Εκτύπωση του άρθρου
Ο Γιώργος Κ. Καραβασίλης, από την πρώτη κιόλας συλλογή του Η γραφή και το μαχαίρι (1970) όρισε με σαφήνεια την «ποιητική του ιδεολογία», την οποία υπηρέτησε από τότε μέχρι και σήμερα με αφοσίωση απαρέγκλιτη, συγκερνώντας πάντα με επιτυχία απόλυτη το εκπορευόμενο από τα βάθη των αιώνων κλασικό με το σύγχρονο, για να παραμείνει έτσι αθεράπευτος λάτρης της φύσης, του έρωτα και του γυναικείου, κυρίως σώματος αλλά και της κρυφής, υπέροχης μουσικής του. Μιας μουσικής που αρκετά χρόνια αργότερα, ο ίδιος, θα μας αποκαλύψει τον μυστικό εκείνο δρόμο μέσω του οποίου την συνάντησε και τη συναντά, στο ποίημα του «Η κένα» της συλλογής του Φαγιάντσες (1982-1984), το οποίο μάλιστα επανέρχεται για δύο ακόμη φορές (ελαφρώς παραλλαγμένο) και στις συλλογές Υπέρ των Μουσών (1990) και Το μάτι του τοπίου (2001):
Η κένα,/Η βραζιλιάνικη φλογέρα,/Τον πιο γλυκό της ήχο βγάνει,/Όταν πέσει στο χέρι/Που τη φτάνει/Από περόνη κοριτσιού/Δεκαοχτώ χρονώ.

Παράλληλα όμως με όλα τα παραπάνω, ο Γιώργος Κ. Καραβασίλης στάθηκε αρκετές φορές και σε κάποια άλλα γεγονότα, όπως π.χ. στη μιζέρια της καθημερινότητάς μας, σε διάφορα άτομα τα οποία μοίρα αυτοκαταστροφική τα είχε τραγικά σημαδέψει, αλλά και προσπάθησε να δώσει απαντήσεις σε ερωτήματα μεταφυσικά, τα οποία τον απασχόλησαν και, όπως φαίνεται, αρκετά τον βασάνισαν.

Και πράγματι, ποιήματα όπως το «Καλύμνου 3, Σαββατόβραδο, 19 Μαρτίου 1955» από τη συλλογή Καλλιέργεια του αίματος (1974), το αισθαντικό και βαθύτατα μελαγχολικό «Η Μαρίνα και τα τοπία της κάμαράς μου» μαζί με «Το μάτι της νεραϊδοτσιγγάνας» από τη συλλογή του Τα φιλέρημα (1979-1983) αλλά και το πολύ κοφτερό «Τα μάτια-ζάρια», από τη συλλογή Το αιμομιχτικό λεμόνι…του 1996, στέκουν άκρως ευδιάκριτα ανάμεσα σε πολλά, ποιητών άλλων, από εκείνους που υπηρέτησαν με επιτήδευση περισσή τον ρεαλισμό ή, πιο σωστά, τον νατουραλισμό των καιρών μας. Και τούτο, γιατί ο Καραβασίλης γνωρίζει άριστα να εξαγνίζει μέσω των στίχων του τους ήρωές του και τα τεκταινόμενα, γνωρίζει πολύ καλά, ακόμη και μέσα στο σκοτάδι, να μας δείχνει κάπου στην άκρη του τούνελ, το υπέρλαμπρο φως της ομορφιάς. Μιας ομορφιάς, την οποία δεν παραλείπει να μας αποκαλύπτει ούτε και σε αυτά ακόμη τα τόσο ζοφερά και σπαραχτικά, τα τόσο πονεμένα ποιήματα «Ο Ιερεμίας και η νεκρούπολη», «Ελεγεία για τον Ρενέ Κρεβέλ», «Τασούλα» και «Το ναι του θανάτου», τα οποία αναφέρονται, όπως ήδη είπαμε, σε ανθρώπους τους οποίους μια «κατάρα» στη ζωή σκληρά και ανελέητα τους στιγμάτισε.

Όσο για τα ποιήματα που προσπαθούν να δώσουν απάντηση σε μεταφυσικά ερωτήματα; Αυτά με την αμεσότητα και την ευθυβολία που τα χαρακτηρίζει, μας διεμβολίζουν, μας τορπιλίζουν, θα ισχυριζόμουν, αφήνοντας ενσταλαγμένη στα βαθύτερά του είναι μας μια γεύση πικρή. Μια γεύση, η οποία, όχι βέβαια πολλές φορές, αλλά σε καίριες πάντα στιγμές και σε δόσεις σωστά ζυγισμένες, εμφανίζεται απρόσκλητη, λες, μέσα στη «λυρική ξεγνοιασιά», αιφνιδιάζοντάς μας οδυνηρά μέσα από τα πολύ δυνατά ποιήματα «Τα μυστικά δωμάτια του πύργου» (ομώνυμη συλλογή, 1978), «Ο ανεκρολόγητος», «Ένας μονόλογος της Σιλίσιας», «Ερμηνευτικός λόγος για την πρώιμη πνοή της Άνοιξης αντί στασίμου», «Χοϊκό ποίημα» και το «Έρρωσο Δόγη!..».

Πάντως, αν και στο κείμενο αυτό έριξα το βάρος μου επίτηδες σε κάποιες ειδικότερες πτυχές της ποίησης του Γιώργου Κ. Καραβασίλη, μια και αυτές δεν έχουν τονιστεί κατά τη γνώμη μου όσο πρέπει, παρά ταύτα, αυτός παραμένει ποιητής κατ' εξοχήν ερωτικός, μοναδικός στο είδος του και αξεπέραστος, εισερχόμενος στα ενδότερα της γυναικείας ψυχής, όχι με φόβο αλλά με την πρόθεση να καταθέσει εκεί λατρευτιά δώρα, προσφέροντάς μας έτσι μια ποίηση την οποία χαρακτηρίζει ένας λόγος αφαιρετικός, συμπυκνωμένος, αισθησιακός, ιδιαιτέρας εκλεκτικότητας, υψηλής καλλιέργειας, άφατης τρυφερότητας, ευφροσύνης, αγνείας, αφοπλιστικής αθωότητας, μυσταγωγικής ηδυπάθειας, σπάνιου και ανυπέρβλητου ήθους-μια ποίηση που είναι η ίδια, από μόνη της, ένας άνεμος επιθετικός, εύρωστη όσο ολίγων αλλά και, προπάντων, αρρενωπή.

Ο Γιώργος Μαρκόπουλος είναι ποιητής.