Εκτύπωση του άρθρου
    Η τελευταία του συλλογή «Καλλιέργεια του αίματος» περιέχει  επιλογές από τις τέσσερις πρώτες συλλογές του, και δύο νέες σειρές, «Το Φιλέρημα» και τις «Φαγιάντσες»-την πιο πρόσφατη συγκομιδή του, χωρίς η τελευταία, τουλάχισοτν, να είναι και η καλύτερη. Είχα αφιερώσει, νομίζω ένα μικρό κείμενο στην πρώτη συλλογή του, όταν κρατούσα κριτική στήλη σε καθημερινή εφημερίδα.
    Δεν ξέρω την ηλικία του ποιητή ούτε και σε ποιά γενιά τον τοποθετούν οι αυτοχειροτόνητοι πνευματικοί «ταγοί». Πρέπει να τονίσω, πάντως,- κι αυτό ενδιαφέρει, τελικά, την ποίηση-,ότι διατηρεί ζωντάνια, με την καθολική σημασία της λέξης, που, στο μεγαλύτερο μέρος της συλλογής του, μεταστοιχειώνεται σε γνήσια ποίηση. Κι ας διακρίνουμε τις επιδράσεις, αφού, σήμερα κυρίως, για να θυμηθούμε το στίχο του Σεφέρη, «είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας». (Ο στίχος του ποιητή μπορεί ν' αποτελεί και έμμεση παραδοχή των γενναιόδωρων επιδράσεων, που, κατά καιρούς, δέχτηκε, από τους αρχαίους, τον Έλιοτ και άλλους).
    Η ποίηση του κ. Καραβασίλη είναι, βασικά, ερωτική. Με μιαν άρθρωση, που διατηρεί σχεδόν αμείωτη την καθαρότητά της, με εικόνες ποιότητας, με αρκετό κλάδεμα των περιττών, τόσο που να μη φτάνει στην αοριστία η ακατανοησία της υπερβολικής αφαιρετικότητας, με συμπύκνωση της ουσίας, στα περισσότερα ποιήματα, με προσεκτικά διαλεγμένο (σχεδόν, πάντοτε) γλωσσικό υλικό, που μετακενώνουν και αισθητικά, την έξαλλη νεανική χαρά του έρωτα, την ταύτιση του εγώ και του εσύ, την ένωση με την φύση/Κέρδισες και το χαμόγελό σου/ερωτικό ρυάκι συνεπήρε/Καθώς υψώναμε μαζί την άγια καμπάνα/Των αηδονιών και των κυκλάμινων/Στο θαλερό τοπίο/στον τρυγητό της αγκαλιάς μας/. Ο θόλος της κόμης υγρός/.Τα μάτια σου χτυπούν τα γύρω δέντρα/.Διάσπαρτος ήλιος/.Στο δέσιμο της σάρκας/Το κρόταλο του ίσκιου μας στη φυλλωσιά/.
    Ο κ. Καραβασίλης καθηλώνει, τόσο στα μικρά, λιτά και επιγραμματικά ποιήματά του , όσο και στα μεγαλύτερα, τις πολλαπλές εμπειρίες του από τη γυναίκα, από τον χοϊκό αισθησιασμό του σώματός του, «βράζει το αίμα μου, να μην το ξεχνάτε», από την έξαρση, την έκσταση, την διαπλάτυνση της ύπαρξης, την ηδυπάθεια, τη διάχυση προς το σύμπαν, αλλά, πέρα από ένα χρονικό διάστημα, όταν ωριμάζει πια, συνειδητοποιεί και τη διπλή μοναξιά, την απογοήτευση, την καθίζηση, την ωμή ομολογία της ψευδαίσθησης και παραίσθησης, τη διάσταση μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, τη συρρίκνωση και την οργή του, που φτάνει κι ως την ειρωνία. Το άλλο πρόσωπο της διάψευσης/Πάντα σ' αναζητούσα και δεν σ' εύρισκα ποτέ/Στα κερδισμένα και χαμένα όνειρα της νύχτας/Κι ακόμα σε τοπία που απαιτούν να τα ορίσεις/Με τα δικά σου στίγματα για να σωθούν/, Στις κατακόμβες του καιρού/με τις θαμπές, μισοσβησμένες οπτασίες/, Τα πρόσωπα που χάσαμε πριν γεννηθούμε/Πάντα σ' αναζητούσα και δεν σ' εύρισκα ποτέ/Όταν για μια στιγμή, όλα μαζί ανάβαν τα βεγγαλικά/Της λευτεριάς που έπαιρνε μορφή στο σώμα/.Όταν γυμνός μέχρι τη ρίζα σου δινόμουν/Εως το πιο βαθύ μου κόκκαλο/Στο χρόνο βυθιζόμουν και στα πράγματα/Ω, Αναπνοή, που δεν γνωρίζεις πλάτος/.Αλλά να μεταγγίσω αίμα σ' ένα φάντασμα;
    Σ' όλες τις συλλογές του, τον μεγαλύτερο χώρο καταλαμβάνει η «μελέτη έρωτα», καθώς ο ποιητής μπορεί να κάνει την περιδιάβασή του από την πιο χιμαιρική ονειροφαντασία εως την πιο αρσενική πυροδότηση, αγωνιώντας να βρει τη δικαίωση της ύπαρξής του,  με το σώμα του, τις άγρυπνες αισθήσεις του και μέσα από το κορμί της γυναίκας, που, άλλοτε στολίζεται με όλες τις ομορφιές της φύσης, κι άλλες φορές, η ίδια διαχέει την πληθωρική της υπόσταση-ποιητική-στη λειτουργία και την εκτίναξη των φυσικών στοιχείων, σ¢ όλη τους τη λαμπρότητα.
    Η «μελέτη» αυτή, με πηγαίο, σχεδόν, πάντοτε, ανάβλυσμα, περνάει από ξεχωριστές φάσεις. Από τον εύρωστο και κοχλακιστό ερωτισμό, που είναι έτοιμος «και τον ήλιο να καλέσει, σ' αντιμάχημα», από το καυτερό πάθος, «ω σώματα ,που βαθιά σας περιπλανιέμαι» η «ασφυκτική ανθοφορία λακτίζει τον κρατήρα σου» φτάνει στην απεγνωσμένη ερώτηση για την, ουσιαστικά, μοναξιά του σώματος/Βυθίζεται στην κάμαρη/στα γυμνωμένα σώματα/Κι αναζητεί γιατί/,Γιατί τριάντα χρόνια τώρα/παθαίνονται για να μιλήσουν/χωρίς απόκριση/, στην πικρότατη διαπίστωση/Πόσο πιο δω, πόσο πιο κει απ¢ τ¢ όνειρο, βρισκόμαστε/στη συνειδητοποίηση της ασυνεννοησίας, του μονόδρομου κάθε κορμιού/Τα χέρια μας δε μίλησαν ποτέ/Ματιές παράλληλες, χαμένες/, καταφεύγει στην ειρωνία, που τόση οδύνη σκεπάζει/, Δεν τρέχει τίποτα-ότι και αν πεις/όμως εγώ με ένα δωράκι θα στολίσω/ετούτη την εβένινη καρδιά/,με ένα λουλούδι που ταιριάζει/στην πιο σκληρή κομμώτρια/,ωραία των αγρών. Και σου καρφώνω στα μαλλιά/μια φλογερή τσουκνίδα/,νοιώθει τη μεγάλη σκιά, που αλλάζει, εντελώς, το ρυθμό, τη γεύση, το χρώμα της ψυχικής ζωής μας./αβρό χέρι κομμένο/στη γη χωμένο/σε ακούω που λιώνεις.
    Όπως και να είναι, πάντως, σημαντικό το γεγονός για την ύπαρξη του κ. Καραβασίλη και την ποίησή του, το ιερό, αγαπημένο κορμί και η ένωσή του με τη φύση. Της συγκεκριμένης γυναίκας/αειθαλές χιονάτο στήθος, με τη μεσοκαλόκαιρη αφή/, κουμπί δεν σε κρατά. Θα τα ακουμπήσεις κάμπε/, ή της κρουστής αδρής θηλυκής παρουσίας, γενικότερα./Σάρκα! στο φυλλοβόλημά σου/χιλιάδες δύο αγριολούλουδα/.
    Το βιβλίο, βέβαια, δεν απαρτίζεται μόνο από ερωτικούς στίχους. Ζεί ο ποιητής δυνατά το κλίμα της εποχής που τον καταπιέζει. Περιπλανάται στους δαιδαλώδεις δρόμους της και δέχεται τα μηνύματά της. Δεν ανήκει, όμως, ευτυχώς σ' αυτούς, που φωνασκούν διαρκώς και αραδιάζουν κατεβατά για πολύ γνωστά πια θέματα της καθημερινής ζωής, της ατομικής, της περιβαλλοντολογικής και της παγκόσμιας. Τί ποιητικό να πείς σε ένα ολόκληρο βιβλίο π.χ. για την αδικία, την πείνα, την εκμετάλλευση, την ειρήνη, τον πόλεμο, την ασφυξία των μεγαλουπόλεων, την άσωστη κατανομή των υλικών αγαθών; Αυτού του είδους τα δημαγωγικά, «κατασκευάσματα» των «στρατευμένων» ποιητών, είναι, σε τελική ανάλυση, εμετικά και δεν έχουν σχέση με την τέχνη. Ρητορικές αηδίες και επιφανειακές, συνθηματολογικές προπαγάνδες που απωθούν.
    Και σε αυτό το σημείο πρέπει να σημειώσω, ότι η βιωματική ενσωμάτωση του ποιητή στη διάχυτα εφιαλτική ατμόσφαιρα της εποχής μας, συντελείται με λιτότητα, που επιτυγχάνει, σχεδόν πάντοτε, τους ποιητικούς στίχους.
Πριν ή και μαζί με τους ανεξάντλητους προβληματισμούς της ζωής μας και των άλλων, ορθώνεται ο τελεσίδικος θάνατος, που τον εμπλέκει στο «Προθαλάμιό» του ο ποιήτης, με τα περασμένα, με την μνήμη των νεκρών, με την επιθυμία της διάρκειας του εγώ, με την διάψευση του ονείρου, με την προδοσία και των φίλων ακόμη, με την μυστική ελπίδα του για την ελευθερία. Μέσα στο πατρικό του σπίτι, σε λίγους αλλά περιεκτικούς στίχους, ζωγραφίζει μερικές αντιθετικά κορυφαίες περιπτώσεις της ζωής/Φίλοι μιλώ με στόμα αξεδίψαστων νεκρών/. Στους τάπητες και στα κεντήματα θα ντύσω την μορφή μου/,στη σκόνη σε παμπάλαιες χειρονομίες, σε πρόσωπα λυσμονημένα/. Η έξοδος της σάρκας μου προς την ελευθερία/,εδώ./.
    Η σύνθετη ατμόσφαιρα, η βυθισμένη στην ανέχεια, τη φαντασίωση, την κατάθλιψη στα μικροκαταστήματα, στα σπίτια και στα σκαλοπάτια τους, αναπλάθεται με τις μονολεκτικές, συνήθως, ασθματικές φράσεις του πεζού αλλά ρυθμικού κειμένου του ποιήματος «Καλύμνου 3, Σαββατόβραδο, 19 Μαρτίου 1955». Οι αλληλεμπλεκόμενες εικόνες, εγώ, εσύ, οι άλλοι, τα προσωπικά βιώματα, η πολυεπίπεδη κίνηση των δρόμων, σε «Ρεμπέτικες» γειτονιές, οι πολιτικοί υπαινιγμοί, η άσκοπη ροή, η ανυποχώρητη μοναξιά, αποδίδονται με μια στυφή πίκρα.
    Ο ποιητής δεν παρουσιάζεται μόνον οξυδερκής και πειστικός στην ανάδειξη τυχόν την ερωτικής ψυχολογίας. Είναι και άτομο υπεύθυνο. Οι ποιητές δεν είναι ανεύθυνα και μακάρια τζιτζίκια που ροκανίζουν τον χρόνο και το καλοκαίρι. Αυτοί και με την αυτοκτονία τους ακόμη «Ανοίγουν την πόρτα προς το άπειρο», και «ανακρίνουν την λευτεριά». /Θαυμαστή ευθύνη των ποιητών/ να ανακρίνουν τη λευτεριά/με την κάννη στον κρόταφό τους/και να τραβούν την σκανδάλη/στο τέλος/. Άσωτε της υψηλής μποεμίας άσωτε/. (Ελεγεία για το Ρενέ Κλεβέρ). Ο κ. Καραβασίλης αναφέρεται στην εποχή μας με τους «κυρίους» και τους ελεύθερους και τους δούλους. Μια κραυγή ενεργητικής αντίστασης σε θεούς και δαίμονες και ανθρώπους, είναι το ποίημα του (απόσπασμα) «Ο Ιερεμίας και η νεκρούπολη». Και δεν αρκείται να «ενώνει την κραυγή του με το ρόγχο» των βασανιζόμενων, από ποικίλους βιαστές και ανελεύθερους. Τολμά να εισχωρεί στο βάθος της θάλασσας, της μπερδεμένης και της ζοφερής όψης της ζωής/Ετούτα τα νερά παρατηρώ με τρόμο/ είναι πετρέλαιο και πίσσα/, λύματα και απόβλητα/μπουκάλια πλαστικά και προφυλακτικά/σάρκες που ξεκολλούν από ψοφίμια, φλούδες/χείμαρος-βόθρος που θα με καταπιεί και όλα με την συνενοχή του ήλιου/δίνουν ξανά στη θάλασσα τα χρώματά τους/τη σήψη και αποσύνθεση!/μέσα από τον εμετό της ίδιας της ζωής/ήλιο και θάλασσα/θα βρουν την πιο γλυκιά τους ώρα/.Πέρνω των ομματιών μου/...
    Αλλά, και πάλι, έχει τη δύναμη να εκτινάξει την οργή, τη διαμαρτυρία και τη διάθεση της εκδίκησής του εναντίον εκείνων, που τον εξαπάτησαν και τον διαμέλισαν, αναζητώντας την παλιά του ακεραιότητα. Παραθέτω το πρώτο μέρος του ποιήματος «Τα κομμάτια μου», που είναι και το αρτιότερο./Θας πάρω πίσω τα παλιά κομμάτια μου/,θα πάρω πίσω τη ζωή μου-με πουλήσατε σε αρχαιοκάπηλους και τυμβορήχους/-είδηση χωρίς να πάρω. Και αφήσατε στη θέση μου πλαστή εικόνα/ κάποιας μορφής που σήπεται/. Θα πάρω πίσω τα παλιά κομμάτια μου/ και τα ψηφιδωτά που σκόρπισαν εδώ κι εκεί/Σε ξένα πρόσωπα θα τα μαζέψω ένα-ένα/θα ξαναδέσω τα κομμάτια μου/-κι αν χρειαστέι φονιάς θα γίνω-/να αστράψει σε όλη του τη λάμψη πάλι/και πάλι το κορμί/, σε εκείνους τους καιρούς που ήθελε να ξαναζήσει/.
    Η συλλογή περιέχει και άλλα εύρωστα ποιήματα, μικρά και μεγάλα. Επιθυμώ, τελειώνοντας να πω, ότι, καλό θα ήταν, αν πρόσεχε περισσότερο ο ποιητής την ποιητική εκμετάλλευση των υπερρεαλιστικών διασυνδέσεών του, αν απέφευγε λέξεις όπως σεριανάω, χράμι, μπαξές, χαλί, λασκάρουν, γράδα, μερικές ατυχείς εκφράσεις και αδήλου σκοπιμότητας στίχους, όπως: «Τα χείλη σου γουστάρω να ρουφήξω τα αλανιάρικα/τα μάτια σου να πιώ τα καφεσαντανιάρικα/. Οι οποιεσδήποτε παρατηρήσεις, πάντως, δεν αναιρούν την έντονη ποιητική παρουσία του κ. Καραβασίλη./Πεύκα και πλάι μια άλλη μαγεία, αόρατο κιθαρωδείο πρωί-πρωί στα μουσκεμένα χόρτα τυλίγεται το καλοκαίρι του Βιβάλντι/.