλειδαριές σου
είναι τόσο χρυσό όσο το κιτρινισμένο φύλλο
ούτε όλο το χρυσάφι που σφυρηλατήθηκε και κατεργάσθη
και σμιλέφθηκε στο πρόσωπο της αγαπημένης σου,
ούτε το μέτωπο και το γυμνό στήθος
είναι τόσο χρυσό όσο αυτό.

Ο καθένας από εμάς όπως κι εσύ
πέθανε κάποτε,
ο καθένας όπως κι εσύ
στέκεται στην άκρη, όπως εσύ
για να γίνει αντικείμενο λατρείας.

μτφ. Γιώργος Χαφιάν

 

1.

Ο καθένας από εμάς όπως και εσύ
έχει αποβιώσει μία φορά,
έχει περάσει ανάμεσα από παρασυρόμενα φύλλα του δάσους,
ραγισμένα και λυγισμένα
και ταλανισμένα και αλύγιστα
στο χειμώνα-παγετό,
τα καμένα σε χρυσά σημεία,
αναμμένα ξανά,
τραγανό κεχριμπάρι, ζυγοί χρυσού φύλου,
όπου το χρυσό στράφηκε και  επανενώθηκε
στον ήλιο;

καθένας από μας σαν εσένα
έχει αποβιώσει μία φορά,
κάθε ένας από μας έχει διασχίσει ένα παλιό  δασικό μονοπάτι
και βρήκε τα φύλλα του χειμώνα
τόσο χρυσά στην πυρκαγιά
όπου ακόμη και τα ζωντανά λουλούδια του δάσους
ήταν σκοτεινά.

2.

Ούτε ο χρυσός στην είσοδο του ναού
όπου στέκεσαι
είναι τόσο χρυσός όσο αυτό,
ούτε ο χρυσός που στερεώνει τα σανδάλια σου,
ούτε το χρυσό που επιδαψειλεύεται
μέσα από τις σμιλεμένες σου κλειδαριές,
είναι τόσο χρυσό όσο αυτό το φύλλο του περασμένου έτους,
ούτε όλο το χρυσό το σφυρήλατο και το καταστραμμένο
με το οποίο έδειρες
το πρόσωπο του εραστή σου.
το φρύδι και το γυμνό στήθος
είναι τόσο χρυσό όπως αυτό:
καθένας από μας όπως και εσύ
έχει πεθάνει μία φορά,
καθένας από μας όπως και εσύ
ξεχωρίζει, σαν εσένα
κατάλληλος να γίνει αντικείμενο λατρείας.

μτφ. Σπύρος Ζερβάκης


Φιλοσοφικές προεκτάσεις του ποιήματος

Αν εξετάσουμε το ποίημα από ιστορική και φιλοσοφική οπτική γωνία, βρίσκουμε και εδώ το ηροδότειο κυκλικό σχήμα της εξελικτικής πορείας, το οποίο ο πατέρας της Ιστορίας το εντοπίζει όχι μόνο στην ανθρώπινη μοίρα αλλά και στην ιστορική εξέλιξη των πραγμάτων. Όπως η Ντούλιτλ περιγράφει τις μεταβολές ενός φυσικού στοιχείου (όπως το φύλλο) μέσα από την εναλλαγή των εποχών, με τον ίδιο τρόπο ο Ηρόδοτος συνέδεσε τον φυσικό κύκλο με τον βιολογικό κύκλο της ζωής (γέννηση- ωρίμανση- φθορά-θάνατος) και με τον κύκλο του ανθρώπινου πεπρωμένου ταυτίζοντας την άνοδο με την ευτυχία και την ακμή και την κάθοδο με την δυστυχία και την καταστροφή. Το ίδιο μοτίβο μπορούμε να παρατηρήσουμε στον Άδωνη της Ντούλιτλ, καθώς ο μυθικός ήρωας διασχίζει όλα τα προαναφερθέντα στάδια μέχρι να φτάσει στην πνευματική αναγέννηση και καταξίωση.

 Επίσης, είναι εμφανείς στο ποίημα και άλλες φιλοσοφικές υποδηλώσεις, όπως η θεωρία του Ρουσσώ για επιστροφή στην Φύση ιδωμένη από την οπτική της διαφθοράς του κοινωνικού και πολιτισμικού συστήματος. Για να καταστεί τούτο σαφές αναφέρουμε ότι η φύση, στην ιστορική της διαδρομή, εθεωρείτο σαν ένα καθαγιασμένο μέρος ασφάλειας, μακριά από τον ηθικά εκφυλισμένο « πολιτισμένο»   κόσμο, σαν ένα σταθερό καταφύγιο για αυτούς που αναζητούσαν συναισθηματική γαλήνη και διανοητική σταθερότητα. Υπό αυτό το πρίσμα, ο Άδωνης, όντας ένας ήρωας που ζούσε στο φυσικό περιβάλλον ήταν ένας ηθικά αγνός ήρωας, ο οποίος όμως διεφθάρη εξαιτίας της ερωτικής αποπλάνησης που υπέστη από τις γυναικείες θεότητες.

 Συνοψίζοντας, ας λάβουμε υπόψιν την φιλοσοφία του Σοπενχάουερ και το πώς προσαρμόζεται στο ηθικό δίδαγμα του ποιήματος. Συνοπτικά επισημαίνουμε ότι ο φιλόσοφος της απαισιοδοξίας τόνιζε την δύναμη της θέλησης, η οποία οδηγούσε τον κάτοχο της σε ένα συναίσθημα διαρκούς ανηδονίας και η οποία, τελικώς, επέφερε τον θάνατο και τον εκμηδενισμό της ανθρώπινης ύπαρξης. Σύμφωνα με τον Γερμανό φιλόσοφο ο μόνος τρόπος για να απαγκιστρωθεί κάποιος από αυτό το μαρτύριο ήταν η εντρύφηση με την τέχνη, επειδή η τελευταία μας φέρνει σε επαφή με το αιώνιο και αέναο βοηθώντας μας να υπερκεράσουμε τις υπαρξιακές μας ανησυχίες και τον φόβο του θανάτου. Υπό αυτήν την οπτική γωνία, ο Άδωνης ήταν ένας οριακός ήρωας που διέπραξε ύβριν ποθώντας την σεξουαλική συνεύρεση με τις θεές επισύροντας τον φυσικό του θάνατο. Έτσι, λοιπόν, η Ντούλιτλ χάρισε απλόχερα στον θνητό Άδωνη το δώρο της αθανασίας μέσα από τις ποιητικές της ικανότητες, συνδυάζοντας το σύμβολο της απαράμιλλης φυσικής ομορφιάς (Άδωνης) με την εξαίσια ομορφιά αυτού του ποιήματος.

Σχολιασμός: Σπύρος Ζερβάκης

___________________________

Η χρήση εικόνων από την φύση και συμβόλων από την ελληνική μυθολογία αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο στην ποίηση της Hilda Doolittle. Οι έντονες εικόνες όπως ο χειμώνας, οι φυλλωσιές του δάσους και τα κιτρινισμένα φύλλα δίνουν το έντονο συναίσθημα της παρακμής που επιφέρει ο θάνατος, αλλά ταυτόχρονα μέσω της επαναλαμβανόμενης αναφοράς στον χρυσό, αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης ότι υπάρχει η αισιοδοξία για αναγέννηση. Η Hilda Doolittle μέσα από τις ζωντανές εικόνες, δεν περιορίζεται απλά στο να περιγράψει τον επαναλαμβανόμενο κύκλο που δημιουργεί η αλληλουχία της ζωής με τον θάνατο. Εκφράζει τα συναισθήματά της, επικεντρώνοντάς την προσοχή της στην εικόνα του Άδωνη. Συγκεκριμένα, εκφράζει την αισιοδοξία της ότι μετά την φθορά της ύλης, η ζωή περνάει ένα καινούργιο μονοπάτι, αυτό της αιωνιότητας. Η ανταμοιβή είναι το υπέρτατο δώρο της αθανασίας. Προτεραιότητα για την ποιήτρια επομένως έχει το πνεύμα, επομένως η αναγέννηση στην οποία αναφέρεται το ποίημα είναι αυτή του πνεύματος. Όπως ο Άδωνις, έτσι και ο κοινός θνητός μπορεί να ανταμειφθεί με την δόξα που θα του χαρίσει η αθανασία του πνεύματος.

Σχολιασμός:Γιώργος Χαφιάν


Cassandra

O Hymen king.
Hymen, O Hymen king,
what bitter thing is this?
what shaft, tearing my heart?
what scar, what light, what fire
searing my eye-balls and my eyes with flame?
nameless, O spoken name,
king, lord, speak blameless Hymen.
Why do you blind my eyes?

why do you dart and pulse
till all the dark is home,
then find my soul
and ruthless draw it back?
scaling the scaleless,
opening the dark?
speak, nameless, power and might;
when will you leave me quite?
when will you break my wings
or leave them utterly free
to scale heaven endlessly?

A bitter, broken thing,
my heart, O Hymen lord,
yet neither drought nor sword
baffles men quite,
why must they feign to fear
my virgin glance?
feigned utterly or real
why do they shrink?
my trance frightens them,
breaks the dance,
empties the market-place;
if I but pass they fall
back, frantically;
must always people mock?
unless they shrink and reel
as in the temple
at your uttered will.

O Hymen king,
lord, greatest, power, might,
look for my face is dark,
burnt with your light,
your fire, O Hymen lord;
is there none left
can equal me
in ecstasy, desire?
is there none left
can bear with me
the kiss of your white fire?
is there not one,
Phrygian or frenzied Greek,
poet, song-swept, or bard,
one meet to take from me
this bitter power of song,
one fit to speak, Hymen,
your praises, lord?

May I not wed
as you have wed?
may it not break, beauty,
from out my hands, my head, my feet?
may Love not lie beside me
till his heat
burn me to ash?
may he not comfort me, then,
spent of all that fire and heat,
still, ashen-white and cool
as the wet laurels,
white, before your feet
step on the mountain-slope,
before your fiery hand
lift up the mantle
covering flower and land,
as a man lifts,
O Hymen, from his bride,
(cowering with woman eyes,) the veil?
O Hymen lord, be kind.

Doolittle, Hilda. “Cassandra” Heliodora And Other Poems. Houghton Mifflin Company, 1924, pp.51-4.

Κασσάνδρα


Ω, βασιλιά Υμένα
Υμένα, Ω, βασιλιά Υμένα,
τι πικρό πράγμα είναι αυτό;
τι αχτίδα, που σκίζει την καρδιά μου;
τι ουλή, τι φως, τι φωτιά
καίει με τη φλόγα του τους βολβούς και τα μάτια μου;
ανώνυμο, Ω, ειπωμένο όνομα,
βασιλιά, άρχοντα, μίλα αθώε Υμένα.
Γιατί τυφλώνεις τα μάτια μου;
γιατί τινάζεσαι και πάλλεσαι
μέχρι να γίνει το σκότος σπίτι μου,
ύστερα αρπάζεις την ψυχή μου
και ανελέητα πίσω την τραβάς;
φτάνοντας στο άφταστο,
ανοίγοντας το σκοτάδι;
μίλα, ανώνυμε, δύναμη και ισχύ•
πότε θα με αφήσεις επιτέλους;
πότε θα σπάσεις τα φτερά μου
ή τελείως ελεύθερα θα τα αφήσεις
ν’ ανεβαίνουν στον παράδεισο ατέρμονα;

Ένα πικρό, σπασμένο πράγμα,
η καρδιά μου, Ω, Υμένα άρχοντα,
κι όμως, ούτε η ξηρασία ούτε το ξίφος
ταράζει τους άνδρες τόσο,
γιατί πρέπει να προσποιούνται ότι φοβούνται
την παρθενική μου ματιά;
τελείως προσποιητά ή αληθινά
γιατί συρρικνώνονται;
η έκστασή μου τους τρομάζει,
διαλύει το χορό,
την αγορά αδειάζει •
αν περάσω, φεύγουν
πίσω, αγωνιωδώς•
πρέπει πάντα να κοροϊδεύουν οι άνθρωποι;
εκτός εάν συρρικνώνονται κι αναστατώνονται
όπως στο ναό
με την προφορά της θέλησής σου.

Ω, Υμένα βασιλιά,
άρχοντα, μεγαλειότατε, δύναμη, ισχύ,
κοίτα το πρόσωπό μου που είναι σκοτεινό,
καμένο από το φως σου,
απ’ τη φωτιά σου, Ω, Υμένα άρχοντα•
δεν έμεινε κανείς
να με φτάσει
στην έκσταση, στον πόθο;
δεν έμεινε κανείς
ν’ αντέξει μαζί μου
το φιλί της λευκής σου φωτιάς;
δεν υπάρχει ούτε ένας,
Φρύγος ή τρελαμένος, Έλληνας,
ποιητής, συρμένος από το τραγούδι ή βάρδος,
ένας σύντροφος να πάρει από μένα
την πικρή αυτή δύναμη του τραγουδιού,
κάποιος ταιριαστός να μιλήσει, Υμένα,
για τη δόξα σου, άρχοντα;

Δεν θα παντρευτώ εγώ
όπως έχεις εσύ παντρευτεί;
δε θα σπάσει, η ομορφιά,
από τα χέρια, το κεφάλι, τα πόδια μου;
δε θα κοιμηθεί δίπλα μου ο Έρως
μέχρι η θέρμη του
να με κάνει στάχτη;
δε θα με παρηγορήσει, τότε,
ξοδεμένος απ’ όλη τη φωτιά ετούτη και τη ζέστη,
αλλά λευκός σαν τη στάχτη και δροσερός
σαν υγρές δάφνες,
λευκός, όπως πριν πατήσουν
στη βουνοπλαγιά τα πόδια σου,
πριν το φλογερό σου χέρι
σηκώσει τον μανδύα
που καλύπτει το άνθος και τη γη,
όπως ένας άνδρας σηκώνει,
Ω, Υμένα, από τη νύφη του,
(ζαρωμένος από τα γυναικεία μάτια), το πέπλο;
Ω, Υμένα, κύριε, ας είσαι ευγενικός.

--------------------------------------------------------
Η Κασσάνδρα, ή Αλεξάνδρα (αυτή που διώχνει τους άνδρες μακριά) ήταν κόρη της Εκάβης και του Πριάμου, βασιλιά της Τροίας. Ο μύθος διηγείται ότι απέκτησε το προφητικό της χάρισμα από το θεό Απόλλωνα, ο οποίος, βέβαια, απαίτησε ως αντάλλαγμα τον έρωτά της. Η άρνησή της επέφερε την πρωτότυπη και βαριά τιμωρία της: θα προέβλεπε σωστά το μέλλον αλλά δε θα την πίστευε κανείς. Μετά την πτώση της Τροίας, η Κασσάνδρα βιάστηκε από τον Αίαντα το Λοκρό μέσα στο ναό της Αθηνάς, μια πράξη ατίμωσης και ιεροσυλίας. Έπειτα, κληρώθηκε στον Αγαμέμνονα ως λάφυρο και την πήρε μαζί του στις Μυκήνες. Εκεί, τραγικά, οι μοίρες τους ενώθηκαν στο θάνατο: δολοφονήθηκαν από την Κλυταιμνήστρα και τον Αίγισθο.
Καταραμένη από τον Απόλλωνα, φαινομενικά τρελή, γνωρίζοντας και μιλώντας για μια αλήθεια που κανείς δεν πιστεύει, ατιμασμένη και ταπεινωμένη, η Κασσάνδρα είναι η γυναίκα που υποφέρει σε μια πατριαρχική κοινωνία, όπου οι γυναίκες γίνονται τα θύματα και τα αντικείμενα του ανδρικού πόθου. Η H.D., επιλέγει αυτή τη γυναικεία φιγούρα για να μιλήσει για την έμπνευση και τη δημιουργία που έρχεται σαν θεϊκό δώρο αλλά και σαν κατάρα, που καίει και τσουρουφλίζει το δημιουργό. Το ποίημα αυτό, που έχει τη μορφή ενός γαμήλιου τραγουδιού ή Υμεναίου, κάνει επίκληση στον προστάτη του γάμου, τον Υμένα, να βοηθήσει την περσόνα που η ποιήτρια δημιουργεί, μια προσωπικότητα ανάμεσα στον εαυτό της και τη μυθική Κασσάνδρα, να αντέξει το βάρος της έμπνευσης, το φορτίου του χαρίσματος της προφητείας και της ποίησης και να βρει ένα ταίρι, κάποιον που θα μοιραστεί μαζί της το βάρος και θα αντέξει μαζί της το φιλί της λευκής… φωτιάς του Υμένα.
Επομένως, το ποίημα αυτό είναι μια έκκληση για βοήθεια της ποιήτριας που αναλώνεται και καίγεται στη φωτιά της ποίησης και μια κραυγή για αγάπη. Η Κασσάνδρα, γίνεται λοιπόν, το μυθικό ένδυμα που φοράει η δημιουργός του ποιήματος για να εκφράσει τον πόνο, την αγωνία της και τον πόθο που την κατακλύζει. Οι αρχές του εικονισμού που ασπαζόταν η H.D., οδηγούν στη λιτότητα και απλότητα και συνάμα στην ουσιαστική δύναμη των λέξεων, που φορτώνονται με βαριά νοήματα και βαθιά ριζωμένα συναισθήματα.

Μετάφραση-Σχολιασμός: Ελπίδα Ζιαβρά


Delphi By H.D.

His song.


Now I know
There is no before
That all escape lies in the perfect contour;
Now I know that the tale of his lust
is lies,
his allure has outwitted the flesh,
his lust
is pure-lust of the eyes,
for beauty
in tangible things;
his words
fly with wings

now I know
that all who have spoken ill,
who imperil
and threaten the god,
are holding their souls to a mirror,
light threatens, is active, is gone,
so it is with a song;

are you strong?
he is strong;
are toy weak?
he prevails- but not you
to question
his power when you falter;
the blame is your own;
he knows no remorse nor repents,
he remains

faultless and perfect and whole;
he is;
you may burn,
you may curse,
you may threaten,
you may pour out red gold on his altar,
he comes to no call,
not to magic
nor to reason;

his word
is withdrawn,
hieratic,
authentic,
a king’s,
yet all may receive it;
he turns at a whim,
who answers to no threat,
no call of the flute,
no drum-beat of the drum;
you may bargain
and threaten,
the prophet
is distant and mute;

yet one day
he will speak
through a child or a thrush
or a stray in the market;
he will touch
with the arm of a herdsman
your arm,
he will brush
with lips of a brother
your lips;
you will flame into song,

that no merchant can buy,
that no priest can cajole;
he is here,
he is gone.

Poetry, Jan. 1982 pp. 223-224.


Δελφοί  (Χίλντα Ντούλιτλ)


(Το τραγούδι του)


Τώρα ξέρω
ότι δεν υπάρχει πριν
ότι κάθε διαφυγή βρίσκεται στο τέλειο μέτρο
τώρα ξέρω ότι η ιστορία του πόθου του
είναι ψέματα,
η σαγήνη του ξεγέλασε τη σάρκα
ο πόθος του
είναι ο αγνός πόθος των ματιών
για την ομορφιά
των απτών πραγμάτων
οι λέξεις του
πετάνε με φτερά

τώρα ξέρω
ότι όλοι που διέπραξαν ύβρη,
που διακινδυνεύουν
και απειλούν τον θεό,
κρατούν τις ψυχές τους μπροστά σ’ ένα καθρέφτη
το φως απειλεί, είναι ενεργό, είναι χαμένο,
έτσι μ’ ένα τραγούδι

είσαι δυνατός;
αυτός είναι δυνατός
είσαι αδύναμος;
αυτός κυριαρχεί- αλλά όχι για σένα
ν’ αμφισβητήσεις
τη δύναμή του όταν διστάζεις,
το φταίξιμο είναι δικό σου
δεν γνωρίζει ούτε τύψεις ούτε μετάνοια
παραμένει

αλάθητος και τέλειος και ακέραιος,
είναι
μπορείς να καίγεσαι,
μπορείς να καταριέσαι,
μπορείς ν’ απειλείς,
μπορείς να χύνεις κόκκινο χρυσό στον βωμό του,
δεν απαντάει σε κανένα κάλεσμα,
ούτε στη μαγεία
ούτε στη λογική

ο λόγος του
υποχωρεί,
ιερατικός,
αυθεντικός,
βασιλικός,
κι όμως όλοι μπορούν να τον λάβουν.
αλλάζει στη στιγμή,
δεν απαντάει σε καμία απειλή,
σε κανένα κάλεσμα του αυλού,
σε κανένα χτύπημα του τύμπανου.
μπορείς να παζαρέψεις
και ν’απειλήσεις,
ο προφήτης
είναι απόμακρος και βουβός

κι όμως μια μέρα
θα μιλήσει
μέσω ενός παιδιού ή μιας τσίχλας
ή ενός αδέσποτου στην αγορά
θ’ αγγίξει
μα το χέρι ενός βοσκού
το δικό σου χέρι
θα χαϊδέψει
με αδελφικά χείλια
τα δικά σου χείλη
θα ξεσπάσεις σε τραγούδι

που κανένας έμπορος δεν θα αγοράσει,
που κανένας ιερέας δεν θα κολακέψει
αυτός είναι εδώ
αυτός χάθηκε

-------------------------------------------------

Η Χίλντα Ντούλιτλ έτρεφε μία βαθιά αγάπη για την Ελλάδα και τον ελληνικό πολιτισμό. Το ελληνικό στοιχείο στην ποίησή της, επομένως, κατέχει κυρίαρχη θέση, είτε πρόκειται για αναφορές στην ελληνική μυθολογία, το τοπίο ή τον τρόπο σκέψης. Στο συγκεκριμένο ποίημα, με τίτλο Δελφοί, οι αναφορές στην Ελλάδα είναι προφανείς από τον τίτλο ακόμα. Αν και στο υπόλοιπο ποίημα δεν αναφέρεται άμεσα και ξεκάθαρα σε κάποιο συγκεκριμένο μύθο ή θεότητα, είναι ασφαλές να υποθέσουμε πως πρόκειται για τον θεό των Δελφών τον Απόλλωνα, θεό του φωτός, της μουσικής και της μαντικής. Παραδόξως όμως επιλέγει να του προσδώσει ιδιότητες που τον διαχωρίζουν από τους άλλους τους θεούς. Μας τον παρουσιάζει ως μία φιγούρα μυστηριακή που δεν απαντάει σε κανένα κάλεσμα, σε καμία ύβρη και το τραγούδι του δεν είναι κάτι προσφέρεται κατόπιν αιτήματος. Αντίθετα είναι ένα τραγούδι που προσφέρεται από μόνο του απροσδόκητα και αυθόρμητα. Θα μπορούσαμε να πούμε, δηλαδή, ότι ο θεός δεν είναι παρά η ποιητική έμπνευση και έκφραση την οποία η ποιήτρια απελπισμένα αναζητά σαν να ήταν κάποιος μυστηριακός θεός που όμως δεν ανταποκρίνεται. Εμφανίζεται όμως τις πιο απροσδόκητες στιγμές καθώς άλλωστε η έμπνευση είναι κάτι απρόβλεπτο από μόνη της, δεν ελέγχεται από κανένα και η αναζήτησή της βασανίζει κάθε είδους καλλιτέχνη. Οι Δελφοί επομένως είναι ένα ποίημα που συνδέει συνειρμικά  την καλλιτεχνική δημιουργία με την αρχαία Ελλάδα και την λατρεία του δωδεκάθεου, δείχνοντας έτσι ότι η θρησκεία στην αρχαιότητα ήταν άμεσα συνδεδεμένη με την τέχνη και συγκεκριμένα την ποιητική δημιουργία. Είναι επίσης και ένας τρόπος για την ποιήτρια να μας φανερώσει το πώς η δική της έμπνευση είναι άρρητα συνδεδεμένη με τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό.    

Μετάφραση-Σχολιασμός: Παναγιώτα Μαρκούση


Callypso – H.D.

Callypso
O you clouds
here is my song;
man is a clumsy and evil
a devil.

O you sand,
this is my command,
drown all men in slow breathless suffocation —
then they may understand.

O you winds,
beat his sails flat,
shift a wave sideways
that he suffocate.

O you waves
run counter to his oars,
waft him to blistering shores,
where he may die of thirst.

O you skies
send rain
to wash salt from my eyes,

and witness, all earth and heaven,
it was of my heart-blood
his sails were woven;

witness, river and sea and land;
you, you must hear me —
man is a devil,
man will not understand.

Odysseus
She gave me fresh water in an earth-jar,
strange fruits
to quench thirst,
a golden zither
to work magic on the water;

she gave me wine in a cup
and white wine in a crystal shell;
she gave me water and salt,
wrapped in a palm-leaf,
and palm-dates:

she gave me wool and a pelt of fur,
she gave me a pelt of silver-fox,
and a brown soft skin of a bear,

she gave me an ivory comb for my hair,
she washed brine and mud from my body,
and cool hands
held balm
for a rust-wound;

she gave me water
and fruit in a basket,
and shallow
baskets of pulse and grain, and a ball
of hemp
for mending the sail;

she gave me a willow-basket
for getting into the shallows
for eels;

she gave me peace in her cave.

Callypso (from land)
He has gone,
he has forgotten;
he took my lute and my shell of crystal —
he never looked back —

Odysseus (on the sea)
She gave me a wooden flute
and a mantle,
she wove this wool —

Callypso (from land)
For man is a brute and a fool.

Καλυψώ – H.D.

Καλυψώ
Ω εσείς σύννεφα
να το τραγούδι μου•
ο άνδρας είναι απερίσκεπτος και κακόβουλος
ένας διάβολος.

Ω εσύ άμμος
αυτή είναι η διαταγή μου,
πνίξε όλους τους άνδρες με αργό πνιγμό που κόβει την ανάσα—
τότε ίσως να καταλάβουν.

Ω εσείς άνεμοι,
κάντε τα πανιά του επίπεδα,
αλλάξτε κατεύθυνση στα κύματα προς το πλάι
για να πνιγεί.

Ω εσείς κύμματα
Πηγαίνετε αντίθετα στα κουπιά του,
Οδηγήστε τον σε άγριες ακτές,
Όπου θα πεθάνει από δίψα.

Ω εσείς ουρανοί
Στείλτε βροχή
Για να ξεπλύνει το αλάτι από τα μάτια μου,

και όλη η γη και το σύμπαν, είστε μάρτυρες
Ότι ήταν από τη ματωμένη καρδιά μου
που τα πανιά του υφάνθηκαν.

Ποτάμι, θάλασσα και γη, είστε μάρτυρες
εσείς, εσείς, πρέπει να με ακούσετε  —
ο άνδρας είναι ένας διάβολος,
ο άνδρας δεν θα καταλάβει.

Οδυσσέας
Μου έδωσε φρέσκο νερό σε πήλινο βάζο
παράξενα φρούτα
για να καταπραύνω την δίψα,
χρυσαφένιο σαντούρι,
για να μαγέψω το νερό•

Μου έδωσε κρασί σε ποτήρι
και λευκό κρασί σε κρυσταλλένιο κοχύλι•
μου έδωσε νερό και αλάτι,
τυλιγμένα σε φύλλο φοίνικα,
και χουρμάδιες:

Μου έδωσε μαλλί και γούνα,
Μου έδωσε δέρμα ασημένιας αλεπούς,
και μαλακό δέρμα καφετιάς αρκούδας,

μου έδωσε μια  χτένα από ελεφαντόδοντο για τα μαλλιά μου,
ξέπλυνε την άλμη και τη λάσπη από το σώμα μου,
και με δροσερά χέρια
κράτησε βάλσαμο
σε σκουριασμένη πληγή•

μου έδωσε νερό
και φρούτα σ’ένα καλάθι,
και αβαθή
καλάθια με όσπρια και σιτάρι, και ενα κουβάρι
 κάνναβη
για το μπάλωμα του πανιού•

μου έδωσε καλάθι από ιτιά
για να μπαίνω στα ρηχά
για χέλια,•

μου έδωσε ηρεμία στην σπηλιά της.

Καλυψώ (απ’ τη στεριά)
Έχει φύγει,
Έχει ξεχάσει•
πήρε τo λάουτο μου και το κρυσταλλένιο μου κοχύλι —
ποτέ δεν κοίταξε πίσω —

Οδυσσέας (από την θάλασσα)
Μου έδωσε ξύλινο φλάουτο
κι ένα μανδύα,
αυτή ύφανε αυτό το μαλλί  —

Καλυψώ (από τη στεριά)
Γιατί ο άνδρας είναι ένα κτήνος κι ένα κορόιδο.

----------------------------------------------------

Στο ποίημα της Η.D., η Καλυψώ εκφράζει την αγανάκτηση και την πικρία που επιφέρει η αποχώρηση του Οδυσσέα επικαλώντας τις δυνάμεις της φύσης να συμμετάσχουν στον θυμό και την αγανάκτησή της. Ως εκπρόσωπος του κινήματος του εικονισμού, η H.D. αποφεύγει την παρουσίαση ενός ρομαντικού πορτραίτου της φύσης δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στον τρόπο με τον οποίο οι ακραίες καιρικές καταστάσεις αντικατοπτρίζουν τον αναταραγμένο εσωτερικό κόσμο της Καλυψούς. Κατά συνέπεια, η ποιήτρια δημιουργεί μια αμοιβαιότητα μεταξύ της εσωτερικής και της εξωτερικής πραγματικότητας καταλήγοντας σε μια ταύτιση μεταξύ Καλυψούς και φύσης. Αξιοσημείωτο μάλιστα αποτελεί το γεγονός ότι η Καλυψώ αφηγείται το ποίημα απ’τη στεριά του νησιού της αναδεικνύοντας την παθητικότητα του γυναικείου φύλου ενώ αντίθετα ο Οδυσσέας αφηγείται από τη θάλασσα αναδεικνύοντας τη συνεχή κίνηση που χαρακτηρίζει το ανδρικό φύλο. Συνεπώς, αν και φαινομενικά το ποίημα συμμορφώνεται σε παραδοσιακoύς ρόλους που έχουν ανατεθεί στα δύο φύλα, μέσα από τη σκιαγράφηση των έντονων συναισθημάτων και σκέψεων της Καλυψούς, το ποιήμα στοχεύει στην αποδόμηση του παραδοσιακού  γυναικείου ρόλου παρουσιάζοντας μια νέα μορφή γυναικείας υποκειμενικότητας και αμφισβητώντας πρότυπα ιδανικής γυναικείας φύσης, που προκαθορίζουν ότι οι γυναίκες είναι εκ φύσεως εύθραστες, ανιδιοτελείς, ευάρετες. Συνεπώς, η H.D. αναθεωρεί έναν παραγκωνισμένο χαρακτήρα των Ομηρικών επών προβαίνοντας σε μια κριτική ανάλυση των πατριαρχικών δομών που είναι συνυφασμένες με τα κλασικά κείμενα της αρχαιότητας.

Doolittle, Hilda. “Callypso Speaks.” Selected Poems of H.D. New York: Grove P, 1957. 59-61.

Μετάφραση-σχολιασμός: Δήμητρα Γιώργα



Lethe

NOR skin nor hide nor fleece
Shall cover you,
Nor curtain of crimson nor fine
Shelter of cedar-wood be over you,
Nor the fir-tree
Nor the pine.
Nor sight of whin nor gorse
Nor river-yew,
Nor fragrance of flowering bush.
Nor wailing of reed-bird to waken you.
Nor of linnet.
Nor of thrush.
Nor word nor touch nor sight
Of lover, you
Shall long through the night but for this
The roll of the full tide to cover you
Without question.
Without kiss.
Doolittle, Hilda. "Lethe". Heliodora and Other Poems. London, 1924, p. 85.

Λήθη

Oύτε δέρμα ούτε τομάρι ούτε δέρας
Θα σε σκεπάσει
Καμία κουρτίνα πορφυρή ούτε περίτεχνο
καταφύγιο από κεδρόξυλο θα σε καλύψει,
Ούτε τα έλατα
Ούτε τα πεύκα.

Ούτε η όψη ψυχανθών ούτε σχοίνων
Ούτε του ποταμού ο ίταμος,
Ούτε μυρωδιά ανθισμένου θάμνου,
Ούτε θρήνος πουλιού στην καλαμιά θα σε ξυπνήσει,
Ούτε της κοκκινόσπιζας,
Ούτε της κίχλης.
 
Ούτε λέξη ούτε άγγιγμα ούτε όψη
Εραστή, παραμόνο 
Αυτό θα ποθείς ολονυχτίς:
Τη ροή της παλίρροιας να σε σκεπάσει
Χωρίς ερωτήσεις,
Χωρίς φιλιά.

------------------------------------------------------------
Η Χίλντα Ντούλιτλ δημιουργεί έναν κόσμο στο ποίημά της Λήθη, χρησιμοποιώντας τα μυθολογικά και τοπικά χαρακτηριστικά του Άδη. Ωστόσο, μέσα στο έργο, ο Άδης περιγράφεται ως τόπος κλαυθμού και οδυρμού, όπου όσοι έχουν χάσει τη θέληση για ζωή και τις μικροχαρές της μπορούν να λουσθούν για να κατακτήσουν την αμνησία που θα τους λυτρώσει από τις συνέπειες του ζῆν: η αγάπη, οι επίγειες απολαύσεις και οι δεσμοί αποτινάσσονται για χάρη της γαλήνιας λησμοσύνης. Υπό αυτή την έννοια, μπορούμε να υποθέσουμε πως η Λήθη είναι το μοιρολόι της Ντούλιτλ για την ευτυχία, την αγάπη ή την αθωότητα που χάθηκε, μια θρηνητική ωδή στην απώλεια της θέλησης για ζωή και στην καρτερική προσμονή για το λυτρωτικό αίσθημα του νόστου στην αρχή των πάντων, το νερό.

Μετάφραση-Σχολιασμός: Δέσποινα Ταντσιοπούλου

 

Εκτύπωση του άρθρου