Εκτύπωση του άρθρου

Πρώτον θα πρέπει να πούμε δύο λόγια για το βιβλίο: πρόκειται για μια επιλογή από τα καλύτερα ποιήματα των μέχρι τώρα συλλογών του ποιητή και, για μια μικρή, ανέκδοτη σειρά, στο τέλος. Στη βάση αυτή, το βιβλίο, όντως ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, και ο ποιητής, μετά από δέκα χρόνια ξέρει να διαχωρίζει εύστοχα αυτό που πρέπει να φύγει και αυτό που πρέπει να μείνει. Είναι σύντομος δεν κουράζει, και έτσι, μας δίνει εύκολα την δυνατότητα να «ελέγχουμε» και εμείς το υλικό, και να έχουμε μια άμεση εποπτεία χωρίς να πελαγοδρομούμε.
Δεύτερον, θα πρέπει να τονίσουμε ότι θα γράψουμε εδώ «απομονωμένα» δύο λόγια για την κάθε συλλογή, και ότι θα χρησιμοποιήσουμε παλαιότερες κρίσεις μας για το έργο του Καραβασίλη, μια, και η άποψή μας παραμένει ακόμη το ίδιο θετική. Ας αρχίσουμε, λοιπόν:
Το 1970 κυκλοφορεί η συλλογή «Η ΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ» σε μια μικρή ιδιωτική έκδοση και μέσα στην πολιτική ένταση και το κομφούζιο της εποχής εκείνης, πέρασε μέσα μου τουλάχιστον, χωρίς πολύ να με αγγίξει. Σκύβοντας πάνω της τώρα πάλι μετά από τόσα χρόνια, βλέπω με μια βαθειά τρυφερότητα, μαζί με τα άλλα, πόση ομορφιά μας απέκρυψε και πόση πλατύτητα μας εστέρησε η εποχή εκείνη, και πόσο στένεψε το οπτικό μας πεδίο. Γιατί ο Καραβασίλης, εις πείσμα του επικαιρισμού των δικτατοριών, παραμένει εδώ ένας ακέραιος λάτρης της φύσης και του έρωτα, και ένας «κυνηγός» που η δίψα του για ζωή, παραμένει αμείωτη, κομίζοντας μέσα σου μια ανεξήγητη έξαρση και μια ανάταση ανυπέρβλητη. Ποιήματα όπως το «άπνοια» «ακούω το κριθάρι της γης» «πριν και μετά το πάθος» «ρέμβη» και «το κορμάκι στο μώλο», είναι υποδείγματα απλότητας και ευστοχίας της λέξης στην γραφή: (Δεν είχε όνομα το κορμάκι στον μώλο/ Μόλις το γλύστραγα στην αγκαλιά της θάλασσας./ Έτσι δειλό σαν σύγνεφο της αγωνίας και της προσμονής/ κρεμάστηκε στο χέρι μου ζητώντας τη σκιά του./ Κι όσο το μάλωνα με τα χάδια μου/ τόσο σβηνόταν στην απέραντη ανωνυμία της πλατείας./ -Μείναμε όσο κρατάει ένα φιλί/ Να ξεκλειδώσουμε στο θερινόν αφρό/ Σειρά-σειρά τους ξεχασμένους θρύλους/».
Στη δεύτερη συλλογή παρά το ότι στην πλειοψηφία του συνεχίζεται με επιτυχία και αμείωτη στάθμη το εκ των προτέρων ύφος, εκείνο πιστεύω το ποίημα που είναι και η «αλλαγή» και το καλύτερο, ή μάλλον ένα από τα καλύτερα, είναι το ποίημα «Καλύμνου 3 Σαββατόβραδο 19 του '55». Ένα ποίημα με την μοναξιά και τον σπαραγμό στο αποκορύφωμά του. Αν τα προηγούμενα ποιήματα διέθεταν το χάρισμα και την φινέτσα της κλασσικής ποιητικής παιδείας και του κοσμοπολιτισμού, αυτό το ποίημα είναι ο ίδιος ο ποιητής, με το πρόσωπό του και την μοίρα του γυμνή πέρα από «κρυψώνες» και προσχήματα.
Μιλάμε για τα «ΗΔΥΠΑΘΗ»: Παρ' ότι το ερωτικό ποίημα είναι θέμα δίκοπο μαχαίρι, ο Γιώργος Καραβασίλης καταπιάστηκε μαζί του με επιτυχία. Τα «ηδυπαθή» είναι μια συλλογή καλοδουλεμένη, χωρίς την ύπαρξη στοιχείων περιττών, και πάνω απ¢ όλα διαυγής και «σαφής» στον στόχο της, τον οποίο άλλωστε πετυχαίνει. Έχει την δροσιά της ήρεμης ποίησης, με μια έξυπνη πρωτοτυπία, χωρίς επικίνδυνα παραπατούντες κοινότυπους και «εκκωφαντικούς» στίχους: «Ταξίδια καταιγιστικά μου πλέξανε τα μαύρα σου μαλλιά/ Τ' ανάλαφρο  σου άρωμα με κύκλωνε και μία υπόσχεση ο εξώστης κείνο το αγιόκλημα./ Όμως εγώ σε πορσελάνες κολυμπούσα σε έπιπλα, χαλιά, σερβίτσια/ Σαν μετακομιστής που κουβαλά, λύνει και δένει./ Και ξαφνικά μου πέρασεν απ¢ το μυαλό κάτι φριχτό./ Τάχα τα χαίρονται μονάχα των σπιτιών οι νηστικές ώρες/ Ενώ στοιχειώνουμε στις κόγχες τους εμείς θανάτους έρωτες,/ Στοιχειώνουμε των ρούχων μας τις λυρικές εκστάσεις./ Τις αναθυμιάσεις των κορμιών μας, χωρίς ποτέ να μάθουμε ποιες ηδονές ανοίγουνε/ Στην κάθε ανάσα της ζωής τους;/ Που με κυλούσε το ανάλαφρό σου άρωμα,/ Τι ταξίδια ξεπέζευαν στα μαύρα σου μαλλιά!/ Μια πολυθρόνα σκαλιστή μόλις μας χώριζε/ Μα δεν την παραμέρισα ποτέ/» Είναι σύντομος και δεν πέφτει στο λάθος να χρειαστεί σελίδες και λόγια πολλά για να αναπτύξει το θέμα του. Ντύνει άψογα όπου χρειάζεται ή μάλλον πλέκει άψογα όπου χρειάζεται την ερωτική διάθεσή του με όλο το κλίμα της ψυχικής ερημιάς του, χωρίς ίχνος ρητορισμού καν. Δεν επιδιώκω να ισχυριστώ ότι τα «Ηδυπαθή» είναι οι πιο επιτυχημένες εμπνεύσεις από τις τρεις μέχρι τώρα συλλογές του ποιητή. Σίγουρα όμως ισχυρίζομαι  ότι τα «Ηθυπαθή» μου άφησαν οπωσδήποτε μια πολύ πιο καθαρή και πολύ πιο αγνή ποιητική γεύση από τις δύο προηγούμενες «στολισμένα» με το χάρισμα της απλότητας και τα προτερήματα της αβίαστης αμεσότητας.

Γιώργος Μαρκόπουλος