Εκτύπωση του άρθρου

 φωτ. B.A. Van Sise  


 

Ο Αμερικανός ποιητής, μεταφραστής, καθηγητής και εκδότης Μάθιου Ζαπρούντερ, στο βιβλίο του με τον τίτλο Γιατί Ποίηση (Why Poetry), απευθύνεται στο ευρύ αναγνωστικό κοινό με την ενθαρρυντική άποψη ότι η ποίηση είναι για όλους. Χαρακτηρίζει «αντιαισθητικό» και κατά συνέπεια απωθητικό τον σχολαστικό τρόπο διδασκαλίας της ποιητικής ανάγνωσης, με την έννοια ότι αναφέρεται κυρίως στη λογική του αναγνώστη, όχι στο συναίσθημα του.  Θεωρεί ότι η ποιητική σχέση του αναγνώστη με το ποίημα αναπτύσσεται ελευθέρα μέσα από τη βιωματική και αισθητηριακή ανάγνωση του, μακριά από έτοιμες αναλύσεις και σχολαστικές ερμηνείες άλλων. Επισημαίνει ότι το ποίημα δεν δομείται με ιδέες αλλά με λέξεις, τις ίδιες αυτές λέξεις  της καθημερινότητας μας που μέσα στον μεταφορικό χώρο του ποιήματος απελευθερώνονται και αποδίδουν τις πολλαπλές σημασίες τους που κουβαλούν ανά τους αιώνες. Η γλώσσα της ποίησης, τονίζει, δεν είναι ξένη γλώσσα. Αν φαίνεται ξένη, είναι γιατί δεν μιλάει λογικά αλλά συγκινησιακά. Η ποιητική εμπειρία του αναγνώστη αρχίζει με το πρώτο ποίημα που διαβάζει. Ας το διαβάζει προσεκτικά και αργά, συμβουλεύει, ας το ακολουθεί με εμπιστοσύνη όπου τον πάει. Η καλή ποίηση αποκρίνεται πάντα σε αυτόν που επιθυμεί να την πλησιάσει και να συνομιλήσει  μαζί της.

Όσο περισσότερο διαβάζω και γράφω ποίηση, τόσο καθαρότερα βλέπω ότι πράγματι δεν υπήρξε ποτέ αυτό που λέγεται «ποιητική   γλώσσα». Οι περισσότερες λέξεις στα ποιήματα είναι ίδιες  με αυτές που συναντούμε οπουδήποτε.  Η ενέργεια της ποίησης προέρχεται κυρίως από την αναζωογόνηση και επανενεργοποίηση της ίδιας γλώσσας, αυτής που αναγνωρίζουμε και γνωρίζουμε.          (Why Poetry, σ. 9, Kindle Ed.)

O αμερικανός ποιητής Μάθιου Ζαπρούντερ (1967) γεννήθηκε  στην Ουάσινγκτον, σπούδασε Ρωσική λογοτεχνία, Σλαβικές γλώσσες και λογοτεχνία, τιμήθηκε με υποτροφίες από τα Ιδρύματα Guggenheim και  Lannan, βραβεύτηκε από  την Poetry Society of America και την  American Academy of Arts and Sciences, δίδαξε και διδάσκει λογοτεχνία και δημιουργική γραφή σε μεταπτυχιακούς φοιτητές. Έχει εκδώσει  τις ποιητικές συλλογές: Sun Bear (Copper Canyon, 2014), Come On All You Ghosts (Copper Canyon, 2010), The Pajamaist (Copper Canyon, 2006), και American Linden (Tupelo Books, 2002). Έχει μεταφράσει μαζί με τον ιστορικό Radu Ioanid την τελευταία  ποιητική συλλογή του Ρουμάνου ποιητή  Eugen Jebeleanu , Secret Weapon: Selected Late Poems (Coffee House, 2008). Σύντομα θα κυκλοφορήσει και η νέα ποιητική συλλογή του, Fathers Day. Στο βιβλίο του  Why Poetry (Ecco Press/Harper Collins, 2017) με ένθερμο πεζό λόγο, αναπτύσσει την πεποίθηση του για τον συλλογικό χαρακτήρα της ποίησης και για την αναγκαιότητα της  σχέσης της με τον σύγχρονο αναγνώστη. Την ίδια  θέση υποστήριζε και υποστηρίζει ως συνιδρυτής των εκδόσεων Verse Press από το 2000, ως επιμελητής των εκδόσεων  Wave Books από το 2005 μέχρι σήμερα, και Διευθυντής της σειράς The Bagley Wright Lecture Series (2016-7) μια  σειρά ποιητικών διαλέξεων προς το ευρύ κοινό από ομιλητές ποιητές. To 2016 επελέγη από το New York Times για τη θέση του Συντάκτη της Ποιητικής Στήλης του περιοδικού, θέση που επιλεκτικά δίνεται κάθε χρόνο σε αντάξιο ποιητή ή ποιήτρια. Ποιήματα του μεταφράστηκαν στη γερμανική και σλοβενική γλώσσα, ποίηση του παρουσιάστηκε στο αμερικανικό  κοινό επί σκηνής,  μελοποιημένη από ταλαντούχους σύγχρονους μουσικούς, τον Gabriel Kahane και την Missy Mazzoli.  Υπάρχει παράλληλα και οικογενειακή και προσωπική σχέση του ποιητή  με τη μουσική. Ο αδελφός του, Μάικλ Ζαπρούντερ, είναι βραβευμένος μουσικός, συνθέτης και τραγουδοποιός. Ο ίδιος ο Μάθιου, από το 1995, είναι μόνιμος κιθαρίστας στο μουσικό  συγκρότημα, The Figments (Φαντασιώσεις), με έξη άλμπουμ στο ενεργητικό του. Σήμερα ζει με την οικογένεια του στο Σαν Φρανσίσκο και διδάσκει ως αναπληρωτής καθηγητής στο Saint Mary’s College της Καλιφόρνιας.

Συνέντευξη

Ε. Γιατί Ποίηση: «… τρόποι ανάγνωσης της ποίησης που θα διευκολύνουν και θα αναστρέψουν την προσοχή μας στον σκοπό της ποίησης», γράφετε στη Εισαγωγή του βιβλίου σας (xiv, Kindle ed). Μπορείτε να μας μιλήσετε λίγο περισσότερο  γι αυτό;

ΜΖ.  Αυτό που εννοώ είναι ότι πολλοί από τους τρόπους ανάγνωσης της ποίησης μάς απομακρύνουν από τη δυναμική της. Σχολαστικά μάς διδάσκουν να θεωρούμε την ποιητική γραφή κυρίως συμβολική,  με την έννοια  ότι περιέχει ένα μεγάλο μήνυμα που είμαστε υποχρεωμένοι να συλλάβουμε.  Ή ότι είναι μια καθαρά λογοτεχνική  ενασχόληση που δεν έχει σχέση με τον τρόπο ζωής μας. Ή ότι είναι κάτι σαν κήρυγμα.  Αλλά, η ποίηση έχει πολλαπλές λειτουργίες και ο στόχος αυτού  του βιβλίου είναι να τις διερευνήσει  και να διατυπώσει μια διαφορετική ποιητική αντίληψη,  ζωτική και αναγκαία για την ύπαρξη και επιβίωση μας  ως άτομα και ως είδος.

Ε. Νομίζετε ότι υπάρχει χώρος για την ποίηση στην ηλεκτρονική εποχή που ζούμε, στον κόσμο της  σαρωτικής ψηφιακής πληροφορίας; Μπορεί η τεχνολογία να είναι ποιητική;

ΜΖ. Ναι, νομίζω ότι υπάρχει χώρος για την ποίηση στην ηλεκτρονική εποχή μας, και πιο πολύ πιστεύω ότι όσο η προσοχή μας αποσπάται και διασπάται, τόσο πιο απαραίτητα και  σαγηνευτικά γίνονται τα ποιήματα. Η ποίηση είναι η παλαιότερη και πιο ισχυρή μορφή επικοινωνίας, δημιούργημα της γλώσσας, το μεγαλύτερο εφεύρημα  της ανθρωπότητας.

Δεν ξέρω αν η ίδια η τεχνολογία μπορεί να θεωρηθεί ποιητική στον βαθμό που άλλο πράγμα ή φαινόμενο είναι ποιητικό, και για να είμαι ειλικρινής, δεν είμαι ακριβώς βέβαιος τι μπορεί να σημαίνει αυτή η λέξη σε γενικό πλαίσιο και πόσο χρήσιμη είναι. Όμως,  η γλώσσα και η πραγματικότητα της τεχνολογίας είναι εντελώς ποιητικές, κυρίως γιατί, από την εμπειρία της που οι περισσότεροι έχουμε, δεν διαφέρει από τη μαγεία.

E. Ποια είναι η γνώμη σας για τη νεότερη ποίηση των πρώτων δεκαετιών αυτού του αιώνα; Υπάρχουν ενδείξεις μιας νέας γραφής, έχουν εμφανιστεί πρωτοποριακά κινήματα, καινοτόμες τεχνικές και φόρμες;

ΜΖ. Δεν νομίζω ότι υπάρχει ιδιαίτερη εξέλιξη στις τεχνικές και φόρμες της ποίησης μέσα  στις τελευταίες δεκαετίες,  και αναφέρομαι βέβαια στην ποίηση της αγγλικής γλώσσας. Υπάρχουν ασφαλώς εξαιρέσεις, αλλά γενικότερα οι ποιητές φαίνεται να δημιουργούν πάνω σε προηγούμενες φόρμες, που δεν είναι όμως κακό. Όπως έχει πει και  ο φίλος μου, μεγάλος  ποιητής Dean Young, προηγήθηκαν πενήντα χρόνια πειραματισμών, καιρός είναι να φανούν τα αποτελέσματα.  Αυτό που είναι καινούριο, τουλάχιστον στη χώρα μου,  είναι ένα σημαντικό, εξελισσόμενο και ευπρόσδεκτο άνοιγμα των καθιερωμένων κύκλων της ποίησης σε μια συνεχώς ευρύτερη διαφορετικότητα ποιητικής γραφής, σε σχέση με τη φυλή, το γένος, τη σεξουαλικότητα, την καταγωγή, τις εμπειρίες των ποιητών της. Πώς αυτές οι νέες φωνές θα απορροφηθούν από την ποίηση, πόσο θα αλλάξει η ποίηση, και πόσο αυτές οι φωνές θα αλλάξουν με τον χρόνο, είναι η μεγάλη σύγχρονη περιπέτεια της Αμερικανικής ποίησης.

E. Η Ποίηση και η Μουσική είναι ένα αιώνιο ζευγάρι, λέγεται αποφθεγματικά.  Ποια είναι η δική σας αίσθηση και γνώμη,  από τη στενή σχέση σας και με τις δύο τέχνες;

ΜΖ. Κάποιες φορές  σκέφτομαι ότι η ποίηση  και η μουσική είναι εξαδέλφες, διαφορετικές και όμως συγγενείς. Άλλες φορές  πάλι λέω ότι είναι δίδυμες που χώρισαν στη γέννηση. Και άλλες είμαι βέβαιος ότι είναι δύο πρόσωπα της ίδιας ύπαρξης.  Η ιδέα της Μουσικής των Σφαιρών, που βασικά αναφέρεται στους μουσικούς ήχους  των ουρανίων σωμάτων, με έβαλε σε σκέψεις για τη σχέση μουσικής και ποίησης.  Όχι ως προς τον ήχο της ποίησης που ακούγεται σαν μουσική… Πολύ περισσότερο για την κοινή ιδιότητα  ποίησης και μουσικής  να μεταδίδουν  συναισθήματα. Τελικά όμως ο τρόπος δεν είναι ο  ίδιος, γιατί οι λέξεις της ποίησης μεταφέρουν επιπλέον και νοήματα.

E. Τι ήταν αυτό που σας παρακίνησε να αρχίσετε να γράφετε ποίηση; Και, πώς καταφέρνετε σήμερα να ανταποκρίνεστε σε τόσες πολλές υποχρεώσεις ως ποιητής, πατέρας, σύζυγος, καθηγητής, εκδότης και μόνιμος κιθαρίστας σε ροκ μπάντα;

ΜΖ.  Σχετικά με το πρώτο ερώτημα, μιλάω αρκετά στο βιβλίο μου Why Poetry, πράγματι όμως στράφηκα στην ποίηση μέσα από την αγάπη μου για τη γλώσσα. Υπάρχει ένα γνωστό ανέκδοτο για τον ποιητή W.H. Auden, όπου ο ίδιος αναφέρεται στον τρόπο που έκρινε αν ένας νέος ποιητής έχει προοπτική εξέλιξης. «Τον ρωτάω: γιατί θέλεις να γράφεις ποίηση; Αν ο νεαρός απαντήσει: έχω πολλά πράγματα που θέλω να πω, τότε δεν είναι ποιητής. Αν απαντήσει: μoύ αρέσει να ανακατεύομαι με τις λέξεις και να τις ακούω τι λένε, τότε έχει πιθανότητες να γίνει ποιητής». Νομίζω ότι ίσως ήμουν κι εγώ  αυτό το δεύτερο είδος παιδιού που ήθελε να μπερδεύεται συνεχώς με τις λέξεις, κάτι που συνεχίζω ακόμη.

Όσο για τις πολλαπλές  υποχρεώσεις μου, υποθέτω ότι τα καταφέρνω όπως κάθε πολυάσχολος άνθρωπος, δηλαδή: μετά βίας. Ευτυχώς, μου αρέσει να ξυπνάω πολύ νωρίς το πρωί και να γράφω, όχι από υποχρέωση αλλά γιατί το θέλω. Έτσι τις ημέρες που πάω καλά  στα γραπτά μου, πριν τα πράγματα αρχίζουν να τρελαίνονται με το που ξυπνάει ο γιός μου και ξεκινάει το ημερήσιο πρόγραμμα,  μπορώ μετά να είμαι και πατέρας, και σύζυγος, και δάσκαλος, και  εκδότης, και άλλα, που τόσο πολύ θέλω να είμαι.

 



                                    

Η ιδέα είναι απλή.  Ο Λουκρήτιος ήθελε να απαλλάξει
τον κόσμο από τον φόβο του θανάτου γράφοντας
Περί της Φύσεως των Πραγμάτων. Λέει ότι φοβόμαστε
τον θάνατο πιστεύοντας ότι μόνο ο νους με κάποιο τρόπο
συνεχίζεται  και μετά αφού το κρανίο που τον συγκρατεί 
σπάσει και αβλαβής ατμός διαρρεύσει
εκεί όπου όλα διαλύονται. Είναι
αλήθεια φοβάμαι τον θάνατο μου, αλλά φοβάμαι
πιο πολύ τον θάνατο των άλλων, γιατί αυτός είναι 
ένας θάνατος χωρίς θάνατο που πρέπει να 
ζήσω. Ή φοβάμαι τον θάνατο μου
για τον θάνατο που οι άλλοι πρέπει να ζήσουν
χωρίς εμένα. Αυτό και ίσως τον πόνο
είναι που φοβούνται οι άνθρωποι. Πάντως ένας κόσμος
χωρίς φόβο θανάτου θα ήταν ακόμη πιο τρομακτικός.
Όχι πως έχει σημασία. Θάνατος και φόβος.  Ένα
χέρι από ατσάλι, ένα από χρυσάφι. Ούτε κι εσύ
θα ήξερες ποιο ν’ αφήσεις  ή  να πιάσεις
πρώτο, Λουκρήτιε, γιατί είναι πάντα 
πολύ σκοτεινά εδώ στο μέλλον.

                               [Come on All You Ghosts]


Στην Αφρική οι άνθρωποι είναι θυμωμένοι.
Πηδάνε τους τοίχους της πρεσβείας
να κάψουν ό,τι υπάρχει εκεί.  
Κάθε φορά που κάνω κλίκ σε λέξεις
και διαβάζω αυτά που λέμε νέα
είμαι σίγουρος ότι κάποιοι άνθρωποι
ενώ εγώ διαβάζω πεθαίνουν.
Το ξέρω εγώ είμαι εδώ κι απλώς διαβάζω.
Βρίσκομαι στο δωμάτιο μου κι ανησυχώ.
‘Οπως πάντα δεν μπορώ να κάνω κάτι.
Έτσι κλείνω όλους  τους ιστότοπους και 
βυθίζομαι στο νου μου να βρω 
κάτι για την Τυνησία.
Η Τυνησία στη σιωπή της ερήμου που
διακόπτεται από ευκαιριακές  μάχες
εκεί όπου ένας άνδρας αυτοπυρπολήθηκε
και μετά επανάσταση μετά  εκλογές.
Η Τυνησία με την κοσμοπολίτικη
πρωτεύουσα  της Καρχηδόνα
που οι Ρωμαίοι κατέστρεψαν ολότελα.
Η Τυνησία όπου γυρίστηκαν 
οι αγαπημένες πλανητικές σκηνές  της 
διαστημικής ταινίας που όλοι στηθήκαμε
ουρά να δούμε εκατομμύρια χρόνια πριν.
Δεν ξέρω τίποτα άλλο.
Τώρα θυμάμαι κάτι που
διάβασα κάποτε για τα δάση που 
άνθρωποι φροντίζουν να μεγαλώνουν
μακριά από την πρωτεύουσα.
Τα δέντρα τρώνε το δηλητήριο
μπορεί αργά αργά.
Όμως έτσι κρατάνε σωματίδια του
κι ενώ δεν μας αξίζει
ο αέρας μας είναι λίγο πιο καθαρός.
Είναι σαν τον πίνακα που είδα
μια μάγισσας στο δάσος με
τα μαλλιά της μαύρη στήλη
ν’ ανεβαίνει σαν καπνός από 
ένα καιόμενο κατασκεύασμα.
Έσερνε τρία ή τέσσερα σκοινιά
στο χρώμα του ομφάλιου λώρου.
Φρουρός ο γνωστός λύκος της.
Στην αρχή με τρόμαξε πολύ.
Μετά πρόσεξα πως έφτιαχνε
κάποια μαγικά να προστατέψει
από μακριά τις νέες μητέρες
των παιδιών που αναγκαστικά 
θα γεννηθούν μες στη μεγάλη βία.
Άνδρες περικυκλώνουν την πρεσβεία.
Ποτέ δεν θα ξεκαθαρίσει ποιός τους έστειλε.
Για μια στιγμή νιώθω ντροπή.
Αναπνέω τον καθαρό φοβερό αέρα.

                                  [ Sun Bear ]

 


 
παράξενο κέρμα θα έλεγα  από μπρούτζο 
σ’ αυτό που μοιάζει με τελευταίο πρωινό τη γης 
όρθιος στην κουζίνα μόλις  που κρατώ
τη λίγη ζεστασιά σου στην  παλάμη μου
ενώ προσπαθώ να θυμηθώ τώρα
από ποια χώρα σ’ έβγαλα
ίσως από τη Σλοβενία ή τη φοβερή Ισπανία
κουδουνίζεις κόντρα στον χρυσό
που φορώ στο δάκτυλο  το γνωστό δαχτυλίδι
στη μια όψη ένας αριθμός στην  άλλη
κάποια φημισμένα καντηλέρια που
ένα αφοσιωμένο πλήθος κάθε χρόνο
περιέφερε στον κεντρικό δρόμο
γιορτάζοντας τη Νύχτα τη συνετή επισκέπτρια 
που ενώ κοιμόμαστε ήσυχα
παίρνει τα σύννεφα της και φεύγει
ή μια ασπίδα που πολύ παλιά
προστάτεψε έναν πρίγκιπα από ένα βέλος
για να γίνει αυτός ο σκληρός
ρυθμιστής των δρόμων που μέχρι σήμερα
απερίσκεπτα εμείς διαβαίνουμε
παράξενο κέρμα σε ρωτώ
ποιών τα χέρια αδιάφορα 
σε κράτησαν  στη ζωή τους 
αν και ξέρεις 
πώς ν’ απαντήσεις δεν μπορείς
κάποια πρωινά τριγυρνώ έξω  με
τον ήλιο τρομάζω μερικά κοράκια
πιάνω ένα φτυάρι κι ανοίγω μια τρύπα
βάζω μέσα λίγους σπόρους ή ένα φυτό
η γυναίκα μου εξηγεί τι να κάνω
κρατάει  ένα πορτοκαλί δοχείο
γεμάτο καθαρό θαυματουργό νερό
τα σκούρα της μαλλιά το λευκό δέρμα της
μετά από μια κηδεία έβλεπα  
συγγενείς τυπικά να ρίχνουν
χώμα με το  φτυάρι να γίνει η 
μακρόστενη τρύπα επίπεδη κι έτοιμη
για την πλάκα όπου θα επιστρέφουμε
πολλά χρόνια κάθε φορά να  βάλουμε
πάνω κάποια μικρά αντικείμενα εγκόσμια
για λόγο που δεν μπορούμε να εξηγήσουμε
ίσως για να ευχηθούμε στις ψυχές
άδηλο αν πιστεύουμε  
καλό ταξίδι στο πουθενά
σε περίπτωση όπου κι αν βρίσκονται
να ξέρουν πως τους σκέφτονται και 
τους θυμούνται.

                       [ Sun Bear ]                       

Μετάφραση,  Μάρω Παπαδημητρίου

© Poeticanet