Εκτύπωση του άρθρου

Διάλεξα να μιλήσω για τρεις ποιητές (η μία γυναίκα) οι οποίοι όχι μόνον δεν έχουν τίποτε το κοινό στο μέσα της φωνής τους (ως και στην εξωτερική διευθέτηση του μορφικού ποικίλου των), αλλά τους διακρίνει ακόμη πιο πολύ το ηλικιακό χάσμα. Ζυγώνει τα εξήντα ο Καραβασίλης, στη μέση ηλικία των σαράντα η Κούρση, μόλις είκοσι και κάτι ο Ελευθεράκης. Τους ενώνει όμως κάτι πιο βαθύ, κάτι το θαυμαστό και θαυμάσιο: γράφουν και οι τρεις καλά ποιήματα. Ας τους δούμε με τη σειρά, κατά την χρονολογική τάξη.
Ο Καραβασίλης εκκινεί από μία νοσταλγική διάθεση προς άλλοτε εκφάνσεις της έκφρασης, η οποία με κοσμιότητα ενδύεται την αγαπητή φορεσιά της ερωτικής ποίησης. Εκείνο το οποίο τον γονιμοποιεί είναι η σπουδή μιας ορισμένης απόχρωσης των λέξεων-είπα, μάλλον κακώς, «απόχρωση» ενώ θα έπρεπε να μιλήσω για μουσική,  για το είδος εκείνο της μουσικής που λαμπρά διεκπεραίωσαν ο Κλαύδιος Ντεμπυσσύ και ο Μαυρίκιος Ραβέλ. Οι στίχοι του Καραβασίλη συνάζονται, θα ¡λεγα, μέσα στη συμβολική διάθεση της τονικής υπερερμηνείας του πράγματος και της μεταγραφής ενός (κάποτε-μα πότε;) ζώντος τοπίου σε αναπαράσταση. Ακούστε
:

Είσαι το μάτι του τοπίου.
Μόνον εδώ κατέθεσες τα μάτια σου.
Φιλτράρουνε
Σε κάθε ανοιγοκλείσιμό τους
Το μωβ, το πράσινο ως το μελαχρινό του δάσους
Για σένα και για μένα.


Ακούστε πάλι
:

Αν ο αχινός με την πανσέληνο τα βρίσκει,
Εγώ είμαι ο αχινός του φεγγαριού σου και γεμίζει.
Μες στην δικιά σου νύχτα σεληνιάζομαι.


Αληθεύει ότι, ενίοτε, εφευρίσκουμε τους προγόνους μας- και είδα ότι αυτό τυγχάνει καλό λίαν. Το αμέσως καλύτερο είναι να υπάρχουν πραγματικοί! Και στην περίπτωση του Καραβασίλη, ο Μελαχρινός, ο πρώτος (και έξοχος) Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, ο Εμμανουήλ, ο Ασλάνογλου συνεισφέρουν, ο καθείς κατά το μέρος του, όχι την επιρροή αλλά την επήρειά τους, για να τα αρμολογήσει ο ποιητής μας σε ένα σκοπό δικό του, σε μια φωνή προσωπική. Πώς ακούγεται αυτή η φωνή; Βραχνή, να ισορροπεί ανάμεσα στα οδοντικά και τα υγρά, πάντα σοβαρή, σαν να φτάνει σε μας από έναν τόπο σκιών οι οποίες μας εμποδίζουν να διακρίνουμε ευκρινώς τόσο τα χαρακτηριστικά του ομιλούντος όσο και τον τόπο, στον οποίο εγκατεστήμένος (τι να σημαίνει, άραγε, για τον Καραβασίλη το «εγκαθίσταμαι;») υφαίνει νότα τη νότα, με σουρντίνα, την καθεμιά και την καμία νύχτα. Γιατί, καθώς σοφά αρμόζει σε αυτόν που εκ του σκότους φθέγγεται, ο Καραβασίλης ανοίγει τα ποιήματά του στους τόπους της ημέρας.

Ακούστε
:

Ακέρια ομορφιά και προς τη θάλασσα.
Ώρα που ο ήλιος τραυλίζει στα νεφρά…


Ακούστε
:

Το βλέμμα σου Μαρτιάτικο, ψυχρό,
Κατακαλόκαιρο και μεσημέρι…


Ακούστε
:

Μια χτένα-φίλντισι
Βυθίζει αστραπές του ήλιου
Μες στο εβένινο μελίσσι σου.


Τέλος ακούστε
:

Ήλιε μου στέλνεις
Καταυγαστική μπουγάδα.


Αισθάνομαι ότι σιγά-σίγα ξεκαθαρίζουν αυτά τα οποία είχα να πω. Πιστοποίησα ότι ο Καραβασίλης κατοικεί σε μια χώρα ονειρική, την οποία αρνείται να περιγράψει και με το σύνολο των υλικών της διαθέτει τον ήχο του προς, μεταγλωττίζοντας τον κόσμο των «άλλων», των «πολλών» σε ιδιόλεκτο άσμα. Και, τότε, ο κοινός, ο καθ' ημέρα περίγυρος κορυφώνεται, υψώνεται στη μουσική, για να μας επιστραφεί εμψυχωμένος.
Και πώς να γίνεται ερωτική η ποίηση του Καραβασίλη. Όπως δίχως το μάρμαρο ή το μέταλλο δεν υφίσταται άγαλμα παρά μια αφαίρεση, έτσι και η αρμονία του ποιητή σαρκώνεται στο γυναικείο σώμα-και δι' αυτού, όλα γίνονται απτά, συγκεκριμένα. Τα περιγράμματα αποκτούν βάθος, οι λέξεις είναι ούσες και όντα, τα ποιήματα είναι εδώ.
Λυπάμαι που δεν έχω το χώρο να μεταγράψω το «Ανεξίτηλο ποίημα» ή την «Ανάληψη». Όμως, εφιστώντας την προσοχή του αναγνώστη στα επιγράμματα του Καραβασίλη (δεν εννοώ μόνον τα «Παλατινά»), δεν μπορώ παρά να κλείσω παραθέτοντας το ποίημα που, πιότερο απ' όλα, εγώ αγαπώ. Ονομάζεται «Μικρός ύμνος». Ακούστε το προσεκτικά
:

Πρωί- πρωί
Σκύβεις Αρτέμιδα
Να δέσεις τα σανδάλια σου
Με τη δροσιά του Κηφισού.

Νερό-μαχαίρι
Λίγο τα ρείθρα σκέφτεται
Και ήλιους κομματιάζει
Στο κορμί σου.

Νερό που σε διαλύει στα οστά μου.