Εκτύπωση του άρθρου

MARIANA CODRUT

 

Επιμέλεια- Μετάφραση: Άντζελα Μπράτσου

 

 

Η Mariana Codruţ (γ. 1956) είναι απόφοιτος του Πανεπιστημίου «Αλ.Ι. Cuza» του Ιασίου και ζει στο Ιάσιο της Ρουμανίας.

Έχει εκδώσει οκτώ τόμους ποιημάτων, μεταξύ των οποίων măceşul din magazia de lemne /η ροδαριά στο ξυλόστεγο (ντεμπούτο, Junimea, 1982), tabieturile nopţii de vară/ τα αντέτια του θερινού νυκτός (Cartea Românească, 1989), existenţă acută /έντονη ύπαρξη (CR, 1994), pulsul nu poate fi minimalist/ ο παλμός δεν μπορεί να είναι μινιμαλιστικός (εκδ. Paralela 45, 2019). Μια επιλογή από όλους αυτούς τους τόμους δημοσιεύεται το 2021 με τον τίτλο zonă complice/συνένοχη ζώνη στον εκδ. οίκο Cartier. Υπέγραψε επίσης τέσσερα βιβλία πεζογραφίας (τρία στο Polirom, ένα στο Cartier), έναν τόμο με δημοσιογραφική και μια μετάφραση του Jean Piaget. Τα βιβλία της ήταν υποψήφια για τα σημαντικότερα ρουμανικά βραβεία, μερικά της αποδόθηκαν. Κερδίζει το Βραβείο Spiegelungen (του ​Ινστιτούτου Γερμανικού Πολιτισμού και Ιστορίας της Νοτιοανατολικής Ευρώπης του Πανεπιστημίου Ludwig-Maximilian του Μονάχο) για το καλύτερο διήγημα 2020 στον διαγωνισμό «Microlite: Πέρα από τον Celan». Επίσης το 2020, για τον τόμο pulsul nu poate fi minimalist/ ο παλμός δεν μπορεί να είναι μινιμαλιστικός, λαμβάνει, μεταξύ άλλων, το βραβείο Ποιητικού Βιβλίου της Χρονιάς, που απονέμεται από τη Ρουμανική Ένωση Πολιτιστικών Δημιουργών και Καλλιτεχνών. Το 2022 βραβεύεται με το Εθνικό Βραβείο «George Bacovia» για ολόκληρο το ποιητικό της έργο.

Έχει δημοσιεύσει ποιίηση και πεζογραφία σε περιοδικά και ανθολογίες στην Δημοκρατία της Μολδαβίας, την Τσεχία, την Πολωνία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία, την Ισπανία, την Ελλάδα, τη Ρωσία, τη Δανία κ.α.

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

păsări voi păsări
 

păsări voi păsări

în largul mărilor

cu vîntul în piept.

deasupra genune

dedesubt genune

la mijloc drum drept.

 

trupul încordat

lin se-nșurubează

ceas de ceas în zare.

fina lui busolă

săgetează-n plin

ținta după soare.

 

știe că nici zborul

de clipa din urmă

nu-l poate feri.

dar nu contenește

să-și urmeze calea

de-i noapte ori zi.

 

păsări voi păsări

timpul ce ne leagă

prin inimi ne trece.

deasupra genune

dedesubt genune

albastră și rece.                                             

 

πουλιά εσείς πουλιά


πουλιά εσείς πουλιά

στο ανοιχτοπέλαγο

με τον άνεμο ενάντια.

πάνω άβυσσος

κάτω άβυσσος

στη μέση ευθεία πορεία.

 

τεταμένο σώμα

βιδώνει ομαλά

ώρα με την ώρα στον ορίζοντα.

η ωραία του πυξίδα

ρίχνει το βέλος ίσια

με στόχο τον ήλιο.

 

ξέρει ότι ούτε καν το πέταγμα

στην ύστατη στιγμή

δεν μπορεί να του δίνει προστασία.

αλλά δεν παύει

και συνεχίσει την δική του πορεία

νύχτα ή μέρα.

 

πουλιά εσείς πουλιά

ο χρόνος που μας δένει

από την καρδιά μας έχει πέρασμα.

πάνω άβυσσος

κάτω άβυσσος

μπλε και κρύα.

 

Jocul

 

în carnea mea se cască mereu

fisuri și șanțuri și cratere –

o, nici o redută nu poate

de asaltul lor să o apere…

 

știu cine vrea să intre în mine

dar nu țin să o pomenesc :

atîta putere am împotrivă-i

în scurtul timp omenesc.

 

bine că sufletul mi-e în stare

(și el, duh plutind peste ape)

deasupra să mă ridice! și rîde,

cărîndu-și copilul bătrîn în spate.

 

το παιχνίδι

στη σάρκα πάντα μου ανοίγουν  

ρωγμές και τάφρους και κρατήρες –

ω, δεν μπορεί κανένα οχύρωμα  

στην επίθεσή τους να της δώσει άμυνα...

 

ξέρω ποιος θέλει να εισχωρεί μέσα μου

αλλά δεν θέλω να το αναφέρω:

τόση δύναμη έχω απέναντί ​​του

στον σύντομο ανθρώπινο χρόνο.

 

καλά που η ψυχή μου μπορεί

(και αυτή, πνεύμα που αιωρείται πάνω από τα ύδατα)

απάνω να με σηκώσει! και γελάει

κουβαλώντας τον γερασμένο της γόνο στην πλάτη.

 

dacă nu vorbeşti şi stai liniştit

 

poţi auzi şuierul vîntului prin frunze,
lătratul singuratic al cîinilor de pripas,
chiar şi rostogolirea lunii pe ziduri
– toate făcîndu-te fericit.

 

pînă ce, liniştea crescînd,
îţi auzi bătăile inimii şi te apucă frica.
bine, dar inima ta nu-i cu nimic
mai înspăimîntătoare decît vîntul,
decît lătratul cîinilor, decît luna!

 

αν δεν μιλάς και μένεις ήσυχος,
 

μπορείς να ακούσεις τον άνεμο να θροΐζει μέσα από τα φύλλα

το μοναχικό γάβγισμα των αδέσποτων σκύλων,

ακόμα και το κύλισμα του φεγγαριού πάνω στους τοίχους

- όλα που σε κάνουν ευτυχισμένο.

 

μέχρι που η σιωπή μεγαλώνει,

ακούς τους χτύπους της καρδιάς σου και φοβάσαι.

καλά, αλλά η καρδιά σου δεν είναι με τίποτα

πιο τρομακτική από τον άνεμο

από το γάβγισμα των σκύλων, από το φεγγάρι!

 

poezie  

 

după ce amurgește, mahalaua cu bălării

de sub calea ferată e potopită de greieri

și de locomotive întrecîndu-se democratic

care chiuie mai tare.

 

lîngă latrina de scînduri din curtea cu proști

(cum i-au zis gazdele cu dulce sarcasm),

chiriașii din spate momesc somnul

cu vin ieftin. pîndindu-i cînd și cînd

printre perdele, în odăile ei proprietăreasa

se luptă de una singură cu diavolul –

unul gros, roș, cu aromă identic naturală

(cînd îi va aduce smolitul cheferist din tură,

Aurora cu degete trandafirii

o s-o găsească iar dormind despletită

pe duşumeaua duhnind a gaz).

 

tîrziu, se aude horăitul obștesc iar cocioaba

din fața latrinei se grăbește să aprindă

lumina: în pijama vărgată, eleva de liceu

deschide caietul de dictando

și scrie febrilă în el niște cuvinte ­– poezie.

 

ποίηση  

 

μετά το σούρουπο, η παραγκούπολη με αγριόχορτα

κάτω από τον σιδηρόδρομο είναι πλημμυρισμένη από γρύλους

και ατμομηχανές που ανταγωνίζονται δημοκρατικά

ποιος κραυγάζει πιο δυνατά.

 

δίπλα στο σανιδένιο αποχωρητήριο στην αυλή με ανόητους

(όπως του είπαν οι οικοδεσπότες με γλυκό σαρκασμό)

οι ενοικιαστές από πίσω σαγηνεύουν τον ύπνο

με φτηνό κρασί. παραμονεύοντάς τους που και που

ανάμεσα στις κουρτίνες, στα δωμάτια της η ιδιοκτήτρια

παλεύει μόνη της με τον διάβολο -

έναν παχύ, κόκκινο με ομοούσιο φυσικό άρωμα

(όταν θα του φέρει ο μαυριδερός κλειδούχος της βάρδιας,

την Αυγή με τα ροδαλά δάχτυλα

θα τη ξαναβρεί να κοιμάται γυμνή ξανά

στο πάτωμα να βρωμάει γκάζι).

 

αργά, ακούγεται το ομαδικό ροχαλητό και η παράγκα

μπροστά στο αποχωρητήριο ορμά να ανάψει

το φως: με ριγέ πιτζάμες η μαθήτρια λυκείου

ανοίγει το σημειωματάριο υπαγόρευσης

και γράφει πυρετωδώς εκεί μερικές λέξεις– ποίηση.

 

poezia e spaima

care-ţi izbeşte violent

sîngele în artere

cînd

brusc trezit în miez

de noapte ai impresia

că te priveşte cineva

prin ferestre.

(din vol. ”schiță de autuportret”,1986)

 

η ποίηση είναι ο φόβος

που κάνει να χτυπάει βίαια

το αίμα σου μέσα στις αρτηρίες

όταν

απότομα ξυπνάς μέσα στη

νύχτα έχεις την εντύπωση

ότι κάποιος σε παρακολουθεί

μέσα από τα παράθυρα.

 

(από τον τόμο " Σκίτσο αυτοπροσωπογραφίας ", 1986)

 

 

 

 

 

 

 


Ημ/νία δημοσίευσης: 13 Μαρτίου 2024