Εκτύπωση του άρθρου

Ποιήματα 1970-1980

Πέντε συλλογές έχει συνενώσει ο Γιώργος Καραβασίλης σ’ αυτή τη συγκεντρωτική έκδοση: «Η γραφή και το μαχαίρι» (1970), «Καλλιέργεια του αίματος» (1974), «Τα ηδυπαθή» (1976), «Τα μυστικά δωμάτια του πύργου» (1974) και «Τα φιλέρημα» (ανέκδοτο 1978-80). Έχει επιλέξει τα καλύτερα κατ’ αυτόν ποιήματα από τις προηγούμενες εργασίες του και μαζί με την τελευταία μικρή ανέκδοτη συλλογή του τα έχει δώσει σ’ ένα σεμνό τόμο.
Το διάβημά του από άποψη πραχτική όσο και από άποψη ουσιαστική εξυπηρετεί και τον ίδιο και τους αναγνώστες τους. Τον ίδιο τον ποιητή, γιατί του δίνει την ευκαιρία να κάνει ένα απολογισμό και να θέσει μια σημαντική βάση, ένα όριο στην πορεία του, τους αναγνώστες, γιατί τους παρέχει μια συνολική εικόνα του ποιητή.
Εκείνο που κάνει αμέσως εντύπωση είναι η αρμονία της πορείας του. Έπειτα η επιτυχημένη επιλογή αφού θα συναντά κανείς ούτε ένα κακό ποίημα ή έστω μέτριο. Αν αυτό έχει κάποιο νόημα για ένα ολιγογράφο και προσεχτικό ποιητή σαν τον Καραβασίλη, που δεν επιτρέπει στον εαυτό του και στη σχηματισμένη αισθητική θεματολογία του να καταγίνεται με άσκοπες λέξεις.
Δεν είμαι σε θέση ν’ ανακαλύψω τις ρίζες του. Αρκετοί ποιητές μου έρχονται στο νου, καθώς το προσπαθώ. Όμως, επειδή θέλω να μαι έντιμος απέναντι στην ποίησή του, δεν αποτολμώ να κάνω προσδιορισμούς ή αφορισμούς. Θα ήθελα μονάχα ν’ αναφέρω τη γαλλική ποίηση του συμβολισμού και ορισμένους απόηχους της ελληνικής του μεσοπολέμου. Και επειδή ο Καραβασίλης ανήκει σ’ εκείνους τους ποιητές που έχουν μια «ελαστική ιστορικότητα» μόνο και μόνο από το είδος της ποίησης που γράφουν, δε μπορώ να τον συγκρίνω με άλλους της γενιάς του. Επειδή δηλαδή είναι κάτι το ξεχωριστό.
Τον ταράζει ακριβώς συνολικά η «ερωτική συνάφεια» των πραγμάτων και των όντων, η ίδια η «λυρική» ολίσθηση που εμπεριέχει η κοσμική ουσία. Εκείνο το γλυκό αίσθημα που δοκιμάζει κανείς, όταν έρχεται σε επαφή με τις πρώτες μέρες της άνοιξης. Γι’ αυτό έχω την εντύπωση πώς, διαβάζοντας τους στίχους του Καραβασίλη ένα απαλό γλύστρημα με παρασέρνει προς μια απροσδιόριστη ηδονή. Και η ηδονικότητα αυτής της ποίησης προέρχεται από μια έντονη αίσθηση του φευγαλέου στα αισθήματα, στα όντα, στις σχέσεις, τέλος στα πράγματα. Σ’ όλα μαζί.

«Μείναμε όσο κρατάει ένα φιλί
Να ξεκλειδώνουμε στο θερινόν αφρό
Σειρά-σειρά τους ξεχασμένους θρύλους»

Κι αυτό το περίπλοκο ζωντάνεμα ανύποπτων αισθημάτων και αισθήσεων το δημιουργούν, το συντήρουν απλές, απαλές λέξεις. Πουθενά ο Καραβασίλης δεν πάσχει από λεξιμανία. Θα νόμιζε κανείς ότι η ποίησή του δεν είναι φτιαγμένη από λέξεις, αλλά απ’ ένα άγνωστο μαγικό υλικό που μεταμφιέζεται σε λέξεις. Σα να πρόκειται για μια ερωτικότητα που λυώνει ξαφνικά μέσα σε απρόσμενα καλούπια:

«Αδέσποτες σφαίρες τα μάτια του
πληγώνουν ανύποπτα πράγματα»

Ας φαίνεται ότι μέσα απ’ αυτή την ερωτικότητα αναβρύζει μια νοσταλγία και μια μετάνοια. Στο βάθος-βάθος η λυρικότητα του Καραβασίλη βρίσκεται πάντοτε σε μια αέναη κινητικότητα:

«Βράζει το αίμα μου
Το αίμα μου βράζει
Να μην το ξεχνάτε»

Λοιπόν σ’ αυτό το ανοιξιάτικο περιβάλλον της ποίησής του ο Καραβασίλης, «κατάφωτος από πληγές», για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του, αισθάνεται την ισχύ της ερωτικής φυσιογνωμίας του να ξεχειλίζει από παντού, να «λυπάται» που δεν μπορεί να μεθισθεί από ολόκληρο το πάθος της φύσης:

«Το βλέμμα μας σε μια λουρίδα φως απόπληκτο λιμνάζει»

Η λύπη του αυτή επεκτείνεται σε όλο το μάκρος της ποίησής του, φυσά σαν ένα «τίμιο αεράκι» και δημιουργεί ένα κλίμα μυστικοπάθειας, που συνέχει τον κάθε στίχο και που αφήνει τη σκέψη του αναγνώστη να χάνεται μέσα στις αναπολήσεις και στους απροσδόκητους συνδυασμούς. Ίσως αυτό να μην το επεδίωξε ο ποιητής. Ίσως η λύπη του αυτή, η πολυσύχναστη από ανοιξιάτικα ειδωλολατρικά πνεύματα, να πηγάζει από μια αίσθηση ερήμωσης και ανικανοποίητης λυρικής αποδημίας προς τον εξωτερικό κόσμο. Θαρρώ πως οι εικόνες της ψυχής του ποιητή υποσκελίζουν υπερβολικά την ταπεινότητα του έξω περιβάλλοντος. Θαρρώ πως ο Καραβασίλης κατάγεται από κάποια αιώνια άνοιξη-το ξαναλέω. Γι’ αυτό μη βρίσκοντας το αντίκρυσμα της πουθενά ή σχεδόν, στο τέλος αισθάνεται προδομένος:

«Θα πάρω πίσω τα παληά κομμάτια μου,
Θα πάρω πίσω τη ζωή μου-με πουλήσατε
Σ’ αρχαιοκάπηλους και τυμβωρούχας
-Είδηση χωρίς να πάρω-
Κι αφήσατε στη θέση μου πλαστήν εικόνα
Κάποιας μορφής που σήπεται»

Θα πρέπει να παρατηρήσω πώς σ’ ότι αφορά τη γραφή του εμφανίζεται αδιάσπαστη και ενιαία υφολογικά, πράγμα που συντελεί σοβαρά στη μορφοποίηση μιας ιδιαίτερης ποιητικής προσωπικότητας, αφού, καθώς ήδη παρατηρήσαμε, και θεματολογικά ελάχιστες ομοιότητες έχει με τους άλλους ποιητές της γενιάς του.
Τα ποιήματά του εξάλλου είναι από τεχνική άποψη αληθινά λεπτουργήματα. Φαίνεται πώς ο Καραβασίλης δίνει ιδιαίτερη σημασία στη μορφολογική εμφάνιση του ποιήματος. Και μία που η θεματολογία του δεν έχει μεγάλες ποικιλίες, θα μπορούσε κανείς να πει ότι ο Καραβασίλης καταλήγει στο να είναι ένας κατ’ εξοχήν ερωτικός ποιητής. Και μάλιστα ένας στυλίστας ερωτικός ποιητής.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΚΑΣΣΟΣ