Εκτύπωση του άρθρου
                                
                                                                                                
 

      
 
Ορχήστρα
βιολί,  κοντραμπάσο,  φαγκότο, κορνέτα, τρομπόνι, σειρά κρουστών (γκραν-κάσα, ταμπούρλο, τύμπανα, κύμβαλα, τρίγωνο)
Χαρακτήρες
Ο αφηγητής, Ο στρατιώτης, ο διάβολος
Βουβά πρόσωπα
Η πριγκήπισσα, δύο χορεύτριες
  
Μια μικρή κινητή σκηνή σε πλατφόρμα. Σε κάθε πλευρά ένα κυκλικό βάθρο. Στο ένα βάθρο κάθεται ο αφηγητής μπροστά σ’ ένα μικρό τραπεζάκι με μια κανάτα λευκό κρασί. Η ορχήστρα είναι τοποθετημένη στο άλλο.  
 
 
 
Μες στη σκόνη περπατάει
Ο στρατιώτης σπίτι πάει  
 
Δέκα μέρες άδεια έχει
Και στο δρόμο τώρα τρέχει
 
Προχωράει, προχωράει και πάει  
 
Ανυπομονεί να φτάσει
Σπίτι του να ξαποστάσει
 
Η αυλαία σηκώνεται. Η μουσική (κρουστά) συνεχίζει. Η σκηνή στην όχθη ενός ρυακιού. Ο στρατιώτης μπαίνει. Σταματάει (μαζί με την μουσική).
 
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
 
Ό, τι και να πεις , δεν είναι άσχημα εδώ
 (Ο στρατιώτης κάθεται στη όχθη του ρυακιού)
 
Όμως τι επάγγελμα κι αυτό !
 (Ο στρατιώτης ανοίγει το σάκο του)
Πάντα στο πόδι κι ούτε δεκάρα τσακιστή… 
Εδώ μέσα όλα έχουν μπερδευτεί 
Πάει και το τυχερό μου φυλαχτό 
( με τον προστάτη άγιό του, τον Ιωσήφ, από σφυρήλατο χαλκό )
Ά όχι, νάτο!… κι άλλο ψάχνει 
Και μέσα απ’ το γυλιό του πιάνει
Χαρτιά, φυσίγγια, ένα καθρέφτη
(Τίποτα μέσα του δε βλέπει)  
Μα πού έχει πάει η ζωγραφιά της
(ένα πορτρέτο της καλής του, δώρο μέσα από την καρδιά της)
νάτη κι αυτή. Καθώς σκαλίζει πιο πολύ
βγάζει κι ένα μικρό βιολί.
 
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
 (κουρδίζοντας το βιολί)
 
Ετούτο δω είναι ολοένα
Ξεκούρδιστο και φάλτσο σαν και μένα
 
 (Ο στρατιώτης αρχίζει να παίζει).
 
Μουσική: Petits airs au bord du ruisseau. 
 
(Μπαίνει ο διάβολος. Είναι ένας μικρόσωμος γέρος που κρατάει στο χέρι μιαν απόχη για πεταλούδες. Απότομα, σταματά κι ακούει. Ο στρατιώτης δεν τον έχει δεί. Ο διάβολος κρύβεται. Πριν το τέλος της μουσικής πλησιάζει το στρατιώτη από πίσω κι ακουμπάει το χέρι του στον ώμο του.)  
 
 
ΔΙΑΒΟΛΟΣ
Να μου το δώσεις το βιολί.
 
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
Γιατί;
 
ΔΙΑΒΟΛΟΣ
Να τ’ αγοράσω, εννοώ.
 
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
Μα εγω δεν το πουλώ!
 
ΔΙΑΒΟΛΟΣ
 (ακουμπώντας κάτω την απόχη για τις πεταλούδες και προτείνοντάς του με το δεξί χέρι ένα βιβλίο που κρατούσε στην αριστερή του μασχάλη)
 
Τότε, με το βιβλίο αυτό αντάλλαξέ το…
 
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
Δεν ξέρω να διαβάζω, ξέχασέ το…
 
ΔΙΑΒΟΛΟΣ
Μα δεν χρειάζεται να ξέρεις.
Με το βιβλίο αυτό θα καταφέρεις...
Άλλα πολλά…είναι ένας θησαυρός...
Είναι ένας κόσμος μαγικός.
Προνομιούχες,
Τίτλοι, αμοιβαία.
Είναι Χρυσός
 
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
Πρέπει όμως να μου δείξεις πώς ...
 
ΔΙΑΒΟΛΟΣ
Μα φυσικά… καταλεπτώς  !
 
(Δίνει το βιβλίο στον στρατιώτη που αρχίζει να διαβάζει κουνώντας 
τα χείλη του και δείχνοντας τις γραμμές με το δάχτυλο)
 
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
Εμπρόθεσμα, όψεως, ανταλλακτήριο
Βιβλίο είναι τούτο ή μαρτύριο;
 
ΔΙΑΒΟΛΟΣ
Μη βιάζεσαι, θα το καταλάβεις λίγο-λίγο
 
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
Μα Κύριε, αν είναι πολύτιμο το βιβλίο αυτό 
Εμένα το βιολί μου είναι φθαρμένο και παλιό.
 
ΔΙΑΒΟΛΟΣ
Ένας λόγος παραπάνω!…
 
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
Καλώς λοιπόν, αφού δε χάνω!
 
(Δίνει το βιολί στο διάβολο και ξαναρχίζει να διαβάζει)
 
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Επι τη εμφανίσει, εγγύηση, ζημία, μα…
Εδώ λέει αγορά στις 31 !
Σήμερα δεν είναι 
Τρίτη 28;
Παράξενο βιβλίο ετούτο δώ,
Προφητικό !
Πολύ περίεργο μου φαίνεται αυτό.
 
ΔΙΑΒΟΛΟΣ
(Απότομα, αφού έχει προσπαθήσει να παίξει χωρίς αποτέλεσμα)
 
Λοιπόν, θα ‘ρθείς μαζί μου. 
 
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
Να κάνω τι;
 
ΔΙΑΒΟΛΟΣ
Δεν παίζει το βιολί μου. 
Πρέπει να ‘ρθείς να μου το δείξεις σπίτι 
 
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
Μα έχω άδεια ως την Τρίτη, 
Δέκα μέρες μόνο.
 
ΔΙΑΒΟΛΟΣ
Την άμαξά μου θα σου δώσω να μη χάσεις χρόνο 
 
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
Κι η μάνα μου, που με αναμένει ; 
 
ΔΙΑΒΟΛΟΣ
Ε,  πρώτη φορά σε περιμένει; 
 
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
Κι η αρραβωνιαστικιά μου που με λαχταράει;
 
ΔΙΑΒΟΛΟΣ
Σε λίγες μέρες, πλούσια, μαζί σου θα γλεντάει 
 
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
Πού μένετε ακριβώς;
 
ΔΙΑΒΟΛΟΣ
Οι υπηρέτες μου σαν βασιλιά θα σε φροντίσουν, 
Θα σε πλύνουν, θα σε τρίψουν, θα σε ντύσουν
Ρούχα λαμπρά. Της κούρασης τους κόμπους θα στους λύσουν.
Και σε τρεις μέρες, πλούσιο θα σε ξεπροβοδίσουν 
 
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
Και τι θα τρώμε;
 
ΔΙΑΒΟΛΟΣ
Κρέας, τρείς φορές τη μέρα
 
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
Κι από πιοτό;
 
ΔΙΑΒΟΛΟΣ
Κρασί γλυκό…
 
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
Και θα ‘χουμε και κάτι να καπνίζουμε;
 
ΔΙΑΒΟΛΟΣ
Πούρα Αβάνας τυλιγμένα σε χρυσό 
 
(Η αυλαία κατεβαίνει)
 
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Ορίστε, όλα πάνε κατ’ ευχή
Σας λεω, όλα πάνε κατ’ ευχή, 
Το γέρο τον παράξενο στο σπίτι ακολουθεί 
Και βρήκε όσα είχε ονειρευτεί
Φροντίδες, όπως του είχε υποσχεθεί 
Τέτοιο γλυκό κρασί δεν είχε πιει 
Ούτε και τέτοιο φαγητό γευτεί 
Βασιλικό, τέτοια ζωή μες στη χλιδή.
Κι έμαθε στον οικοδεσπότη πώς να παίζει το βιολί
Και του ’δειξε ο άλλος του βιβλίου το κλειδί.
Ύστερα, σαν ήρθε η Τρίτη μέρα το πρωί
Ο γέρος  είπε «Ήρθ’ η ώρα, έχεις ετοιμαστεί;
Μα πες μου πρώτα, έχεις ξεκουραστεί;»
Και είπε κείνος «Νιώθω φρέσκος σαν παιδί»
«Βρήκες λοιπόν ό,τι σου είχα υποσχεθεί;»
Κι ο Ιωσήφ για την φροντίδα ευχαριστεί.
«Ωραία τότε, έχεις ικανοποιηθεί…
Καιρός για την επιστροφή!»
Ανέβηκαν στ’ αμάξι, τα μαστίγια πλαταγίσαν
Κι από έξι στόματα λευκοί αφροί αναβλύσαν
Ο Ιωσήφ ξαφνιάστηκε απ’ το τράνταγμα
Σχεδόν τινάχτηκε απ’ το κάθισμα
Μόλις τα ζώα ξεκινήσαν
Φωνάζει ο γέρος «τα χερούλια να κρατάς γερά 
Τα’ άλογα αυτά είν’ άγρια, δυνατά»
Μα η τρεμούλα τίποτε δεν τον αφήνει να κρατήσει
Μήτε απ´ τα’ αμάξι αυτό τολμάει να πηδήσει
Τον ουρανό τα άλογα διασχίζουν 
Των σύννεφων το γκρίζο σκίζουν
«Είς’ ευχαριστημένος;» φωνάζει ο γέρος
«Είσαι ακόμα ικανοποιημένος;»
Στού ανέμου την πλάτη ταξιδεύουν 
Σπίτια και κάμπους αγναντεύουν
Γλιστρούν πάνω απ’ τη χώρα, σε πόση ώρα;
Σε πόση ώρα;
Μα, δεν υπάρχει ώρα
Κι όλα είναι πάλι τώρα
Όπως και πριν. 
 
(Επανάληψη: Marche du soldat)
 
Μες στη σκόνη περπατάει
Ο στρατιώτης σπίτι πάει  
 
Προχωράει, προχωράει και πάει  
 
Χαίρεται που έχει φτάσει
Σπίτι του θα ξαποστάσει
 
Ζήτω, να, φτάσαμε σπίτι. Καλημέρα κυρά Αφροδίτη
Μες στην αυλή κάνει δουλειές, γεια και χαρά
Εκείνη δεν του απαντά, μα να κι ο Λουκά
Φίλος καλός από παιδί, Λουκά, ε, Λουκά
Το χέρι του κουνάει καθώς ο φίλος του με τ’ άροτρο περνάει 
Εκείνος τον κοιτάει μα δεν τον χαιρετάει
Δε με γνωρίζεις πια, εγώ είμαι ο Ιωσήφ,
Ο Ιωσήφ, ο παιδικός σου φίλος, ο φαντάρος 
Ο Λουκά τον προσπερνάει, φεύγει κι ο Ιωσήφ και πάει
Να το σχολείο, η καμπάνα, τα παιδιά
Ο Ιωσήφ, ο Ιωσήφ, Δε με θυμάστε πια;
Το χάνι, ο μύλος, χωρικοί τον συναντούν
Άντρες, γυναίκες και παιδιά…δεν του μιλούν
Κάθεστε ακίνητοι και με κοιτάτε
Μα με φοβάστε; Γιατί δεν μιλάτε;
Πως γίνεται να μη θυμάστε
 
Την πρώτη πόρτα κατάμουτρα του κλείνουν
Στη δεύτερη τον διώχνουν και τον βρίζουν
Στη Τρίτη και στις άλλες τα ίδια, τι κατάσταση είν’ αυτή
Και σ’ όλες τους έχουν σκουριάσει οι αρμοί
Μα, να, ευτυχώς βλέπει τη μάνα του να φτάνει
Ο γιός σου μάνα, ο Ιωσήφ ! Αυτή τα χάνει
Σαν ξένο πάνω κάτω τον κοιτάει
Σταυροκοπιέται και περνάει
Αυτός να τρελαθεί κοντεύει, σκέφτεται «έχω τη μνηστή μου
Αυτή θ’αναγνωρίσει τη μορφή μου
Και ξάφνου « Παντρεμένη !!! Με δυό παιδιά !!!»
 
(Μεγάλη σιωπή. Μετά υπόκωφα)
 
Α !…Ληστή, απατεώνα τρομερέ 
Τώρα σε κατάλαβα αγύρτη βρωμερέ
Το χρόνο μού ‘κλεψες λες κι ήτανε παιχνίδι
 
(δυνατά)
 
Δεν ήτανε τρεις μέρες, τρία χρόνια ήταν ! Φίδι
φαρμακερό!
 
(εξασθενημένα)
 
Με παίρνουν φαίνεται για ξωτικό
Μέσα στους ζωντανούς μ’ έχουν νεκρό
 
(Μικρή παύση. Ύστερα δυνατά)
 
Ληστή, ληστή, απατεώνα. Κάθησα να τον ακούσω σα χαζός!
Κι αν ήμουν κουρασμένος, πεινασμένος, λόγος ήτανε αυτός;
Κάθεστε εσείς ποτέ ν’ αφήσετε τους ξένους να σας πείσουν;
Τους λετε δεν σας ξέρω και τους ζητάτε ήσυχους να σας αφήσουν.
Εγώ όμως τι έκανα; Φέρθηκα σαν ανόητος 
Και άφησα τα μάγια του να με ζαλίσουν !
 
 (Σηκώνεται η αυλαία. Το σκηνικό δείχνει το καμπαναριό του χωριού από μιαν απόσταση. Βλέπουμε το διάβολο ντυμένο σαν έμπορο ζώων. Ακουμπισμένος στο ραβδί του, στη μέση της σκηνής, περιμένει)
 
Έπρεπε να τον μυριστώ, κι εγώ αφελής, τον πίστεψα
Και σαν ηλίθιος από πάνω, έκατσα και τον φίλεψα
ένα βιολί. Τι δυστυχία θέ μου τώρα, άγνωστος στην ίδια μου τη χώρα
Τι θα κάνω τώρα;
Τι θα κάνω τώρα;
Τι θα κάνω;
 
Μουσική: Pastorale
 
(Στη μέση του κομματιού κατεβαίνει η αυλαία. Στο τέλος ξανανεβαίνει.  Ίδιο σκηνικό. Ο διάβολος είναι πάντα εκεί, στην ίδια θέση).
 
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ (Από το παρασκήνιο)
Α, Αγύρτη, απατεώνα
 
(Εμφανίζεται με το σπαθί τραβηγμένο απ’ τη θήκη και χυμάει στο διάβολο)
 
ΔΙΑΒΟΛΟΣ (ασάλευτος)
Λοιπόν, τι σκέφτεσαι να κάνεις τώρα;
 
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
 (Τραβιέται πίσω, φοβερίζοντάς τον ακόμα)
 
Λήσταρχε, σκουλήκι του αιώνα !
 
ΔΙΑΒΟΛΟΣ
Τέτοια οικειότητα δεν έχουμε ακόμα…
Ήσυχα, έτσι; Ορίστε μας…Μ’ ακούς καλά;
Τίποτα δεν μπορείς να κάνεις πια.
 
(Ο στρατιώτης σκύβει το κεφάλι. Σιωπή)
 
Έλα τώρα, όλα τα ‘χεις λησμονήσει;
Και το βιβλίο που ‘χες κερδίσει;
 
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
Μες στο σάκο το ‘χω κρύψει.
 
ΔΙΑΒΟΛΟΣ
Τότε η τύχη σου έχει ανοίξει
Πρόβλημα δεν έχεις πιά 
Κι είσαι και στρατιώτης…Μα…
Επιτέλους λοχία, δείξτε σ’ αυτούς τους χωρικούς ποιος είστε  
(φωνάζει)
Μην κουνηθεί κανείς!… Φυλαχτείτε !…
Άντε, εγώ θα στα λέω, ορίστε!…
 
(Του δείχνει το ξίφος)
 
Πάρτο από δώ αυτό!
 
(Ο στρατιώτης ξαναβάζει το σπαθί στη θήκη)
 
Φέρ’ το γυλιό, βάλτον εκεί
 
(του δείχνει το βάθος της σκηνής, ο στρατιώτης υπακούει) 
 
Έτσι μπράβο, βήμα ταχύ
Έλα πίσω, Προοοσ-χή!
Ανάπαυση, Βγάλτο το σκουφί
Φόρεσε αυτό 
 
(του πετάει ένα κασκέτο)
 
Βγάλε τη χλαίνη, θα βρείς παλτό
Θα τον ξεχάσεις το στρατό
 
(ο στρατιώτης βγάζει τη χλαίνη)
 
Αλλά όχι ακόμα…Προοοσ-χή
Μη βγαίνεις από τη γραμμή
Που είν’ το βιβλίο;
 
 (ο στρατιώτης του δείχνει το σάκο)
 
Α, ναι μου το ‘χεις πεί.
Πήγαινε φέρτο
 
(ο στρατιώτης πηγαίνει στο σάκο του. Ο διάβολος τον παρατηρεί. Ο στρατιώτης ψαχουλεύει στο σάκο και βγάζει διάφορα αντικείμενα, τον καθρέφτη, ένα μετάλιο)
 
Το βιβλίο μόνο, τίποτε άλλο. Έλα εδώ.
Άφησε κάτω το γυλιό.
 
(ο στρατιώτης επιστρέφει με το βιβλίο στο χέρι)
 
Μη το κρατάς έτσι στο χέρι, θα σου πέσει.
Βάλτο στη μασχάλη, ή δέσ’ το στη μέση.
 
(Παίρνει το βιβλίο και το βάζει κάτω από τη μασχάλη του στρατιώτη)
 
Κακομοίρη μου, αν το χάσεις
Εκατομμύρια θα πετάξεις…
 
(Βγάζει το βιολί απ’ την τσέπη του)
 
Αυτό δικό μου, αυτό δικό σου
Μην το ξεχνάς, για το καλό σου.
 
(Συνοδεύει το στρατιώτη και φεύγουν. Η σκηνή μένει άδεια για λίγο. Μουσική η ίδια που άρχισε η σκηνή. Πέφτει η αυλαία. Τέλος μουσικής)
 
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Έπεσε με τα μούτρα στη μελέτη, κι οι λέξεις
Έφερναν λεφτά… λεφτά, λεφτά, κι άλλα λεφτά
Από το διάβασμα τα μάτια του δακρύζαν
Μα μες στις τσέπες του οι λίρες κουδουνίζαν
Αγόραζε μ’ αυτές ό,τι ποθούσε
Σ’όλη τη χώρα την πραμάτεια του πουλούσε
 
(Κροτάλισμα ταμπούρλου)
 
Κυράδες μου, κυράδες μου διαλέξτε
Φουστάνια, ζακέτες, κορδέλες 
Κασμήρια, λαχούρια, δαντέλες, 
Πετσέτες, σεντόνια, χασέδες,
Σερβίτσια, κεντίδια, τσεβρέδες 
Τούλια και τουλπάνια
Ολομέταξα τουρμπάνια
Κεντητά περιτραχήλια
Και χρωματιστά μαντήλια
Κρέπια, στόφες, μουσελίνες
Κι απαλές ξανθές ερμίνες
Καπαρντίνες, καπελίνες
Και καλές φτηνές κουρτίνες
Ποικιλίες μοναδικές 
Τιμές προπολεμικές
Διαλέξτε κυράδες μου, διαλέξτε
 
(Κροτάλισμα ταμπούρλου)
 
Γυρολόγος δηλαδή, στην αρχή
Αλλά μετά, τι να τα κάνει αυτά;
Τα ‘μαθε όλα τα κόλπα στη δουλειά
Καθέναν πια τον κοροϊδεύει
Τα ξέρει όλα δίχως να μαντεύει
 
Ένα βιβλίο θησαυρός, 
Μόλις τα’ ανοίγει θαύματα  
Βγαίνουν εμπρός
Στα μάτια του τα ορθάνοιχτα
 
Δεν προλαβαίνει να ποθήσει, 
Έχει από πριν ο, τι ζητήσει.
Αφού κι αυτός όπως οι άλλοι
Θα ‘ρθει μια μέρα να πεθάνει.
Και θέλει πριν τη μέρα εκείνη
Όλα να τα ‘χει μάνι-μάνι.
Και μήπως ψέματα το λέει,
Ο θάνατος τον περιμένει.
 
Θέλει εκείνο, ύστερα αυτό
Δεν έχει παρά να ζητήσει
Πληρώνει ό,τι επιθυμήσει
Κι όλα στα πόδια του σωρό.
 
Όλα;…λέει και σταματά. Όλα; Όλα αδειανά.
Όλα σαν τίποτα. Όλα κενά.
Μα τι ’ναι αυτά; Ειν’ κάτι αυτά;
Πράγματα ψεύτικα, νεκρά
Έν’ άδειο κέλυφος, απέξω μοναχά
Πλούτη μαζεύει, πράγματα, λεφτά 
Κι όλο φτωχότερος ξεμένει τελικά
Άχ, οι παλιές χαρές, τόσο μικρές ! 
Απλές, κοινές, αληθινές.
Μες τους ανθρώπους τριγυρνούσε 
Και η ψυχή του σπαρταρούσε
Από χαρά. Χαρά 
Που δεν τη νιώθει πιά.
 
Μουσική: επανάληψη Petits Airs au Bord du Ruisseau
 
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
(μαζί με τη μουσική)
 
Στο χορτάρι σαν ξαπλώνεις,- τέτοια γαλήνη άλλη δε νιώθεις
Ομορφιά για όλο τον κόσμο- δωρεάν και με το νόμο
Για τους άλλους μα όχι εμένα- τέλος βδομάδας, Σάββατο βράδι
Ποτίζει ο κόσμος τα παρτέρια, πετούν ψηλά τα περιστέρια
Μικρά κορίτσια τρέχουν στους κήπους, μπάλες, κορδέλες κρατούν στα χέρια
Κοιτάς κρυφά πίσω απ’ τον τοίχο, ξαπλώνεις πάνω στο γρασίδι
Έρχεται η όμορφη η κόρη και σου γεμίζει το ποτήρι
Αυτά ‘ναι μόνο που ‘χεις ανάγκη, όλα τ’ άλλα είναι σπατάλη. 
 
(Τέλος της μουσικής)
 
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Αυτοί δεν έχουν τίποτα και όμως τα ‘χουν όλα. 
Κι εγώ έχω γίνει πάμφτωχος παρά τα πλούτη κι όλα μου τα καλά.
Άδειος, πεντάρφανος, δεν το αντέχω άλλο
Αυτό που μου ‘πες για καλό ήταν κακό μεγάλο. 
Αχ, κλέφτη τι μου σκάρωσες, ύπουλε Σατανά.
Τώρα τι κάνουνε; Μπας και τα λέει το βιβλίο αυτά;
(Πάει και τα’ ανοίγει άλλη μια φορά)
Πές μου βιβλίο, απάντησε, της συμφοράς τεφτέρι
Έτσι που μου τα μπέρδεψες, τα’ αντίθετα έχεις φέρει !
Εσύ βιβλίο του πλουτισμού, της πλεονεξίας φόλα 
Πες τώρα τι να κάνω εγώ, για να τα χάσω όλα;
Χτυπάει τηλέφωνο. Εμπρός; «Κύριε, είναι για τα κέρδη» 
«Άλλη ώρα, αργότερα» Ξαναχτυπάει. «Πότε να σας τα φέρει;»
«Άλλη ώρα είπα, αφήστε με». Μ’ ακούς βιβλίο; Σε ρωτώ ξανά.
 Πως θα ξαναγίνω όπως ήμουνα παλιά;
 
(Η αυλαία σηκώνεται. Βλέπουμε το στρατιώτη καθισμένο στο γραφείο του να φυλλομετρά το βιβλίο. Κοιτάζει γύρω του)
 
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
Με ζηλεύουν, με ζηλεύουνε όπως άνθρωπος δεν έχει ζηλευτεί
Κι εγώ είμαι νεκρός, είμαι έξω απ’ τη ζωή. 
 
(Ο Διάβολος ντυμένος σαν γριά γυρολόγα, προβάλλει το κεφάλι πίσω από τον αριστερό παραστάτη χωρίς να τον δει ο στρατιώτης)
 
Εγώ είμαι ο πιο πλούσιος από τους ζωντανούς
Μα διαφορά δεν έχω απ’ τους νεκρούς.
 
(Ο Διάβολος προβάλλει το κεφάλι πίσω από το δεξιό παραστάτη. Ο στρατιώτης, χωρίς να τον έχει δει ακόμα, παίρνει το βιβλίο και το πετάει στο πάτωμα). 
 
ΔΙΑΒΟΛΟΣ
(χτυπώντας την πόρτα. Με ψιλή γυναικεία φωνή) 
 
Καλέ μου αφέντη, μπορώ να μπω;
 
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
Τι θές;
 
ΔΙΑΒΟΛΟΣ
Έχω κάτι να σου πω.
  ( προχωρώντας με μικρά βηματάκια)
Αλλά με την άδειά σου…
  (μαζεύει το βιβλίο απ’ το πάτωμα και το δίνει στο στρατιώτη)
Κάτι σου ‘χει πέσει, αφέντη μου, αν αγαπάς.
 
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
 (παίρνοντας το βιβλίο)
 
Και λοιπόν; Από μένα τι ζητάς;
 
ΔΙΑΒΟΛΟΣ
Αφέντη μου θα σου εξηγήσω, δός μου μια στιγμή, 
Έχω ακουμπήσει το σακί μου στο σκαλί
Κι είναι γεμάτο τεφαρίκια απ’ την Ανατολή.
 
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
Άστο καλύτερα, να ‘σαι καλά.
 
ΔΙΑΒΟΛΟΣ
Αφέντη μου, έτσι για την ψυχή σου μοναχά.
 
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
 (βγάζει το πουγγί του)
Άντε, πάρε αυτά.
 
ΔΙΑΒΟΛΟΣ
Αφέντη μου, για μια αξιοπρέπεια ζούμε.
Κι ό,τι δεν το κερδίζουμε, πώς να το δεχτούμε;
Μια δουλίτσα κάνουμε, κι ας είναι ταπεινή
Όπως, σου είπα, έχω αφήσει το σακί μου στο σκαλί
Το φέρνω αμέσως, στο ‘χω εδώ στο πι και φι.
 
(πετάγεται έξω. Ξαναγυρίζει με το σάκο του στρατιώτη και τον ακουμπάει κάτω)
 
Κοίτα αφέντη μου, εδώ να δεις χλιδή.
 
(όλο και πιο γρήγορα)
 
Περιδέραια, ρολόγια, δαχτυλίδια;
 
 (ο στρατιώτης γνέφει όχι)
 
Δαντέλες; Πες μου όχι αφέντη μου χωρίς ντροπή
Αλλοίμονο, τι λέω αφού δεν έχεις παντρευτεί
Τη δουλίτσα μας κάνουμε αφέντη μου, την δουλίτσα μας την ταπεινή,
Σχώρα με, για δες τώρα εδώ, θέλεις ένα φυλαχτό από σφυρήλατο χαλκό;
 
 (Ο στρατιώτης γνέφει όχι. Ο Διάβολος σαν να παραξενεύεται)
 
Όχι, πάλι όχι; Κι ένα καθρέφτη; Όχι; Μα το βρήκα !
Ένα ωραίο πορτρέτο σε κορνίζα. 
 
 ( Ο στρατιώτης γυρίζει προς το μέρος του)
Α ! ορίστε, να και κάτι που σου τράβηξε την προσοχή.
Αλλά πάλι όχι; Πάντα όχι; Έχεις μια επιμονή…
 
 ( Βγάζει το βιολί του στρατιώτη και το δείχνει στο κοινό)
 
Ε, τότε, ένα μικρό βιολί;
 
 ( Ο στρατιώτης πετάγεται πάνω. Ο Διάβολος είναι γυρισμένος προς το ακροατήριο και του μιλάει πάνω από τον ώμο του καθώς απομακρύνεται)
 
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
Πόσο;
 (Ο στρατιώτης αρχίζει να τον ακολουθεί)
 
Ποια είναι η τιμή;
 
 (Ο στρατιώτης τον πλησιάζει να του το πάρει. Ο Διάβολος το κρύβει πίσω από την πλάτη του)
 
ΔΙΑΒΟΛΟΣ
Αλλοίμονο, θα τα βρούμε, θα ‘ναι φιλική…
 
  (του προτείνει το βιολί)
 
Δοκίμασέ το πρώτα το βιολί
Τα λέμε ύστερα για την τιμή.
 
 (Ο στρατιώτης αρπάζει το βιολί. Δοκιμάζει να παίξει αλλά το βιολί μένει βουβό). 
 
Μουσική: Επανάληψη Petits Airs au Bord du Ruisseau
 
Ο στρατιώτης γυρίζει. Ο διάβολος έχει εξαφανιστεί.
Ο στρατιώτης πετάει μ’ όλη του τη δύναμη το βιολί στο παρασκήνιο. 
Ξαναγυρίζει στο γραφείο του. Επιστρέφει στο γραφείο του. Παίρνει το βιβλίο και το κάνει χίλια κομμάτια. 
Πέφτει η αυλαία. Τέλος μουσικής.
 
Β ΜΕΡΟΣ
(Μουσική Airs du marche, όπως στην αρχή του Α΄μέρους)
 
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Το χωριό είναι κοντά 
Αλλ’ αυτός δεν σταματά  
 
Περπατάει ευθεία γραμμή 
το χωριό είναι από κεί 
 
Το ρυάκι, πάει, το γεφύρι πάει… 
 
Ποιός το ξέρει που τραβάει;
(Τέλος μουσικής)
 
δεν το ξέρει ούτε ο ίδιος, δεν το ξέρει ούτε κι αυτός, 
Θέλει μόνο να φύγει μακριά 
Γιατί δεν αντέχει πια
 
 
Τίποτε δεν κράτησε από τα παλιά του πλούτη, τάχει ξεφορτωθεί
Τίποτε δεν είπε σε ψυχή, φεύγει όπως-όπως, να σωθεί
 
Κι έτσι είναι πάλι μες στο χρόνο
Μείον το σάκο και τα πράματά του, μόνο. 
 
(Ξαναρχίζει η μουσική “Airs de marche”)
 
Νά, τραβάει προς το χωριό του
Είν’ εκεί  το σπιτικό του
Αλλ’ αυτός είν’ άλλος πια
Φεύγει πάλι, δεν γυρνά
 
Περνά και ξαναπερνά
Περπατά, όλο περπατά
 
(τέλος μουσικής)
 
Τώρα, μια άλλη χώρα
Κι ένα χωριό κάπου κεί πέρα
«Να μπώ;» σκέφτεται – μπαίνει
Βγαίνει μπροστά του ένα πανδοχείο – μπήκε κι εκεί,
παράγγειλε ένα κατοστάρι, μόλις κι εκείνο κατεβεί
ύστερα τι;
 
Να χαζεύει αρχίζει, να κοιτάζει
μέσα απ’ τα τετραγωνάκια 
τα κενά στα κουρτινάκια 
από άσπρη μουσελίνα που ανασηκώνουν μαλακά
κόκκινα δαχτυλίδια από χοντρό ταφτά
όμορφα κουρτινάκια κατάλευκα κομψά
βλέπει τα φύλλα που κουνιούνται απέξω ελαφρά
 
Αλλά τι ‘ναι αυτό; Έξαφνα πλήθος έξω απ’ το φούρνο…
Αρχινάει να κροταλίζει το ταμπούρλο
 
Χτυπάνε το ταμπούρλο για την κόρη του βασιλιά
(του βασιλιά του βασιλείου εδωνά)
Που είναι άρρωστη και δεν κοιμάται πια 
Δεν τρώει, δεν μιλάει πια
Και με τον ήχο του ταμπούρλου ο βασιλιάς ανακοινώνει αυτά:
 
Πως θα δοθεί η κόρη του βασιλιά
(του βασιλιά του βασιλείου εδωνά) 
Σε όποιον την κάνει πάλι καλά …
 
Την ώρα εκείνη ακριβώς μπαίνει ένας άντρας και του λέει 
Βρε καλώς το το αδέρφι 
(κι ας μη σε ξέρω απ’ το χωριό 
αλλά κι εγώ ήμουν στο στρατό)
 
Γι αυτό σε λέω έτσι, κι όταν σε είδα να κάθεσαι αυτού
Είπα ας του μιλήσουμε του αδερφού
Δεν φαίνεται χαρούμενος, είπα με τον εαυτό μου
Μπορεί να πιάσει τόπο το καλό μου
Η βασιλοπούλα μας, που λές, του βασιλιά η χαϊδεμένη
Μην το σκέφτεσαι καθόλου, για σένα είναι φτιαγμένη
Γιατί εγώ, όπως βλέπεις, είμαι κιόλας παντρεμένος
Μα εσύ ‘σαι λεύτερος και καλοκαμωμένος. 
Και γιατρός, αυτό που θέλουν, καταλαβαίνεις
Τίποτα δεν διακινδυνεύεις
 
Γιατρός-Στρατιώτης θα τους πείς
Αξίζει η προσπάθεια, κι ας μην τα καταφέρεις.
 
                                     (Χτύπημα της γροθιάς του αφηγητή στο τραπέζι)
Γιατί όχι;
                                      (Κι άλλο χτύπημα)
 
Γιατί όχι, στο κάτω κάτω;
Κόλλα το αδερφέ κι ευχαριστώ !
 
Σηκώνεται αμέσως και τραβάει
Μπρος στην αυλόπορτα του βασιλιά
Ρωτάνε οι φρουροί που πάει
Που πάω – Μα, στο βασιλιά!!
 
                                      (Ηχεί το’ βασιλικό μαρς’.  Marche Royale. Όλα τα φώτα
                                       σβήνουν.Ο αφηγητής ανάβει τα δύο φώτα στο τραπέζι                                             του)
 
Βάλαν να παίξει μουσική, ο βασιλιάς με δέχτηκε
Πάει καλά. 
Μου λέει « Είστε γιατρός;» 
Του λέω « ναι- στρατιωτικός»
‘ Γιατί ήρθαν ξέρετε πολλοί
Αλλά καλό δεν είδε η μικρή»
Και λέω εγώ: « Δεν είναι ίδιοι όλοι οι γιατροί»
«Ωραία, τότε θα την δείτε το πρωί». 
 
                                         (Ο αφηγητής κρατάει μια τράπουλα και 
                                           την στριφογυρίζει στα χέρια του)
 
Πάει καλά σας λέω, μα το θεό !
Ο φίλος είχε δίκιο. Γιατί όχι εγώ;
Γυναίκα πάλι να κρατά στην αγκαλιά του 
Τόσον καιρό που έζησε στη μοναξιά του
 
(Σηκώνεται η αυλαία. Μέσα στο ημίφως βλέπουμε μια αίθουσα παλατιού. Ο στρατιώτης είναι καθισμένος με μια τράπουλα σε ένα μικρό τραπεζάκι όμοιο με αυτό του αφηγητή. Πάνω του καίνε επίσης δυό κηροπήγια. Μια κανατίτσα κι ένα ποτήρι όπως του αφηγητή)
 
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
Θα τα καταφέρω; Τι λένε τα χαρτιά;

Εφτά κούπα, δέκα κούπα, όλο κούπες και καρδούλες. Όλα τα ατού δικά μου είναι 

                              (πίνει)
 
Και γιατί όχι εγώ δηλαδή; Για σκέψου! Νάχω μια γυναίκα όλη δικιά μου και να είναι και κόρη βασιλιά!
 
(Ο διάβολος φανερώνεται δίπλα στο στρατιώτη κρατώντας το βιολί πάνω στην καρδιά του)
 
ΔΙΑΒΟΛΟΣ
Σε πρόλαβε άλλος. 
 
(Σιωπή. Ο στρατιώτης σκύβει το κεφάλι και μένει ακίνητος)
 
ΔΙΑΒΟΛΟΣ (γυρνώντας γύρω από το τραπέζι)
Άδικα μου θυμώνεις
Είχες λεφτά όσα κανείς
Για ένα πείσμα πάνε όλα
Φτωχέ μου, είσαι χαμένος τώρα
(Καινούργια σιωπή. Ο στρατιώτης μένει πάντα ακίνητος)
 
ΔΙΑΒΟΛΟΣ (ειρωνικά)
Εφτά κούπα, δέκα κούπα, ντάμα κούπα. Όλα καλά.
Έλεγες «Νάτη η ευτυχία». Με τόση σιγουριά. 
Και το πίστευες βαθιά…Ή κάνω κάποιο σφάλμα εδώ;
 
(Στριφογυρνάει γύρω από το στρατιώτη κάνοντας ταχυδακτυλουργικά με το βιολί)

Μόνο εγώ τόχω το γιατρικό. 
 
ΑΦΗΓΗΤΗΣ (χαμηλόφωνα)
Είν ‘αλήθεια όσα λέει, στο χέρι με κρατάει
Τόχει αυτός το γιατρικό
Τίποτα δεν μούχει μείνει να σωθώ. 
 
(Απότομο σταμάτημα. Ύστερα ο αφηγητής στρίβει στο πλάι και μιλάει κατευθείαν στο στρατιώτη)  
 
Μωρέ πάρε μπρος, όρμα του, κάντον μαύρο στο ξύλο!
 
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ (ακίνητος)
Δεν είναι άνθρωπος. Τίποτα δεν μπορώ να του κάνω. 
 
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Μα ναι, μα ναι, σου λέω ! Κάτι υπάρχει να τον βάλεις κάτω. 
Ετούτος σε κρατάει ακόμα γιατι έχεις λεφτά δικά του.
 
(Ο στρατιώτης σηκώνει το κεφάλι και κοιτάει τον αφηγητή)
 
Ξεφορτώσου τα λεφτά του να γλυτώσεις. 
Παίξτα στα χαρτιά. Θα σε κερδίσει.
 
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ (στο διάβολο, απότομα)
Παίζεις; Έχω λεφτά. 
 
ΔΙΑΒΟΛΟΣ (σταματάει ξαφνιασμένος)  
Τι πράμα;
 
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
Σου λέω: Θες να παίξουμε;
 
ΔΙΑΒΟΛΟΣ
Χρυσέ μου ανθρωπε (παίρνει μια καρέκλα)
μ’ όλη μου την καρδιά (κάθεται)
 
ΑΦΗΓΗΤΗΣ (στον στρατιώτη)
Θα σε νικήσει. Θέλει πάντα να κερδίζει. 
Κι εσύ θα χάσεις. Κι ο χαμένος θα ‘ναι αυτός !
 
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ (βγάζοντας τα χρήματα από τις τσέπες του)
Χρυσός, χαρτονομίσματα, επιταγές
 
ΔΙΑΒΟΛΟΣ (ακουμπάει το βιολί στα γόνατά του)
Πολύ καλά
 
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
Πόσα ;
 
ΔΙΑΒΟΛΟΣ
Δέκα λεπτά ο πόντος
 
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
Δέκα φράγκα ο πόντος, αλλιώς δεν αξίζει ο κόπος
 
ΔΙΑΒΟΛΟΣ
Όπως θέλεις, αλλά πρόσεξε
                          ( ο στρατιώτης ανακατεύει ο διάβολος κόβει τα χαρτιά)
Πάει το βιβλίο, πάει το βιολί
Μείναν κάτι ψιλά, αν τα χάσεις κι αυτά
                            (παίζουν, ο διάβολος κερδίζει)
Θα ‘ναι πια το τέλος
Δεν υπάρχει μέλλον
                             (παίζουν, ο διάβολος κερδίζει)
Θα πεινάσεις. ΘΑ ΠΕΙ-ΝΑ-ΣΕΙΣ. Πείνα! 
                              (παίζουν, ο διάβολος κερδίζει)
 
ΔΙΑΒΟΛΟΣ
Τα βλέπεις; Τίποτα δεν θα σου μείνει
Θα τριγυρνάς ξυπόλυτος, γυμνός
                              (παίζουν, ο διάβολος κερδίζει)
 
ΑΦΗΓΗΤΗΣ (στο στρατιώτη)
Θάρρος.  Βάλε χιλιάρικο. 
 
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
Ένα χιλιάρικο. 
 
ΔΙΑΒΟΛΟΣ
Α, μα εσύ είσαι τελείως τρελός
(παίζουν, ο διάβολος κερδίζει)
 
ΑΦΗΓΗΤΗΣ (φωνάζοντας)
Πέντε χιλιάδες
 
ΔΙΑΒΟΛΟΣ
Πιο μαλακά… φίλε μου…, ..πιο μα…λα…κά 
(παίζουν, ο διάβολος κερδίζει)
Πάν..τως κέ…ρδι…σα πά..λι
 
ΑΦΗΓΗΤΗΣ (μιλώντας πάντα στον στρατιώτη)
Βάλτα όλα
 
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
Όλα τα λεφτά μου !
(Βγάζει από την τσέπη του όσα λεφτά του έχουν μείνει και τα πετάει στο τραπέζι)
 
ΔΙΑΒΟΛΟΣ (σηκώνεται αργά)
Άσσος σπαθί, άσ…σος σπα…θι, κι..εσύ;
 
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
Ντάμα κούπα !
 
ΔΙΑΒΟΛΟΣ
Πά..πά …πά…λι  ε…γώ
(παραπατάει)
 
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Βλέπεις; ΒΛΕΠΕΙΣ; 
 
(Ο στρατιώτης σπρώχνει πίσω την καρέκλα του βάζει τα χέρια στους μηρούς του και σκύβοντας μπρος εξετάζει τον Διάβολο που παραπαίει όλο και περισότερο)
 
Βλέπεις; Βλέπεις; Πάει να πέσει. 
Άκου. Για την ώρα δόστου ένα χέρι.
Να πιεί κάτι να τον συνεφέρει.
Πέστου «Στην υγειά σου»
 
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ (πηγαίνοντας προς τον Διάβολο με ένα ποτήρι) 
 
Έλα πιές το θα σε συνεφέρει
 
(ο Διαβολος παραπατώντας προσπαθεί να το σπρώξει μακριά)
 
Σου λέω πιες, έλα κατέβασέ το
 
(Αναγκάζει τον Διάβολο να πιεί. Ξαναγεμίζει το ποτήρι)
 
Άντε, στην υγειά σου
 
(ξαναγεμίζοντας το ποτήρι)
 
Άλλο ένα…
ΔΙΑΒΟΛΟΣ 
Πά..ει  πο…λύ. Δεν…
 
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Πρόσεχε, θα πέσει. 
 
( Εντέλει ο Διάβολος πέφτει προς τα πίσω στην καρέκλα και ο κορμός του γέρνει μπρός και σωριάζεται στο τραπέζι. )
 
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
Ελεύθερος !! Ελεύθερος!!
 
(Σκύβει προς τον Διάβολο και προσπαθεί να πάρει το βιολί)
 
Ε, ε, μπας και μπορώ τώρα;
 
(Ο Διάβολος συσπάται)
 
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Δεν είναι εντελώς αναίσθητος 
 
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ (Ο στρατιώτης αδειάζει το ποτήρι πολλές φορές στο στόμα του Διαβόλου)
Α, έτσι μπράβο…έλα, έλα, ΕΛΑ
 
(Περιμένει λίγο. Ο Διάβολος δεν κουνιέται άλλο)
 
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Πάρτο πίσω τώρα το καλό σου
 
( Ο Στρατιώτης αρπάζει το βιολί και μετά όρθιος στο πλάι του Διαβόλου αρχίζει να παίζει. Μουσική Petit Concert. Ο Διάβολος πέφτει από την καρέκλα. Η αυλαία κατεβαίνει )
 
Βασιλοπούλα μου καλή τώρα μπορώ να σου το πώ
Αυτός που θα σε σώσει είν’ εδώ 
Σε λίγη ώρα στο πλάι σου θα ‘ναι το παλλικάρι
Που το κακό από πάνω σου θα πάρει
Γρήγορα  έξω απ’ την πόρτα σου θα στέκεται
Τώρα που με τον εαυτό του ξαναβρέθηκε
Θάρθει  και θάρθει δυνατός 
Διέσχισε το θάνατο και έφτασε γερός.
 
( Τέλος του ‘Petit Concert). 
 
Η αυλαία σηκώνεται. 
 
Φωταψία. Το δωμάτιο της βασιλοπούλας. Είναι ξαπλωμένη φαρδιά-πλατιά στο κρεβάτι της και δεν κουνιέται καθόλου. Ο στρατιώτης μπαίνει και αρχίζει να παίζει. Μουσική. Ανοίγει τα μάτια της και στρέφει προς τον στρατιώτη. Ανακάθεται στο κρεβάτι της. 
 
Η αυλαία κατεβαίνει. 
Χοροί μπροστά στην αυλαία. Tango, Valse, Rag-time. Τέλος της μουσικής.
 
Η αυλαία σηκώνεται 
 
(Ίδιο σκηνικό. Ο στρατιώτης και η βασιλοπούλα είναι αγκαλιασμένοι. Φοβερές κραυγές από τα παρασκήνια. Μπαίνει ο Διάβολος ντυμένος σαν διάβολος. Περπατάει στα τέσσερα. Πρέπει να νιώθουμε ότι η δράση που ξεκίνησε μπροστά από την αυλαία έχει μεταφερθεί τώρα στη σκηνή. Οι χορευτές μπορούν να συμμετέχουν. Ο Διάβολος στιρφογυρνάει γύρω από τον στρατιώτη πότε ικετεύοντάς τον να του παραδώσει το  βιολί και πότε προσπαθώντας να το αρπάξει ενώ ο στρατιώτης τον κρατάει σε απόσταση με το δοξάρι. Η βασιλοπούλα έχει κρυφτεί πίσω από την πλάτη του στρατιώτη και καθώς κινείται αυτός κινείται κι αυτή πάντα μένοντας κρυμμένη πίσω από την πλάτη του. Ο Διάβολος, μερικές φορές πέφτοντας πίσω και μερικές φορές ορμώντας μπρος επιταχύνει τις κινήσεις του. Ο στρατιώτης έχει μια ιδέα. Αρχίζει να παίζει το βιολί του. Μουσική ‘Danse du Diable’. Συσπάσεις. Ο Διάβολος προσπαθεί να κρατήσει ακίνητα τα πόδια του αλλά επηρεάζεται όλο και περισσότερο. Πέφτει εξαντλημένος. Ο στρατιώτης παίρνει τη βασιλοπούλα από το χέρι. Εκείνη δεν είναι φοβισμένη πια. Η βασιλοπούλα χορεύει γύρω από τον Διάβολο. Μετά. Με ένα νεύμα του στρατιώτη, πιάνει τον Διάβολο από το ένα άκρο και μαζί τον σέρνουν στα παρασκήνια. Γυρνούν στο κέντρο της σκηνής και πέφτουν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.) 
 
ΔΙΑΒΟΛΟΣ (προβάλλοντας απότομα το κεφάλι του από την πόρτα στο βάθος. ‘Chanson du diable’)
 
Κι αν για τώρα πάει καλά, 
Το βασίλειο μια σταλιά
 
(Ο στρατιώτης και η βασιλοπούλα στρέφονται προς το Διάβολο. Μετά όπως πρώτα)
 
Κι όποιος τα σύνορα περνά, 
Στα νύχια μου ξαναγυρνά. 
 
( Ίδιο παιχνίδι)
 
Και το σκοινί πολύ ας μην τεντωθεί
Γιατί η κυρά μας θα ξανακρεβατωθεί
Και το βασιλόπουλο ας το συναισθανθεί
Πώς η υπομονή μου έχει εξαντληθεί
(ίδιο παιχνίδι)
Εκεί κάτω θα σπαράζει
Θα ψήνεται και θα  ου –ρρρ-λιάζει 
 
( ίδιο παιχνίδι. Πρώτη φράση του ‘choral’ καθώς κατεβαίνει η αυλαία)
 
ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Δεν πρέπει να ζητάς δυό τύχες
Κι αυτήν που έχεις κι αυτήν που είχες
Και ούτε πρέπει να κρατάς  μαζί
Ότι είχες πριν κι ότι ποθείς 
Πρέπει να ξέρεις να διαλέγεις. 
Κανείς δεν επιτρέπεται όλα να τα μαζεύει. 
Μια ευτυχία είναι όλη η ευτυχία
Δυό είναι ίσες με καμία. 
                                        (Choral)
«Όλα τάχω, όλα» σκέφτεται αυτός
Ένα πρωί όμως αυτή του λέει 
«Δεν ξέρω τίποτε για σένα, πές μου
Λίγο για σένα μίλησέ μου» 
                                         (Choral)
Ήτανε τον παλιό καιρό
Που ήμουν ακόμη στο στρατό
Ζούσα στης μάνας το χωριό
Μα είναι μακριά από δώ
                                           (τέλος του Choral) 
«Αχ! Αν πηγαίναμε ως εκεί»
«Αυτή είναι απαγορευμένη ευχή»
Μα γρήγορα θα ξαναρθούμε 
Και κανενός δεν θα το πούμε
Στα μάτια τον κοιτάζει και του ξαναλέει 
Το ξέρω πως το θές και σύ
Μα ναι, κι εσύ, κι εσύ, κι εσύ
 
Αφού το βλέπω θές κι εσύ
Αυτός της λέει « Είσαι τρελή»
Εκείνη όλο κι επιμένει
Και νάτην που τον καταφέρνει
 
Μέσα του φουντώνει η νοσταλγία
Δεν θέλει να του φύγει η ευκαιρία
Σκέφτεται: ίσως η μάνα με γνωρίσει
Κι έρθει μαζί μας πια να ζήσει
Η ψυχή του γαληνεύει
Ξεχνά τον κίνδυνο που ενεδρεύει
 
(Εκείνη τη στιγμή ο Διάβολος περνάει μπροστά από την αυλαία
Φορώντας ένα υπέροχο κόκκινο κοστούμι)
 
Ξεκίνησαν, σχεδόν φτάνουν στο χωριό
Φαίνεται το καμπαναριό
Φτάνει εκείνος πρώτος στην άκρη
Εκείνη μένει λίγο πιο πίσω μονάχη
                               (Ο Διάβολος ξαναπερνά μπροστά από την αυλαία)
Αυτό γυρίζει να τη δεί, να τη φωνάξει…
 
(Η αυλαία σηκώνεται. Ίδιο σκηνικό με την δεύτερη σκηνή. Το καμπαναριό του χωριού και το ορόσημο στο σύνορο. Βλέπουμε τον στρατιώτη που έχει γυρισμένο το κεφάλι και κάνει σινιάλα. Ξαναρχίζει να περπατάει και φτάνει στο ορόσημο. Ο Διάβολος του βγαίνει μπροστά. Κρατάει πάλι το βιολί και παίζει. Μουσική. ‘Marche triomphale du diable’. 
 
Ο στρατιώτης σκύβει το κεφάλι. Ακολουθεί το Διάβολο, πολύ αργά, χωρίς αντίσταση. Τον φωνάζουν από τα παρασκήνια. Γυρίζει μια στιγμή. Ο Διάβολος επιμένει. Ο Διάβολος και ο στρατιώτης φεύγουν από τη σκηνή. Ξαναφωνάζουν τελευταία φορά τον στρατιώτη. Η αυλαία κατεβαίνει αργά. Τέλος της μουσικής.) 
 
ΤΕΛΟΣ   
 
 


IGOR STRAVINSKY 
     
wikipedia - 31 Mar 2017
Ο Ιγκόρ Στραβίνσκι ή ορθότερα Ίγκορ Στραβίνσκι(πλήρες όνομα: Ίγκορ Φιόντοροβιτς Στραβίνσκι, ρωσ. Игорь Фёдорович Стравинский, ΔΦΑ: [ˈiɡərʲ ˈfʲɵdərəvʲɪt͡ɕ strɐˈvʲinskʲɪj]) (Λομονόσοφ [ρωσ. Ломоносов] Ρωσίας, 17 Ιουνίου 1882 - Νέα Υόρκη, 6 Απριλίου 1971), ήταν σημαντικός μουσικός συνθέτης του 20ού αιώνα. Το πολύπλευρο έργο του και οι παραδοξότητες ορισμένων εκφραστικών επιλογών του, προκάλεσαν έντονες αντιπαραθέσεις στον κόσμο της λόγιας σύγχρονης μουσικής.
 
 
 
 
 
Εκτύπωση του άρθρου