Εκτύπωση του άρθρου
DON SCHOFIELD
 
Εισαγωγή και Μετάφραση: Γεωργία Βεργετάκη.
© Poeticanet 
 
 
 
Ο Don Schofield γεννήθηκε στη Νεβάδα και μεγάλωσε στην Καλιφόρνια. Είναι πτυχιούχος Κοινωνικών Επιστήμών και Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας, ενώ παράλληλα κατέχει μεταπτυχιακό δίπλωμα στην Αγγλική Λογοτεχνία και στις Καλές Τέχνες με ειδίκευση στη δημιουργική γραφή. Αφότου έφυγε από την Αμερική το 1980, εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα όπου και διαμένει πάνω από σαράντα χρόνια. Χειρίζεται με ευχέρεια την ελληνική γλώσσα, ενώ έχει εκδώσει εκτός από ποιητικές συλλογές και μια ανθολογία Αμερικανών ποιητών που έγραψαν ποιήματα για την Ελλάδα, όπως οι James Merrill,  Jack Gilbert, Linda Gregg, Alicia Suskin Ostriker και Rachel Blau DuPlessis. Παράλληλα, έχει μεταφράσει πολλά έργα σύγχρονων Ελλήνων ποιητών. Μεταξύ άλλων, έχει λάβει το Βραβείο Allen Ginsberg, το Βραβείο John D. Criticos και την υποτροφία Stanley J. Seeger Writer-in-Residence από το πανεπιστήμιο Princeton. Το πρώτο του βιβλίο με τίτλο Approximately Paradise, ήταν στην ευρεία λίστα για το Βραβείο Walt Whitman, ενώ οι μεταφράσεις του ήταν υποψήφιες για το Βραβείο Pushcart και το Ελληνικό Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης. 
 
"Δεν έχω φυλακιστεί ποτέ για τα πολιτικά μου πιστεύω,  δεν έχω σταλεί ποτέ στην εξορία, δεν έχω βασανιστεί από κάποια χούντα ή εκδιωχθεί στα πλαίσια μιας εθνοκάθαρσης. Ωστόσο, όπως πολύς κόσμος στην Αμερική, έχω βιώσει πολλή βία, στη δική μου περίπτωση, κακοποίηση στα χέρια θετών γονέων, σωματική τιμωρία από καλόγριες, ιερείς, και άλλους με χρέος να φροντίζουν παιδιά,  εκφοβισμό στο σχολείο, συγκρούσεις συμμοριών στα πάρκα και στους δρόμους της πόλης. Ακόμα χειρότερα, έχω προκαλέσει έντονο πόνο— σωματικό, ψυχολογικό και συναισθηματικό— σε άλλους, ιδίως στην εφηβεία μου και στα πρώτα χρόνια της ενήλικης ζωής μου. Πέρασα χρόνο στο αναμορφωτήριο λόγω των ξεσπασμάτων και των απερίσκεπτων ενεργειών μου, συμπεριφορές που αυξάνονταν, παρά ελαττώνονταν, εξαιτίας της οργής και του πόνου μέσα στα οποία μεγάλωσα. Είμαι εξοικειωμένος με τον τρόμο της βίαιης απομάκρυνσης από ανθρώπους και μέρη που αγαπώ, ξανά κι ξανά, και την οδύνη, τη ντροπή και την αυτοαπομόνωση που απορρέει από το να πληγώνω τους άλλους. Παρόλο που εγκαταστάθηκα στην Ελλάδα κυρίως λόγω της επιθυμίας μου να ζήσω και να γράψω σε αυτό το μέρος του κόσμου, συνάμα αποτέλεσα ένα είδος πνευματικού πρόσφυγα, επιθυμώντας επιτακτικά να δραπετεύσω από όλες εκείνες τις μορφές βίας με τις οποίες μεγάλωσα -προσωπική, οικογενειακή και κοινωνική- θέλοντας, παράλληλα, να ξεφύγω από τον ίδιο μου τον εαυτό, να γίνω ένας διαφορετικός άνθρωπος."
 (Απόσπασμα από το κείμενο του Don Schofield με τίτλο ‘The Wheels Grind: Thoughts on Self & War’ που δημοσιεύτηκε στο www.weeklyhubris.com στις 31 Δεκεμβρίου 2019.)
 
‘Ο πατέρας μου ήταν οδηγός λεωφορείου της εταιρίας Greyhound.  (….) Υπήρχαν στιγμές που θα με έστελνε μακριά, σε κάποια ανάδοχη οικογένεια ή σε κάποιο κέντρο φιλοξενίας παιδιών σε μια απομακρυσμένη πόλη. Θα με πήγαινε στο σταθμό και θα με έβαζε απευθείας σε ένα λεωφορείο κάποιου οδηγού που γνώριζε. Άλλες φορές θα μου αγόραζε ένα εισιτήριο, θα μου έδινε 5 δολάρια στο χέρι, κι έπειτα θα έφευγε, αφήνοντάς με να υπερασπιστώ μόνος μου τον εαυτό μου, κάποιες φορές για μια ή για δύο ώρες, έως ότου το λεωφορείο μου ήταν έτοιμο για επιβίβαση. (…)
Αν ο πατέρας μου ήταν θεός (μολονότι βαθιά ελαττωματικός), εκείνος ο σταθμός θα αποτελούσε τον ναό όπου εγώ θα τον λάτρευα και  αυτός θα με θυσίαζε.’
(Αποσπάσματα από το κείμενο του Don Schofield με τίτλο ‘Gods & Greyhounds: On Going Back to Sacramento’ που δημοσιεύτηκε στο www.weeklyhubris.com στις 28 Μαΐου 2019.)
 
 
First Journey Alone – Don Schofield
 
For an hour and twenty minutes
he's been watching a couple
lifting and setting down a suitcase,
two sailors flirting with passersby,
a woman with crying baby in one arm,
daughter with half-eaten sandwich
in the other. For a moment he thought
how they're family, all in this 
together. Then indifference set in.
He's nothing to them and they're nothing
to him, just faces sliding
across glass when the big doors open.
 
The whole depot slides with them--
tall racks of magazines
in the gift shop, dusty shelves 
of model Greyhounds and dolls
with outstretched arms,
bright pinball machines, a spinning wheel 
that tells fortunes and stamps pennies 
with The Lord's Prayer, even the drivers
in the diner's corner booth, their hushed talk 
of a Porsche that hit the Tahoe Express
head-on—all dissolves
when the dispatcher announces from the rafters
San this, El that.
 
*
 
He steps up into the cool dark
of a Scenicruiser, finds a seat
in the back, watches the last passengers board.
When a stranger sits beside him,
squeezes his arm and asks his name,
the boy looks down 
at workers tossing luggage like lost souls
into the Greyhound's underbelly. Leaving the city,
 
it's the symmetry of orchards he glares at,
smudge pot flames dancing on the cool
tinted glass. Rows of oil rigs
pump out the slowly 
descending night--and now this man's
pressing his thigh, 
asking where he's from, 
where he's headed.
 
*
 
The dead were laid out 
along the side of the road
in drifts of snow--he saw them
as the drivers kept telling and retelling
their story. Indifference wavered
as he placed a napkin over his fork and spoon,
stroked the bodies lying there,
imagined the bus he's now on
plummeting the full length of a slope,
passengers falling into each other's arms--
 
But this is his story, 
so the boy, alone,
clings to a fistful of stamped pennies
and never forgives those who trespass against him.
 
Before Kodachrome (2012)
 
Πρώτο ταξίδι μόνος
 
Εδώ και μία ώρα και είκοσι λεπτά
παρακολουθεί ένα ζευγάρι
να σηκώνει και να αφήνει κάτω μια βαλίτσα,
δύο ναύτες να φλερτάρουν με τα κορίτσια που περνάνε,
μια γυναίκα με ένα μωρό που κλαίει στο ένα χέρι,
με μια κόρη με μισοφαγωμένο σάντουιτς στο άλλο. Για μία στιγμή πίστεψε
πως είναι όλοι μια οικογένεια, ότι είναι μαζί σε όλο αυτό. 
Ύστερα επικράτησε ένα κλίμα αδιαφορίας.
Αυτός δεν σημαίνει τίποτε για αυτούς και αυτοί
δεν σημαίνουν τίποτε για εκείνον, είναι μονάχα πρόσωπα 
τα οποία ξεγλιστρούν κατά μήκος του γυαλιού
όταν οι μεγάλες πόρτες ανοίγουν.
 
Ολόκληρος ο σταθμός ξεγλιστράει μαζί τους--
ψηλές ραφιέρες με περιοδικά
στο μαγαζί με τα αναμνηστικά, σκονισμένα ράφια
με μοντέλα των λεωφορείων της Greyhounds και κούκλες
με τεντωμένα χέρια, φλιπεράκια
που λαμπιρίζουν, ένας τροχός που περιστρέφεται 
και λέει το μέλλον και νομίσματα που έχουν τυπωμένη
την Κυριακάτικη προσευχή επάνω τους, ακόμα κι οι οδηγοί
στο σεπαρέ του εστιατορίου, η χαμηλόφωνη κουβέντα τους
για μια Porsche που συγκρούστηκε μετωπικά
με το Tahoe Express—όλα εξανεμίζονται
όταν ο ελεγκτής κυκλοφορίας ανακοινώνει απ’ τους δοκούς
San το ένα, El το άλλο. 
 
*
 
Ανεβαίνει στο δροσερό σκοτάδι
ενός Scenicruiser, βρίσκει μια θέση
στο πίσω μέρος, παρακολουθεί
τους τελευταίους επιβάτες να ανεβαίνουν.
Όταν ένας ξένος κάθεται δίπλα του,
σφίγγει το μπράτσο του και ρωτάει το όνομά του,
το αγόρι κατεβάζει το βλέμμα του στους εργάτες
που πετάνε τις αποσκευές σαν να είναι χαμένες ψυχές
στο κάτω μέρος του Greyhound. Φεύγοντας από την πόλη,
 
είναι η συμμετρία των περιβολιών αυτό που κοιτάζει επίμονα,
φλόγες από καζάνια που καπνίζουν, χορεύουν πάνω στο δροσερό
φιμέ τζάμι. Εξέδρες εξόρυξης πετρελαίου τοποθετημένες σε σειρές
φέρνουν τη νύχτα
που έρχεται αργά —και τώρα αυτός ο άνδρας
πιέζει το μηρό του,
ενώ τον ρωτάει από πού έρχεται,
προς τα πού πηγαίνει.
 
*
 
Οι νεκροί απλώθηκαν
κατά μήκος της άκρης του δρόμου
σε στοίβες από χιόνι— τους είδε
καθώς οι οδηγοί συνέχιζαν να διηγούνται ξανά και ξανά
την ιστορία τους. Η αδιαφορία του κάμφθηκε 
καθώς τοποθέτησε μια χαρτοπετσέτα πάνω στο πιρούνι και το κουτάλι του, 
χάιδεψε τα νεκρά σώματα που κείτονταν εκεί,
φαντάστηκε το λεωφορείο στο οποίο επιβαίνει τώρα
να κατρακυλάει σε όλο το μήκος μιας πλαγιάς,
τους επιβάτες να πέφτουν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.
 
Αλλά αυτή είναι η δική του ιστορία,
κι έτσι το αγόρι, μόνο του,
κρατάει σφιχτά μια χούφτα
από τυπωμένα νομίσματα
και οὐκ ἀφίησι τοῖς ὀφειλέταις αὐτόν.
 
‘Ξαναγυρίζοντας πίσω σε αυτές τις τρομακτικές στιγμές— στις προδοσίες και την εγκατάλειψη, στα ψέματα και την κακοποίηση— στο ένα ποίημα μετά το άλλο, στο ένα βιβλίο μετά το άλλο, έχω σφυρηλατήσει μια νέα οπτική για τον εαυτό μου, και αυτούς που με έβλαψαν. Μέσω αυτής της διαδικασίας, νέες φωνές ακούγονται σποραδικά στα έργα μου. Δεν φέρνουν στο προσκήνιο τη συγχώρεση (αυτό είναι ένα συναίσθημα το οποίο δεν έχω καταφέρει να διαχειριστώ ακόμα), αλλά την ενσυναίσθηση και την κατανόηση.  Είτε ο ομιλητής είναι ένα αγόρι, ένας ενήλικας, ή μια αγέραστη και άυλη παρουσία, οι διηγήσεις που μεταφέρουν μπορούν να μεταμορφώσουν τα οδυνηρά συναισθήματα σε κάτι συγγενικό με την αγάπη— όχι το είδος της αγάπης που απαρνείται το τραύμα της παιδικής ηλικίας, αλλά της αγάπης που το αγκαλιάζει και, σε σπάνιες περιπτώσεις, το υπερβαίνει.’
 
(Απόσπασμα από το κείμενο του Don Schofield με τίτλο Gods & Greyhounds: On Going Back to Sacramento που δημοσιεύτηκε στο www.weeklyhubris.com στις 28 Μαΐου 2019.)
 
 
Departures 
 
As you wake, the boy has just gone to sleep.
If he sits up and calls you, you should come, you’re his father.
 
But it’s okay, take your cap and logbook, your holster 
and hole-punch. Take all the grey that’s a Greyhound uniform.
 
By now he’s heard your stories, so understands
why you prefer the depot, its dispatchers calling out 
 
arrivals, departures. He sees you there, 
smiling vaguely, punching tickets as your passengers board. 
 
You’re Reno bound, though he likes to see you as Charon 
taking souls to the underworld. Climbing Donner Pass, 
 
every soul asleep, you’re Captain of this vessel. 
No sleep for you, though sometimes, as the motor drones 
 
and wipers flap and toggles glow across the dash,
your leg gets so numb you can barely feel the clutch, 
 
and sometimes, crossing the Truckee River, your eyes 
getting heavier and heavier, you wonder if he’s awake yet,
 
if he ever thinks of you. Can’t you see,
you’ve made him just like yourself, always dreaming of departures.
 
So go ahead, drift toward any snow-lined precipice.
He’ll be okay. Whether you make it to Sparks or not, 
 
he’ll be standing on his bed, on one leg, his crumpled sheets 
a lagoon of flamingos preening in first light. 
 
By the time you turn into the Reno depot, they’ll be taking off,
dazzling the darkness of his room with their black underwings,
 
the soft pink of their breasts. As you collect the silver dollars 
from each passenger’s eyes, they’ ll be flying the River Styx, 
 
calling and calling.
 
Gods & Greyhounds: On Going Back to Sacramento, 28 Μαΐου 2019 στο www.weeklyhubris.com
 
 
Αναχωρήσεις
 
Όταν ξυπνάς, το αγόρι έχει μόλις πέσει για ύπνο.
Εάν ξυπνήσει και σε φωνάξει, πρέπει να πας, είσαι ο πατέρας του.
 
Δεν πειράζει όμως, πάρε το καπέλο και το ημερολόγιό σου, τη θήκη σου
και το διατρητήρα σου. Πάρε όλο το γκρίζο που απαρτίζει μια στολή της Greyhound. 
 
Μέχρι τώρα έχει ακούσει τις ιστορίες σου, οπότε καταλαβαίνει
γιατί προτιμάς τον σταθμό, τους ελεγκτές κυκλοφορίας του να ανακοινώνουν
 
αφίξεις, αναχωρήσεις. Σε βλέπει εκεί,
να χαμογελάς αμυδρά, τρυπώντας εισιτήρια καθώς οι επιβάτες σου ανεβαίνουν. 
 
Έχεις προορισμό το Reno, αν και του αρέσει να σε βλέπει σαν τον Χάροντα
να μεταφέρεις τις ψυχές στον κάτω κόσμο. Ανεβαίνοντας το πέρασμα Donner,
 
κάθε ψυχή έχει αποκοιμηθεί, εσύ είσαι ο Καπετάνιος αυτού του πλοίου.
Μένεις ξάγρυπνος, αν και κάποιες φορές, ενώ η μηχανή βουίζει 
 
και οι υαλοκαθαριστήρες κουνιούνται και οι διακόπτες λαμπυρίζουν κατά μήκος του ταμπλό
το πόδι σου μουδιάζει τόσο που μετά βίας μπορείς να νιώσεις τον συμπλέκτη,
 
και μερικές φορές, ενώ περνάς τον ποταμό Truckee, ενώ τα βλέφαρά σου
γίνονται όλο και πιο βαριά, αναρωτιέσαι αν είναι πλέον ξύπνιος,
 
αν ποτέ σε σκέφτεται. Δεν βλέπεις ότι
τον έχεις κάνει ακριβώς ίδιο με εσένα, να ονειρεύεται συνεχώς αναχωρήσεις.
 
Προχώρα λοιπόν, πλησίασε οποιοδήποτε χιονισμένο γκρεμό.
Αυτός θα είναι εντάξει. Είτε καταφέρεις να φτάσεις στο Sparks είτε όχι,
 
θα στέκεται στο κρεβάτι του, στο ένα πόδι, τα τσαλακωμένα σεντόνια του
μια λιμνοθάλασσα από φλαμίνγκο που πλένονται με το πρώτο φως του ήλιου.
 
Ώσπου να φθάσεις στο σταθμό Reno, αυτά θα αναχωρούν,
θαμπώνοντας το σκοτάδι του δωματίου του με το μαύρο κάτω μέρος των φτερών τους,  
 
με το απαλό ροζ των στηθών τους. Όσο συλλέγεις τα ασημένια δολάρια
από τα μάτια κάθε επιβάτη, αυτά θα πετάνε πάνω από τον ποταμό της Στύγας, 
 
φωνάζοντας ξανά και ξανά.
 
 
‘Κατά τη διάρκεια της πρώτης δεκαετίας μου στην Ελλάδα ένας άλλος εμφύλιος πόλεμος μαινόταν κοντά, μια φοβερά καταστροφική διαμάχη η οποία εκτόπισε πάνω από ένα εκατομμύριο Λιβανέζους και Παλαιστίνιους (ήδη εξόριστους από την πατρίδα τους). Πολλοί αναζήτησαν καταφύγιο στην Ελλάδα. Μερικοί έγιναν μαθητές μου και συνεργάτες μου στο Αμερικανικό πανεπιστήμιο στο οποίο δίδασκα, και κάποιοι έγιναν φίλοι μου.’ (…)

‘Όλοι εκείνοι τους οποίους γνώρισα λαχταρούσαν να επιστρέψουν, αν και γνώριζαν πόσο ανέφικτο αποτελούσε αυτό, μιας και μόλις επέστρεφαν στο σπίτι τους, θα παρασύρονταν κατευθείαν πίσω σε αυτήν την έντονα φατριακή διαμάχη.
Όσα περισσότερα άκουγα, τόσο πιο περίεργος γινόμουν. Έτσι, το Δεκέμβριο του 1981, όταν η Zaina, μια Χριστιανή από το Λίβανο που σκόπευε να επιστρέψει στο σπίτι της για τις διακοπές, ανεξάρτητα από το ρίσκο, με προσκάλεσε μεταξύ σοβαρού και αστείου να την επισκεφτώ στη Βυρηττό, εγώ όντως το έκανα.’

 (Αποσπάσματα από το κείμενο του Don Schofield με τίτλο The Wheels Grind: Thoughts on Self & War  που δημοσιεύτηκε στο www.weeklyhubris.com στις 31 Δεκεμβρίου 2019.) 
 
 
Angel
                             After a photograph by Donald McCullin
 
 
Six boys just turning the corner,
one playing the oud, one firing
his Kalashnikov, one twirling his scarf,
all of them laughing at the woman
face-up in the street. It’s funny
how her arms flung straight out,
the sleeves of her robe trailing
in mud, look like wings.
With each bullet this angel
jumps a little.
 
Back in America,
thumbing through a book of photographs,
trying to fathom what impulse leads us to shoot 
even angels and corpses, I was listening
to my old neighborhood,
heard nothing that helped.
Then the garden greyed over
with rain, the hissing of passing cars 
pulled me toward sleep, so I lay down
on my childhood bed. Donnie
whistled in my dream—
Come to the schoolyard,
there’s a fight!
 
                       That boy’s head
Donnie jerked back
and I slammed with my boot—
I woke wondering
at my own cruelty,
how we laughed and clambered
over a fence, forgetting those eyes 
staring up from the blacktop 
where we left him. What lack 
and illusion turned that to fun?
 
Last week, 
riding to the Beirut airport,
I was astonished to see Howitzers
hidden in a schoolyard—Besaam
grabbed my finger—
Don’t point! They’ll think
you’re shooting. You’re only asking
for trouble. But now, awake,
I can’t stop pointing—
 
at those guns,
at that boy on the blacktop,
at these ones emptying a rifle
into a dead woman,
toward laughter down the street 
I only now barely hear....
 
Approximately Paradise (2002)
 
 
Άγγελος
                   Με αφορμή μια φωτογραφία του  Donald McCullin
 
 
Έξι αγόρια μόλις έστριψαν στη γωνία,
ένα παίζει ούτι, ένα άλλο πυροβολεί
με το Kalashnikov του, ένα άλλο στρυφογυρίζει το κασκόλ του,
όλα γελάνε με τη γυναίκα 
που κείτεται ανάσκελα στο δρόμο. Είναι αστείο
το πώς τα χέρια της άνοιξαν διάπλατα,
και τα μανίκια από τη ρόμπα της σέρνονται
μες τη λάσπη, μοιάζοντας με φτερά.
Μετά από κάθε σφαίρα αυτός ο άγγελος
αναπηδάει λιγάκι. 
 
Πίσω στην Αμερική,
ξεφυλλίζοντας  ένα βιβλίο με φωτογραφίες,
προσπαθώντας  να συλλάβω
τι είδους παρόρμηση μας οδηγεί να πυροβολήσουμε
ακόμα και αγγέλους και πτώματα,
αφουγκραζόμουν τους ήχους της παλιάς μου γειτονιάς,
τίποτε από ότι άκουσα δεν βοήθησε.
Τότε η βροχή έβαψε τον κήπο στις αποχρώσεις 
του γκρίζου, το σφύριγμα των διερχομένων αυτοκινήτων
με νανούρισε, κι έτσι εγώ ξάπλωσα
στο κρεβάτι όπου κοιμόμουνα μικρός. Ο Donnie
ψυθίρισε στο όνειρό μου—
Έλα στην αυλή,
γίνεται καβγάς! 
 
Το κεφάλι αυτού του αγοριού
σήκωσε προς τα πάνω ο Donnie 
και εγώ κοπάνησα με την μπότα μου—
ξύπνησα έκπληκτος
με τη δική μου βαναυσότητα,
με το πώς γελάσαμε και σκαρφαλώσαμε
έναν φράχτη, λησμονώντας εκείνα τα μάτια
που μας κοίταζαν επίμονα από την άσφαλτο
στην οποία τον αφήσαμε. Τι είδους ανεπάρκεια,
τι είδους ψευδαίσθηση μετέτρεψε αυτό το πράγμα σε διασκέδαση;
 
Την περασμένη εβδομάδα, 
ενώ οδηγούσαμε προς το αεροδρόμιο της Βυρηττού,
έμεινα εμβρόνητος όταν είδα οβιδοβόλα
κρυμμένα σε μια σχολική αυλή—Ο Besaam
άρπαξε το δάχτυλό μου—
Μη δείχνεις! Θα νομίζουν
ότι πυροβολείς. Απλώς γυρεύεις
μπελά. Αλλά τώρα, ξύπνιος,
δεν μπορώ να σταματήσω να σημαδεύω—
 
αυτά τα όπλα,
αυτό το αγόρι στην άσφαλτο,
αυτά τα παιδιά που άδειαζαν ένα τουφέκι
πάνω σε μια νεκρή γυναίκα,
 
το γέλιο λίγο πιο κάτω στον δρόμο
που μόνο τώρα μετά βίας ακούω....
 
 
‘Δεν ξέρω ακόμα γιατί αποφάσισα να περάσω τα Χριστούγεννα σε μια εμπόλεμη ζώνη. Ίσως, για ακόμα μια φορά, ν’ αναζητούσα ισοδύναμα. Όπως υποδηλώνει το κάτωθι ποίημα, ανακάλυψα μια ισχυρή αντιστοιχία ανάμεσα στη βία των νεανικών μου χρόνων και την καταστροφή που είδα με τα μάτια μου στη Βυρηττό.’ (…)

‘Το ποίημα “Συνέδριο”, το οποίο γράφτηκε μερικά χρόνια μετά την επίσκεψή μου στο Λίβανο, πραγματεύεται ευθέως αυτό το ζήτημα. Όταν έγραψα το ποίημα είχα υπόψιν μου τα δυο διαφορετικά νοήματα του τίτλου— το συνέδριο ως τη συνάντηση μεταξύ επαγγελματιών, στην προκειμένη περίπτωση (μεταξύ) συγγραφέων, και το συνέδριο ως τη συνάντηση ανάμεσα σε καθηγητή και φοιτητή, εδώ μεταξύ εμού και μιας φοιτήτριας από την Παλαιστίνη, θύματος του μακελειού της Sabra και Shatila.’ (Αποσπάσματα από το κείμενο του Don Schofield με τίτλο The Wheels Grind: Thoughts on Self & War που δημοσιεύτηκε στο www.weeklyhubris.com στις 31 Δεκεμβρίου 2019.)  
 
 
Conference
 
I’m tired of words. Of making subject
and verb agree. Of searching for the right
metaphor for pain. Want pain? I give you
Georgette, my student who wrote how Phalangists
broke into her family’s home, shot them all,
each killer with an icon of the Virgin
glued to the butt of his Kalashnikov—
Mother. Father. Two sisters. Brother. Dead.
And I had to correct her prose, tell her
a sentence is a unit of meaning,
how conjunctions can balance ideas,
colons throw our attention forward: My father
in my first memory is throwing a lamp
across the room at Mom. I, four, stare numb
from the couch. I didn’t tell this to Georgette,
my pain seemed paltry next to hers. I simply
dropped it into the conversation last night,
my story no worse than the others
we told, sipping cocktails in a hot tub,
another writers’ conference ending.
Mike described his father’s way of throwing
him out, how his mother would leave him 
at the depot, bound for one new family
or another, give him a roll of dimes
for the Tractor Scoop, and drive off. He could
pull those plastic rocks from synthetic earth,
pile three or four at a time up onto
a dump truck—how fascinating to a child
this occupation that can kill a man
or make him an angry father. Like writing,
I suppose. So Celan. Mayakovsky.
Pavese. Crane. Schwartz. Karyotakis . . . .
Once, on a beach, I watched a man play catch
with his son, then sit, unscrew the lower part
of his left leg. He had the boy hold it
as he rolled into the waves, strong arms pumping,
a single kick in his wake. If it were me,
would I cradle that stub, quiet, patient,
a good son to a good dad, or toss it
away, let him live his own damn life, care
for his own rotting parts? If he swam so far
he couldn’t come back, for sure I’d raise it
like an exclamation point, say to Mike,
or Georgette, or anyone else who cared
to listen: This is a unit of meaning.
 
In Lands Imagination Favors (2014)
 
 
Συνέδριο
 
Με κουράζουν οι λέξεις. Με κουράζει να κάνω
το υποκείμενο και το ρήμα να συμφωνούν. Nα ψάχνω για την κατάλληλη 
μεταφορά για τον πόνο. Θέλεις πόνο; Σου παρουσιάζω 
την Georgette, τη φοιτήτριά μου που έγραψε για το πώς οι Φαλαγγιστές
εισήλθαν με βία στο σπίτι της οικογένειάς της, τους πυροβόλησαν όλους,
ο κάθε φονιάς με μια εικόνα της Παρθένου 
κολλημένη στον υποκόπανο του Kalashnikov—
Μητέρα. Πατέρας. Δύο αδερφές. Αδερφός. Νεκροί.
Κι εγώ έπρεπε να διορθώσω τον πεζό της λόγο, να της πω
ότι μια πρόταση είναι μια μονάδα νοήματος,
πώς οι σύνδεσμοι μπορούν να εξισορροπήσουν τις ιδέες,
ότι η άνω και κάτω τελεία ωθεί την προσοχή μας σε αυτό που ακολουθεί:
Ο πατέρας μου στην πρώτη ανάμνησή μου πετάει μια λάμπα 
στην άλλη άκρη του δωματίου στη Μαμά. Εγώ, τεσσάρων, κοιτάζω μουδιασμένος
από τον καναπέ. Δεν το είπα στη Georgette,
ο πόνος μου φάνταζε πενιχρός δίπλα στον δικό της. Απλώς
το ανέφερα μέσα στα πλαίσια της συζήτησης χθες βράδυ,
χωρίς η ιστορία μου να είναι χειρότερη από τις άλλες
που είπαμε, πίνοντας κοκτέιλ στο τζακούζι,
ενώ άλλο ένα συνέδριο συγγραφέων έφτανε στο τέλος του.
Ο Mike περιέγραψε τον τρόπο με τον οποίο ο πατέρας του τον
πέταγε έξω, πως η μητέρα του θα τον άφηνε
στο σταθμό με προορισμό μια νέα οικογένεια
ή μια άλλη, θα του έδινε μερικές δεκάρες 
για το παιχνίδι με το τρακτέρ, και θα έφευγε. Αυτός μπορούσε
να τραβήξει εκείνες τις πλαστικές πέτρες από το συνθετικό χώμα,
να στοιβάξει ταυτόχρονα τρεις ή τέσσερεις πάνω σε 
ένα φορτηγό φορτοεκφόρτωσης— πόσο συναρπαστική για ένα παιδί
αυτή η ενασχόληση η οποία μπορεί να σκοτώσει έναν άνθρωπο
ή να τον μετατρέψει σε έναν οργισμένο πατέρα. Όπως το γράψιμο,
υποθέτω. Όπως συνέβη με τον Celan. Τον Mayakovsky.
Τον Pavese. Τον Crane. Το Schwartz. Τον Καρυωτάκη . . . .
Κάποτε, σε μια παραλία, παρατήρησα έναν πατέρα να παίζει μπάλα
στον γιο του, έπειτα να κάθεται, και να ξεβιδώνει το κάτω μέρος
του αριστερού του ποδιού. Έβαλε το αγόρι να το κρατάει
καθώς αυτός κύλησε προς τα κύματα, χτυπώντας τα στιβαρά μπράτσα του,
αφήνοντας πίσω του μονάχα απόνερα. Άραγε αν ήμουν στη θέση του
θα κράταγα στην αγκαλιά μου αυτό το στέλεχος, ήσυχος, υπομονετικός,
ένας καλός γιος για έναν καλό πατέρα, ή θα το πέταγα
μακριά, θα τον άφηνα να ζήσει την καταραμένη ζωή του και να ενδιαφερθεί
ο ίδιος για τα μέλη του που αποσυντίθενται; Αν κολυμπούσε τόσο μακριά
ώστε να μην μπορούσε να γυρίσει πίσω, θα το ύψωνα 
σαν θαυμαστικό, και θα έλεγα στον Mike,
ή στη Georgette, ή σε οποιονδήποτε άλλον ενδιαφερόταν
να ακούσει: Αυτή είναι μια μονάδα νοήματος.
 
‘Γράφοντας για το χρόνο που πέρασα στη Βυρηττό και αντιπαραθέτοντάς τον στην προσωπική μου εμπειρία, κατέληξα ότι η βία μέσα μας ανταποκρίνεται στη βία που υπάρχει γύρω μας. Ο μικρόκοσμος ισοδυναμεί με τον μακρόκοσμο, κατά κάποιον τρόπο. Οι βάναυσες ενέργειες— τόσο αυτές που διαπράττουμε στους άλλους όσο κι εκείνες που διαπράττονται εις βάρος μας— φωλιάζουν βαθιά μέσα στη μνήμη και στη φαντασία μας. Παρόλο που είχα μετακομίσει σε μια άλλη χώρα, εξακολουθούσα να κουβαλάω το παλιό μου φορτίο από θυμό, πόνο και τραύμα. Το να γράφω για τον πόλεμο αποτέλεσε έναν τρόπο να επεξεργαστώ αυτά τα συναισθήματα.’ (…)  
 
‘Τώρα καταλαβαίνω ότι, επειδή είμαστε όλοι ικανοί για βίαιες πράξεις, είτε πρόκειται για εφήβους σε μια σχολική αυλή είτε για άνδρες της πολιτοφυλακής που περιπλανώνται σε μια ισοπεδωμένη πόλη, ο μηχανισμός της καταστροφής θα λειτουργεί πάντα, έως ένα βαθμό. Το γιατί καταφεύγουμε στη βία συνιστά ένα πολύπλοκο ψυχολογικό, κοινωνικό και ιστορικό φαινόμενο, ωστόσο ένα πράγμα είναι ξεκάθαρο: αν το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνουμε είναι γεμάτο με σωματικό, ψυχολογικό, και συναισθηματικό πόνο, αν εμείς και οι γύρω μας, τόσο οι γονείς όσο και οι συνομήλικοί μας, στρεφόμαστε πρόθυμα στη βία ως μέσο για να επιλύουμε διαμάχες, αν οι άνθρωποι με τους οποίους αλληλεπιδρούμε δεν βρίσκουν άλλη διέξοδο για την οδύνη, τη σύγχυση, τη θλίψη πέρα από το να προκαλούν πόνο στους άλλους, τότε η εύκολη λύση για εμάς θα είναι πάντα, τόσο ως παιδιά όσο ως ενήλικες, τόσο ως άτομα όσο ως κράτη, να διαιωνίζουμε τις παλιές και γνώριμες καταστροφικές συμπεριφορές.’ (…)
 
(Αποσπάσματα από το κείμενο του Don Schofield με τίτλο The Wheels Grind: Thoughts on Self & War που δημοσιεύτηκε στο www.weeklyhubris.com στις 31 Δεκεμβρίου 2019.)  
 

Βιβλιογραφία

Ο Don Schofield έχει εκδώσει 7 βιβλία:
 
Schofield, Don. The Flow of Wonder. Kelsay Books, 2018.
Schofield, Don. In Lands Imagination Favors. Dos Madres Press, 2014.
Schofield, Don. Before Kodachrome. Future Cycle Press, 2012.
Schofield, Don. The Known: Selected Poems [of Nikos Fokas] 1981-2000. Athens: Ypsilon/Books, 2010.
Schofield, Don. Kindled Terraces: American Poets in Greece. Truman State University Press, 2004.
Schofield, Don. Approximately Paradise. University Press of Florida, 2002.
Schofield, Don. Of Dust. March Street Press,1991.
 
Τα ποιήματά του έχουν συμπεριληφθεί στα περιοδικά:
 
Abiko Quarterly, Agni Review, Amelia, Antioch Review, Arts & Letters,
Atlanta Review, Beloit Poetry Journal, Birmingham Poetry Review,
Black River Review, Chautauqua, The Cortland Review, Crosswinds, CutBank, 
Embers, Ergon: Greek/American Arts and Letters, Florida Review,
Gaia, Georgetown Review, Southeastern Review, Kentucky Review,
Minnesota Review, Ironwood, Nimrod International Journal, Oberon Poetry,
Great River Review, Ironwood, Southeastern Review, World Literature Today
και σε πολλά άλλα.
 
 
 
 
  

Ημ/νία δημοσίευσης: 20 Σεπτεμβρίου 2020