Εκτύπωση του άρθρου

ΣΙΝΙΑΛΟ

στον Λάγιο μου, βεβαίως

Ώρα καλή μου, Ηλία των Λαγιδών. Αστράφτεις λαγιοσύνη.
Το αρνί μου εμένα στο αίμα του κι ο λύκος μου στα δόκανα
του φεγγαρένιου του ουρλιαχτού. Άν είναι δικαιοσύνη,
είναι και για τα δυό τους. Με τα δίκηα τους απόκαμα.

Ποιός πάει λαγιώτερος; Πνιγμένο στα βελάσματα
το μαύρο θνήσκει αρνάκι στην σιδερένια κρήνη
του λυκολάρυγγα χύνεται η ζήση του. Ποιός κρίνει
του λύκου το μεθύσι; Για να ξεχάσει τα χαράματα

Των κυνηγών τ' άγρια λεφούσια, των ταγμάτων τις καταδρομές;
(Θα τόνε γδάρουν ζωντανό το ξέρει κι ίσως το ποθεί.)
Ο λύκος θα τραφεί, λοιπόν, ή το αρνί θα ζήσει; Ορμές
και κύματα στον νου. Όποιο κι αν βγάλει πόρισμα θα χάθει.

Δεν είναι τούτα για της Σόλωνος απαλοσύνες. Λαγιώτατοι
ας κατηφορίσουμε λυκάρνες (ή αρνολύκοι άμα το θες).
Πάμε για το κρασάκι μας και για τον λυρισμό του αύριο και
      
του χθες
που θα μας δώκει θάλασσα τρυφερή και σπλαχνικώτατη

Ώρα για ν' ανοιχτούμε. Με κυνηγάνε πέτρες και νερά
κι εσύ αντικρύζεις μέσα σου τον σιδερένιο ορίζοντα να σφίγγει.
Μα είναι, στη σκοτεινή, μαζί μας παραστάτης, την χαρά
Εκείνος πού τα φονικά μας βάστηξε. Όσο κι αν φύγεις

Στην χώρα του κορμιού Του, λάγιο αρνί, θα πάψεις την τρε-
      
μουλα
και θα εννοήσεις - όπως νιώθω - τον λύκο αδέρφι, μια
      
στιγμούλα.

Δημήτρης Κοσμόπουλος
Από την τρίτη ποιητική συλλογή του

"Πουλιά της νύχτας" (Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ)

 


Ημ/νία δημοσίευσης: 24 Μαρτίου 2006