Εκτύπωση του άρθρου

ROBERTO JUARROZ


Ένα αφιέρωμα στον Αργεντίνο ποιητή,
Ρομπέρτο Χουαρός (1925-1995)

Εισαγωγή, μετάφραση, επιλογή: Έλενα Σταγκουράκη


Στo παρόν αφιέρωμα στον Αργεντίνο ποιητή και πανεπιστημιακό, Ρομπέρτο Χουαρός, προτιμήσαμε, αντί να γράψουμε εμείς λίγα λόγια για τη ζωή του, ν’ αφήσουμε τον ίδιο τον ποιητή να μας μιλήσει γι’ αυτήν, ώστε ν’ ακουστεί καθαρότερη η φωνή του. Ας τον ακούσουμε λοιπόν:

«Σας εξομολογούμαι ότι ποτέ δεν αισθάνθηκα πολύ άνετα με τη βιογραφία μου. Απ’ τη μια πλευρά δεν της έχω δώσει ιδιαίτερη σημασία και απ’ την άλλη μου μοιάζει περισσότερο με σύμπτωση, μια μίξη τύχης και μοιραίου, κάτι που θα μπορούσε να έχει εξελιχθεί διαφορετικά, χωρίς ίσως ξεχωριστή αξία κι ενδιαφέρον για τους άλλους ή απλώς και μόνο σημαντικό για τη ζωή μου την ίδια και τη μετουσίωσή της σε ποίηση. Η ζωή με ενδιαφέρει πάρα πολύ για να τη ζήσω, όχι όμως και για να την ενθυμούμαι, πολύ λιγότερο δε για να την περιγράφω. Βεβαίως, όλα τούτα είναι σαφώς πιο σύνθετα, μα δεν μπορώ ν’ αποφύγω ένα είδος αλλεργίας απέναντι στη βιογραφία μου.

Ωστόσο, ελλείψει εναλλακτικής λύσης, σας στέλνω ένα βιογραφικό σημείωμα, συνταγμένο προς απάντηση γενικών ερωτημάτων που συνηθίζουν να μου θέτουν. Θα δείτε, λοιπόν, ότι έχω πίσω μου πλήθος δραστηριοτήτων (ίσως και υπερβολικά πολλών), μεταξύ των οποίων πολυάριθμα ταξίδια, εργασίες, μελέτες, δημοσιεύσεις κλπ. Γεννήθηκα σ’ ένα μικρό χωριό στην εξοχή, στις 5 Οκτωβρίου 1925. Εκεί πέρασα ανέμελα, θα έλεγα, παιδικά χρόνια, με σκαμπανεβάσματα και στιγμές μοναξιάς και μυστηρίου. Η καταγωγή μου είναι βασκική, αν και είμαι τέκνο Αργεντινών. Ο πατέρας μου ήταν διευθυντής σιδηροδρομικού σταθμού κι έτσι έζησα μέχρι την ηλικία των 9 ή 10 ετών μέσα στον κόσμο των τρένων μακρινών αποστάσεων, φορτωμένων –στα μάτια μου– με την ατμόσφαιρα των ταξιδιών και της περιπέτειας. Επιπλέον, υπήρξαν δύο ακόμη καθοριστικοί παράγοντες στην παιδική μου ηλικία: η φύση (η γης, οι πεδιάδες, ο ατέλειωτος κάμπος, η απόλυτη σιωπή, μερικά δέντρα, πολλά πουλιά, ζώα, βροχές, άνεμοι, απέραντοι ουρανοί, θάλασσα κλπ.) και η θρησκεία (ο καθ0λικός ναός, οι προσευχές, οι Γραφές, οι επισκέψεις ιερέων και μοναχών, το θεολογικό κολλέγιο κλπ).

Είχα δύο αδέρφια (έναν αδερφό και μία αδερφή), πολλά ξαδέρφια, παιχνίδια, τσακωμούς, οικογενειακές ρήξεις, αρρώστιες, στοργή, απογοητεύσεις, κάποιες κρυφές φαντασιώσεις κι έντονη την τάση προς απομόνωση και μοναχικά παιχνίδια. Όταν ήμουν περίπου 10 ετών, ο πατέρας μου, διατηρώντας τη θέση του διευθυντή σταθμού, μετατέθηκε σε ένα χωριό στα περίχωρα του Μπουένος Άιρες, το Αδρογκέ. Πρόκειται για τον ίδιο τόπο όπου έζησε για κάποιο διάστημα ο Μπόρχες, περιγράφοντας αρκετά τους δεντροστοιχισμένους δρόμους, τα πάρκα, γεμάτα με μυστικά, τα παλιά μεγαλόπρεπα κτίρια και το στοιχειωμένο σχεδόν ξενοδοχείο. Στο Αδρογκέ τελείωσα δημοτικό και γυμνάσιο, έζησα μια εφηβεία γεμάτη αφυπνίσεις και συναισθήματα λίγο-πολύ μυστικιστικά, βίωσα τον έρωτα, τα πρώτα σημαντικά λογοτεχνικά αναγνώσματα, τις πρώτες ποιητικές ανακαλύψεις και δοκιμές, τη συγγραφή ως κάτι περισσότερο από μια απλή επαναλαμβανόμενη πράξη, τις μακρές νύχτες της μοναξιάς και της ανάγνωσης, της ποίησης και του διαλογισμού. Όλα ετούτα τα ένιωσα δε ως κορύφωση, ύψιστο σημείο της πραγματικότητας και με σημάδεψαν για πάντα. Κάποιες γνωριμίες αποφασιστικής σημασίας, η γέννηση μεγάλων ερωτηματικών, η πληγή από την εγκατάλειψη βασικών αρχών. Ο πατέρας μου πέθανε από καρκίνο του πνεύμονα μέσα στα χέρια μου κι έτσι εισέπνευσα το θάνατο. Εγκατέλειψα την εκκλησία και το κλέος της, αλλά παρέμεινα διαποτισμένος από κάτι το μυστικιστικό, το οποίο επαναλαμβανόμενα αναδύεται και καταδύεται στην ποίησή μου, τη μόνη μου θρησκεία, αν και όχι υπό την έννοια του δόγματος, αλλά με την πρώτη της, ευρεία σημασία, για την οποία έκανε λόγο ο Νοβάλις όταν μιλούσε για την ποίηση ως πρότυπη θρησκεία της ανθρωπότητας.

Εκεί, στο Αδρογκέ, ήρθα επίσης αντιμέτωπος με την οικονομική στενότητα κι απόκτησα την πρώτη μου δουλειά σε ηλικία 17-18 ετών, ως βιβλιοθηκάριος (το μελλούμενο παντοτινό «επάγγελμά» μου) στην εθνική σχολή. Απέκτησα κάποιες δυνατές φιλίες, κατανόησα καλύτερα την καλοσύνη της μητέρας μου και τους εγωισμούς μελών της οικογένειας κι ακολούθησαν οι ατέλειωτες συζητήσεις, οι αναπόφευκτες ρήξεις, η κατάδυσή μου ολοένα βαθύτερα στην ποίηση, οι μεγάλες θυσίες για χάρη της (η πρώτη μου κοπέλα και η τύχη της, οι πρώτες μου πανεπιστημιακές σπουδές και η διακοπή τους, οι πρώτες μου επιτυχίες στην πολιτιστική σκηνή της επαρχίας, τα σχέδια για μια «κοινωνικο-λογοτεχνική» ζωή κλπ). Ήταν όμως στο ίδιο μέρος που, αντιθέτως, παντρεύτηκα για πρώτη φορά κι απέκτησα μια κόρη, σε ηλικία περίπου 25 ετών. Αργότερα ήρθε ο χωρισμός και τα πρώτα μου μακρινά ταξίδια, τόσο στη στεριά (στο νότο, στην Παταγονία και τις τεράστιες ακατοίκητες εκτάσεις της) όσο και στη θάλασσα (ως υπάλληλος μιας ακτοπλοϊκής εταιρείας, μετά την απόλυσή μου από τη θέση που κατείχα λόγω πολιτικών πεποιθήσεων, επισκεπτόμενος τη Νέα Υόρκη, διάφορες χώρες της Λατινικής Αμερικής, λιμάνια του νότου κλπ). Επέστρεψα αργότερα στη θέση μου ως βιβλιοθηκάριος, την οποία διατήρησα για 20 περίπου χρόνια, αν εξαιρέσει κανείς ατυχήματα κι εξορίες λίγο-πολύ επιβεβλημένες. Εκείνη την εποχή δούλευα τέσσερις ώρες την ημέρα, τα πρωινά, κι αφιέρωνα τον υπόλοιπο χρόνο στην ανάγνωση, την ποίηση κι όλα τα άλλα.

Στα 30 μου αποφάσισα να σπουδάσω στο Πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες το αντικείμενο που τόσο πολύ είχα ζήσει και που συνιστούσε το μέσο αυτοσυντήρησής μου: βιβλιοθηκονομία. Η προσαρμογή μου υπήρξε δύσκολη, ωστόσο κατάφερα ν’ αποφοιτήσω. Τότε ήταν που γνώρισα τη Λάουρα κι ενώθηκα μαζί της, έχοντάς την σύντροφο αναντικατάστατη. Αργότερα μου δόθηκε υποτροφία απ’ το Πανεπιστήμιο για σπουδές στο Παρίσι για ένα χρόνο. Έτσι, ανακάλυψα την Ευρώπη κι άρχισα να τη διατρέχω απ’ άκρη σ’ άκρη. Εκείνη η εμπειρία υπήρξε καθοριστική για ’μένα, ένα πραγματικό ταξίδι επιστροφής στις ρίζες, το οποίο η Λάουρα μοιράστηκε μαζί μου για κάποιους μήνες. Επιστρέφοντας απ’ την Ευρώπη ανακηρύχθηκα λέκτορας του Πανεπιστημίου, όπου ακολούθησα μια μακρά πορεία διδασκαλίας, η οποία, μέσα από αμέτρητες αλλαγές, μεταθέσεις και συμπτώσεις οδήγησε στον τίτλο του τακτικού καθηγητή και διευθυντή του τμήματος σπουδών της ειδίκευσής μου.

Ανέκαθεν απεχθανόμουν την πολιτική, την οποία θεωρώ τον απόλυτο αντίποδα της ποίησης, όποιο χρώμα κι αν έχει η πρώτη. Το διακήρυττα παντού και πάντα, με οποιοδήποτε κόμμα στην εξουσία. Κι αυτό, εξάλλου, πλήρωσα: μετατέθηκα αυθαιρέτως σε τρεις περιπτώσεις, δυο φορές όντας στο Πανεπιστήμιο και μία παλαιότερα. Πρόσφατα συμμετείχα σε διαγωνισμό και κέρδισα. Να δούμε έως πότε θα συμβαίνει αυτό.

Τα υπόλοιπα αναφέρονται παρακάτω εν συντομία. Πέρασα αρκετά χρόνια στην εξορία, καθώς με ανάγκασαν να εγκαταλείψω τη χώρα. Στα τέλη του 1977, όντας ήδη στο Τέμπερλεϊ υπέστη καρδιακή προσβολή που ήρθε να προστεθεί στα υπόλοιπα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζα έως τότε. Όπως πολλοί άλλοι, έχω συγκεντρώσει αμέτρητες εμπειρίες, νιώθω σε βάθος το μοναδικό πλούτο της ζωής και, όπως θα έλεγε ένας αξέχαστος χαρακτήρας του Μπέργκμαν, παρά την ηλικία μου κι ό,τι αυτό συνεπάγεται, «αισθάνομαι σαν να ’μαι 10 χρονών».

Όσο για τα άλλα, αυτά που πραγματικά έχουν σημασία, τα γνωρίζετε κι εσείς: αγαπώ την ποίηση περισσότερο από ποτέ, θεωρώντας την ως την υπέρτατη δημιουργία του ανθρώπου, αισθάνομαι –όπως πάντα– σαν μαθητευόμενος, έχω επίγνωση ότι έχω γράψει κάτι συγκριτικά διαφορετικό, δε μ’ ενδιαφέρει η επιτυχία ούτε να κάνω περιουσία, ούτε καν η «κοινωνικο-λογοτεχνική» σκηνή.  αναζητώ το δεκτικό, εξακολουθώ να τρέφω μεγάλη εκτίμηση σε ορισμένα πρόσωπα (όπως τον Πόρτσια, τον Ρίλκε ή τον Ουιντόμπρο), πάντα είχα καλούς φίλους, ενδιαφέρομαι ειλικρινά για τον άνθρωπο, με τρομάζει λιγάκι η αυξανόμενη αποδοχή που γνωρίζω τα τελευταία χρόνια και οι φωνές που φτάνουν ως εδώ από διάφορα μέρη του κόσμου, είμαι γεμάτος αναπάντητα ερωτήματα, ωστόσο έχω βαθιά πίστη σε κάτι που μπορώ να ξεδιαλύνω μόνο μέσα στην ποίησή μου και… θα ήθελα να ζήσω λίγο ακόμα.»

Αυτά είχε να πει ο Χουαρός, παραλείποντας το πλήθος βραβείων και διακρίσεων με τα οποία έχει τιμηθεί. Την εισαγωγή, εν είδει αυτοβιογραφικού σημειώματος, ακολουθεί δείγμα της ποίησης του Χουαρός, αποτελούμενο από ποιήματα προερχόμενα άλλα από τα κατάλοιπα του ποιητή κι άλλα από το ποιητικό του έργο με τίτλο «Ποίηση κατακόρυφη» (Poesía vertical).

Να σημειώσουμε ότι ο Χουαρός έχει μεταφραστεί στα ελληνικά κι από τον Αργύρη Χιόνη («Κατακόρυφη ποίηση», εκδόσεις Τα τραμάκια, 1997).

 

1. No nos mata un momento…

No nos mata un momento,
sino la falta de un momento.
No nos mata una sombra,
sino la ausencia aleatoria de una sombra,
perdida probablemente en un declive
de esta insensata eternidad despareja.

No nos mata la falta de la vida,
sino el azar de un claroscuro
que se proyecta sobre una pantalla invisible.

No nos mata morir:
nos mata haber nacido.


Όχι, δεν μας σκοτώνει μια στιγμή…

Όχι, δεν μας σκοτώνει μια στιγμή,
μα μιας στιγμής η έλλειψη.
Δε μας σκοτώνει μια σκιά,
μα η απουσία η μοιραία μιας σκιάς,
χαμένης πιθανώς στο χάσμα
ετούτης της ασύγκριτης αιωνιότητας
της παράλογης.

Δε μας σκοτώνει η έλλειψη της ζωής,
μα το ζάρι μιας μοίρας γλυκόπικρης 
σε παρτίδα πάνω αόρατη.                   

Δε μας σκοτώνει ο θάνατος∙
μας σκοτώνει ο ερχομός στη ζωή.


2. Mutilados o abatidos…

Mutilados o abatidos
o diezmados por los bárbaros,
los bosques van desapareciendo
como hojas del pensamiento.
Y algo nos expulsa ya de los pocos que quedan
como a indeseables criaturas
que se volvieron incapaces
de armar en ellos su tienda.

Hemos perdido la morada más propicia
entre todas las casas del pensar,
la morada que entre otras cosas nos guardaba
dos fundamentos ciertos:
el no pensar que piensa
y el pensar que no piensa.

Hemos perdido las mareas del silencio,
el tamiz de silencio de las hojas,
la forma material del silencio,
el tinte del pensar del silencio
y hasta el pensar del silencio.

Sólo nos queda alzar el propio bosque,
poniendo en lugar de los troncos,
las ramas y las hojas,
este follaje entreverado
de palabras y silencio,
este bosque que también guarda músicas secretas,
este bosque que somos
y donde también a veces canta un pájaro.

Sólo nos queda alzar el propio bosque
para cumplir el rito imprescindible
que completa la vida:
retirase al bosque
y recuperar la soledad.

Y retomar así el largo viaje.


Σακατεμένα, νικημένα…

Σακατεμένα, νικημένα,
αποδεκατισμένα από τους βαρβάρους,
τα δάση όσο πάει αφανίζονται,
όμοια με τα φύλλα της σκέψης.
Και κάτι μας αποδιώχνει ήδη από τα λιγοστά δάση
τα εναπομείναντα,
σαν πλάσματα ανεπιθύμητα
που αποδείχθηκαν ανίκανα
να βρουν εκεί μια στέγη.

Έχουμε χάσει την εστία την καλύτερη
ανάμεσα σε όλους τους οίκους της σκέψης∙
την εστία που, μεταξύ άλλων, μας εξασφάλιζε
δυο αρχές θεμελιώδεις:
τη μη σκέψη που σκέφτεται
και τη σκέψη που δεν σκέφτεται.

Έχουμε χάσει τους ιλίγγους της σιωπής,
το σιωπηλό κόσκινο των φύλλων,
την υλιστική μορφή της σιωπής,
το χρώμα της σκέψης που ’χει η σιωπή,
έως και την ίδια τη σκέψη της σιωπής.

Μόνο απομένει να ορθώσουμε το δικό μας δάσος,
βάζοντας στη θέση των κορμών,
των κλαδιών και των φύλλων,
αυτό το σύνθετο κουβάρι
από λέξεις και σιωπές,
αυτό το δάσος που εξίσου εξασφαλίζει
μουσικές μυστικές,
το δάσος αυτό που είμαστε
κι όπου φορές-φορές
ακούς ένα πουλί να τραγουδά.

Μόνο απομένει να ορθώσουμε το δικό μας δάσος
για να ολοκληρώσουμε την απαραίτητη τελετουργία
που συμπληρώνει τη ζωή:
ν’ αποτραβηχτούμε στο δάσος
και ν’ ανακτήσουμε τη μοναξιά.

Και έτσι να πάρουμε το δρόμο πάλι για το μεγάλο ταξίδι.

 

3. Darlo todo por perdido…

Darlo todo por perdido.
Allí comienza lo abierto.

Entonces cualquier paso
puede ser el primero.
O cualquier gesto logra
sumar todos los gestos.

Darlo todo por perdido.
Dejar que se abran solas
las puertas que faltan.

O mejor:
dejar que no se abran.


Να τα θεωρείς όλα χαμένα…

Να τα θεωρείς όλα χαμένα.
Έτσι μόνο όλα είναι πιθανά.

Τότε το βήμα το οποιοδήποτε
το πρώτο μπορεί να ’ναι∙
η καθεμιά χειρονομία
όλες τις χειρονομίες να περικλείει.

Να τα θεωρείς όλα χαμένα.
Ν’ αφήνεις μόνες τους ν’ ανοίγουν
οι θύρες που απομένουν.

Ή καλύτερα ακόμη:
Ν’ αφήνεις να μην ανοίγουν καν.


4. El amor empieza...

El amor empieza cuando se rompen
los dedos
y se dan vuelta las solapas del traje,
cuando ya no hace falta pero tampoco
sobra
la vejez de mirarse,
cuando la torre de los recuerdos, baja o
alta,
se agacha hasta la sangre.

El amor empieza cuando Dios termina
Y cuando el hombre cae,
mientras las cosas, demasiado eternas,
comienzan a gastarse,
y los signos, las bocas y los signos,
se muerden mutuamente en cualquier
parte.

El amor empieza
cuando la luz se agrieta como un
muerto disfrazado
sobre la soledad irremediable.

Porque el amor es simplemente eso:
la forma del comienzo
tercamente escondida
detrás de los finales.


Η αγάπη αρχίζει...

Η αγάπη αρχίζει όταν σπάζουν
τα δάχτυλα
και οι πτυχές των ενδυμάτων παλεύουν,
όταν δεν είναι πια ούτε αναγκαίο
μα ούτε περιττό
το γήρας στα μάτια που διασταυρώνονται,
όταν η πύλη των αναμνήσεων, είτε χαμηλή
είτε ψηλή,
ως το αίμα υποχωρεί.

Η αγάπη αρχίζει όταν ο Θεός τελειώνει
και όταν ο άνθρωπος πέφτει,
καθώς τα πράγματα -υπερβολικά αιώνια-
ξεκινούν κι εκείνα να φθείρονται,
και τα σημάδια, τα στόματα και τα σημάδια,
αλληλοδαγκώνονται
όπου τύχει.

Η αγάπη αρχίζει
όταν το φως ραγίζει σαν
νεκρός μασκαρεμένος
πάνω σε μοιραία μοναξιά.

Γιατί η αγάπη είναι απλά ετούτο:
ο τρόπος της αρχής
πεισματικά κρυμμένος
πίσω από κάθε τέλος.


5. A partir de cierto instante…

A partir de cierto instante
sólo queda el tiempo del abismo.
con rosas o sin rosas,
con muelles o sin ellos,
con otros rostros o sin nadie.

No importa hacia dónde miremos
o hablemos o callemos.
El tiempo del abismo teñirá
cada momento y cada cosa,
como un obicuo colorante 
que no excluye ni siquiera la ausencia.

El tiempo del abismo
parece más firme y seguro
que la no confirmada eternidad.


Από κάποια στιγμή και μετά…

Από κάποια στιγμή και μετά
μένει μόνο η εποχή της αβύσσου•
με ρόδα ή χωρίς,
με μόλους ή δίχως,
με πρόσωπα άλλα ή με κανέναν.

Σημασία καμιά δεν έχει προς τα πού κοιτάμε,
αν σιωπούμε ή αν μιλάμε.
Η εποχή της αβύσσου θα χρωματίσει
κάθε στιγμή και κάθε πράγμα,
σα βαφή καθολική
που ούτε καν την απουσία εξαιρεί.

Η εποχή της αβύσσου
πιο στέρεη μοιάζει και σίγουρη
από μια αιωνιότητα δίχως εγγυήσεις.

 

6. El centro del amor…

El centro del amor
no siempre coincide
con el centro de la vida.
Ambos centros se buscan entonces
como dos animales atribulados.
Pero casi nunca se encuentran,
porque la clave de la coincidencia es otra:
nacer juntos.
Nacer juntos,
como debieran nacer y morir
todos los amantes.


Το κέντρο της αγάπης…

Το κέντρο της αγάπης
δε συμπίπτει πάντα
με το κέντρο της ζωής•
ψάχνουν έτσι το ένα το άλλο
σαν δυο υπάρξεις χαμένες.
Μα η αγάπη και η ζωή
σχεδόν ποτέ δε συναντιούνται
γιατί άλλο είναι το ζητούμενο στη μεταξύ τους σχέση:
να γεννιούνται μαζί,
μαζί να γεννιούνται,
όπως θα ‘πρεπε να γεννιούνται και να πεθαίνουν
όλοι όσοι στ' αλήθεια αγαπούν.

 

7. Detener la palabra...

Detener la palabra
un segundo antes del labio,
un segundo antes de la voracidad compartida, 
un segundo antes del corazón del otro,
para que haya por lo menos un pájaro
que puede prescindir de todo nido. 

El destino es de aire.
Las brújulas señalan uno solo de sus hilos,
pero la ausencia necesita otros
para que las cosas sean
su destino de aire.

La palabra es el único pájaro
que puede ser igual a su ausencia.

 

Να συγκρατείς τη λέξη…

Να συγκρατείς τη λέξη
μια στιγμή πριν τα χείλη,
μια στιγμή πριν την από κοινού αδηφαγία,
μια στιγμή πριν την καρδιά του άλλου,
ώστε να υπάρχει τουλάχιστον ένα πουλί
που κάθε φωλιά να του είναι περιττή.

Η μοίρα είναι αέρινη.
Οι πυξίδες δείχνουν ένα μόνο προορισμό κάθε φορά
μα η απουσία άλλους χρειάζεται
ώστε τα πράγματα να γίνουν
ο μοιραίος προορισμός τους ο αέρινος.

Η λέξη είναι το μοναδικό πουλί
που με την απουσία του μπορεί να ταυτιστεί.

 

8. La luz filtrada por las nubes…

La luz filtrada por las nubes,
los árboles, el aire y otros cuerpos,
pero más aún filtrada por el pensamiento,
reconstruye el proyecto del día
y hace de la mañana
un protocolo de recuerdos.

Hay muchas luces en la luz,
muchos días en el día
y muchas zonas en el cristal de cada uno.
Pero la clave es el tamiz,  
la sutileza combinatoria
la inventiva del azar          
para cernir las dosis de transparencia   
y ajustar la estela de reflejos                     
que hacen de cada hora un tiempo único
en la supuestamente boba monotonía del tiempo.

La luz necesita siempre intermediarios,
como quizá todas las cosas.
Tal vez sea una clave de la realidad:
no hay mensajes directos.
Todo es mediación porque lo directo destruye.

¿Qué intercalar entonces entre la rosa y la luz,
entre la noche y el amor,
entre un hombre y la muerte,
entre la vida y esta mañana transmutada de recuerdos?

¿Qué poner entre lo que una cosa es
y aquello que no es,
para que pueda serlo?

¿Cómo tamizar la distancia
entre nosotros y la ausencia
para encontrar por fin nuestra presencia?


Το φως περνά απ’ το κόσκινο των νεφών…

Το φως περνά απ’ το κόσκινο των νεφών,
των δέντρων, του αέρα και σωμάτων άλλων,
μα περισσότερο ακόμα απ’ αυτό της σκέψης.
Απ’ την αρχή το πρόγραμμα της μέρας δημιουργεί
μετουσιώνοντας το πρωινό
σε πρωτόκολλο αναμνήσεων.

Πολλά φώτα έχει το φως
και μέρες πολλές η μέρα,
όπως πολλά τα πρόσωπα στον καθρέφτη καθενός.
Μα το κλειδί άλλο δεν είναι απ’ το κόσκινο,
τη συνδυαστική λεπτότητα,
την εφευρετικότητα της μοίρας
προκειμένου να σουρώσουν οι δόσεις διαύγειας
και να ταιριάξουν τα ίχνη των ειδώλων,
αυτών που την κάθε ώρα σε στιγμές μονάκριβες μετατρέπουν
μέσα στην ανούσια –υποτίθεται– μονοτονία του χρόνου.

Πάντα θέλει το φως μεσάζοντες,
όπως –θαρρείς- τα πράγματα όλα.
Της πραγματικότητας ίσως ένα κλειδί να ’ναι αυτό:
Μηνύματα άμεσα δεν υπάρχουν.
Όλα μεσολάβηση, καθώς το άμεσο σκοτώνει.

Και τι να παρεμβάλει τότε κανείς
ανάμεσα στο ρόδο και το φως,
τη νύχτα και τον έρωτα,
τον άνθρωπο και το θάνατο,
ανάμεσα στη ζωή και τούτο το πρωινό,
που ανάμνηση έχει γίνει;

Τι να παρεμβάλει κανείς ανάμεσα
σ’ αυτό που κάτι είναι
και σε ό,τι δεν είναι,
για να μπορέσει να γίνει;

Πώς την απόσταση να κοσκινίσεις
ανάμεσα σε ’μας και την απουσία,
προκειμένου εν τέλει τη δική μας να βρούμε παρουσία;


9. El genio del olvido…

El genio del olvido
ejecuta la partitura del olvido
en el teclado de la memoria.

Es el príncipe o monarca
no reconocido
por el régimen de fuerza del recuerdo.

La partitura del recuerdo
no necesita a nadie que la ejecute.
La partitura del recuerdo
puede ser ejecutada por el viento.

La obra del olvido
prueba que recordar es fácil
y olvidar difícil.

El olvido se acumula
como un anillo de fondo en las raíces.
El recuerdo no es más que un sueño
especialmente pesado
del olvido.


Η διάνοια της λήθης…

Η διάνοια της λήθης
ερμηνεύει την παρτιτούρα της λήθης
στα πλήκτρα πάνω της μνήμης.

Ο πρίγκιπας είναι ή ο μονάρχης
που δεν αναγνωρίστηκε
από το σύστημα ισχύος της ανάμνησης.

Η παρτιτούρα της ανάμνησης
δε χρειάζεται κανέναν να την ερμηνεύσει.
Την παρτιτούρα της ανάμνησης
την ερμηνεύει κι ο ίδιος ο άνεμος.
 
Το έργο της λήθης
αποδεικνύει πόσο εύκολο είναι να θυμάσαι
και πόσο δύσκολο να ξεχνάς.

Η λήθη σωρεύεται
σαν δακτύλιος στις ρίζες.
Η ανάμνηση δεν είναι παρά ένα όνειρο
ιδιαιτέρως βαρύ
της λήθης.

 

10. El decidido abandono con que yo me sueño…

El decidido abandono con que yo me sueño
no ha medido los árboles
ni calzado los ríos,
pero sabe su sombra y su corriente.

El obstinado empeño con que yo te sueño 
no ha contado los pasos
ni ha partido los días,
pero sabe tu senda y tus cansancios.

El congregado gesto con que sueño
la cuota irremediable de mis miedos
sabe que el sueño suficiente de una cosa
es su único nombre verdadero.


Η αμετάκλητη εγκατάλειψη που για ’μένα διαβλέπω…

Η αμετάκλητη εγκατάλειψη που για ’μένα διαβλέπω
δεν έχει μετρήσει δέντρα,
ούτε ποταμούς έχει ορίσει,
μα γνωρίζει τον ίσκιο και το ρεύμα τους.

Ο αστείρευτος μόχθος που για ’σένα διαβλέπω,
δεν έχει μετρήσει βήματα
ούτε τις μέρες έχει χωρίσει,
μα γνωρίζει την πορεία και την κούρασή σου.

Η χειρονομία του πλήθους που διαβλέπω,
-κομμάτι ακατανίκητο των φόβων μου– 
ξέρει ότι η εικόνα η ικανή ενός πράγματος
είναι το μόνο αληθινό όνομά του.


Εισαγωγή, επιλογή, μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

Αθήνα, 22.09.2010

Εκτύπωση του άρθρου