Εκτύπωση του άρθρου

Κάθε φθαρτού
Το χώμα έσχατος κριτής και πρώτος


Γ.Κ.Καραβασίλης, Φαγιάντσες

Είμαστε όντα και, ως εκ τούτου, θνητοί. Μόνο τα μη όντα είναι αθάνατα, αλλά αυτά δεν υπάρχουν.
Είμαστε όντα έλλογα και προικισμένα όχι μόνο με αισθήσεις, αλλά και με αισθήματα. Η αγάπη είναι το πιο σημαντικό από αυτά. Η αγάπη όμως, όταν δεν δείχνεται, όταν δεν αποδείχνεται με πράξεις, δεν είναι αίσθημα, αλλά απλώς μια λέξη κενή περιεχομένου.
Επειδή είμαστε θνητοί και επειδή άλλη ζωή, πέρα από τούτη την επίγεια, δεν υπάρχει, άλλη παρηγοριά, άλλο παυσιθάνατο, εκτός απ' την αγάπη, δεν έχουμε. Και όταν αγαπούμε κάποιον, πρέπει να του το δείχνουμε όσο είναι εδώ, σε τούτη τη ζωή, γιατί άλλη δεν υπάρχει, δεν πρόκειται να συναντηθούμε ξανά, κάπου αλλού, με τον αγαπημένο απελθόντα. Αν δεν το κάνουμε αυτό, θα κουβαλάμε, όσο ζούμε, μέσα μας, αυτή τη μαύρη τρύπα, αυτό το απαίσιο κενό, αυτή τη χαίνουσα πληγή της ανέκφραστης αγάπης.
Ο φίλος μου ο Γιώργος έφυγε νωρίς. Η λύπη μου γι' αυτό τον αποχωρισμό είναι μεγάλη. Η απουσία του απ' τη ζωή μου θα είναι αισθητή μέχρι την ώρα και της δικής μου φυγής. Ωστόσο, επειδή πολύ τον αγάπησα και το ήξερε, δεν νιώθω κι ούτε πρόκειται, ως το τέλος μου, να νιώσω μέσα μου αυτό το κενό της ανέκφραστης αγάπης. Και επειδή κι αυτός πολύ μ' αγαπούσε και το ήξερα, αν βρισκόταν τώρα στη θέση μου, στη θέση του ακόμη ζωντανού, είμαι σίγουρος ότι θα ένιωθε ακριβώς όπως εγώ.
Ο φίλος μου έφυγε νωρίς, αλλά όχι απρόσμενα. Ο φίλος μου ήταν ένα κερί αναμμένο κι απ' τις δυό άκρες˙ καιγόταν με αφάνταστη ταχύτητα. Λάτρης των γάλλων καταραμένων ποιητών, ήθελε να πιστεύει ότι ήταν κι ο ίδιος καταραμένος. Δεν ήταν. Ήταν απλώς διψασμένος για αιωνιότητα και, ξέροντας πώς αυτή δεν υπάρχει, δημιουργούσε τον δικό του τεχνητό παράδεισο.
Ο φίλος μου δεν ήταν καταραμένος˙απλώς, δεν ήταν εγκρατής. Δεν ήθελε να ζήσει κάμποσο ακόμη˙ ήθελε να ζήσει για πάντα και, επειδή ήξερε ότι αυτό είναι αδύνατο, προσπαθούσε να μετατρέψει την κάθε στιγμή σε αιωνιότητα, πάσχιζε να νικήσει το θάνατο στο τρέξιμο. Όμως, αυτός που παραβγαίνει με το Χάρο, στην ταχύτητα, κι είναι πιο γρήγορος, φτάνει στο τέρμα πρώτος. Αυτό συνέβη με το φίλο μου˙ ξεπέρασε το θάνατο και πέθανε νωρίς. Πιστεύω, ωστόσο, ότι τον ξεπέρασε και μ' έναν άλλον τρόπο˙ έφυγε, αφήνοντας πίσω τους απογόνους: γιούς και ποιήματα˙ γιούς άξιους, ποιήματα άξια. Έτσι, θα διαιωνισθεί το αίμα του και το πνεύμα του.
Ο φίλος μου ήταν βαθύτατα ερωτευμένος με τη ζωή, αλλά μ' έναν έρωτα λαίμαργο, καννιβαλικό, δεν την γευόταν απλώς, την καταβρόχθιζε κυριολεκτικά. Ο έρωτας αυτός ήταν αμοιβαίος, αλλά η ζωή, ως πιο δυνατή, τον κατασπάραξε, τον ρούφηξε, τον άδειασε ως το μεδούλι.
Ο φίλος μου, ωστόσο, δεν έζησε άσκοπα, δεν χαμώζησε, έζησε ουσιαστικά. Απόδειξη, η ποίηση του. Δεν υπάρχει ούτε ένα ποίημα του, ακόμη και το πιο αδύνατο, που να μην είναι βαθύτατα βιωμένο. Οι εγκεφαλικές κατασκευές είναι απούσες απ' το έργο του. Είμαι σίγουρος ότι δημιουργούσε σε κατάσταση έξαρσης, ιερής μέθης.
Δεν ήταν ποιητής του γραφείου. Μπορεί να καθόταν σ' ένα τραπέζι για να γράψει, αλλά δεν επινοούσε εκεί τα ποιήματά του. Τα ποιήματά του κυκλοφορούσαν ήδη μες στις φλέβες του, του καίγανε τα σπλάχνα και, όταν τα ακουμπούσε στο χαρτί, ήτανε έτοιμα. Έτσι τουλάχιστον φαντάζομαι, κρίνοντας από τη φρεσκάδα της πρώτης ύλης που δεν σου κάνει καρδιά να την δουλέψεις παραπέρα, από φόβο μήπως καταστρέψεις, μήπως βιάσεις την παρθενικότητά της.
Ο φίλος μου Γιώργος Κ. Καραβασίλης ήταν ουσιαστικός ποιητής. Τα πάντα είναι γνήσια στο έργο του: η στάση του απέναντι στη ζωή, απέναντι στην ομορφιά και την ασκήμια, ο αισθησιασμός του, ο ερωτισμός του και η αισθαντικότητά του.
Και, τελικά, ήταν ουσιαστικός και θαρραλέος ακόμη και απέναντι στο θάνατό του. Τρανή απόδειξη οι τελευταίοι συγκλονιστικοί στίχοι του τελευταίου ποιήματός του «Εγκώμιο για τον ιππότη των Εγκαρων» που κλείνει τη συγκεντρωτική έκδοση της δουλειάς του και που, για να με παρηγορήσει, αλλά για να παρηγορηθεί μάλλον και ο ίδιος, μου διάβασε, αναγγέλοντάς μου, από τηλεφώνου, το θάνατό του, ο κοινός μας φίλος Σάμης Γαβριηλίδης:
Έρρωσο Δόγη!
Αγέρωχε, δεσποτικέ, ανάλγητε.
Και συ μελλοθάνατε.

Θα σε γνωρίσω σ' άλλ' αλώνια,
Εκεί που κι όποιος θέλει να κριθεί τα λόγια του θα χάσει
Εσύ που ρούφηξες γλυκά γλυκά το αίμα μου σαν τη
σαγκρία
Με την ευγένεια που αποπνέουν τα οστά σου
Το ξέρω θα έρθεις να με βρεις.
Για να με υποκριθείς
Εξόριστος και συ
Στο οστεοφυλάκιο της μάνας Γης,
Παντοτινής πατρίδας,
Όταν κι οι δύο θα επιστρέψουμε στο πουθένα.

Με το φίλο μου, όσο ζούσε, μοιραστήκαμε πολλά, ζήσαμε μαζί μέρες υπέροχες κρασιού και λουλουδιών. Κάποια στιγμή, θα μοιραστούμε και το Πουθενά.

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ