Εκτύπωση του άρθρου
Ένας «ανεπίκαιρος» ποιητής                    
            Το σώμα, η έκσταση, ο ευδαίμων έρως

Ο Γιώργος Καραβασίλης είναι ένας ανεπίκαιρος ποιητής. Στο ποιητικό του έργο δύσκολα ανιχνεύονται σύγχρονα στοιχεία ή γεγονότα. Πολύ περισσότερο, στα ποιήματά του είναι εμφανής η απουσία μιας «κριτικής» ματιάς.
Η πεισματική (σχεδόν) άρνηση του ποιητή-σ' ολόκληρο το μέχρι στιγμής έργο του-να σχολιάσει (ή να ασχοληθεί με) τα τρέχοντα κοινωνικά γεγονότα ή καταστάσεις που συνήθως εμπνέουν τους περισσότερους ποιητές, έχει την εξήγηση της. Ο Γ. Καραβασίλης φαίνεται πως θύει συστηματικά σε μια μόνο θεότητα: στον έρωτα.
Η προσήλωσή του αυτή επιτρέπει στον αναγνώστη του έργου του να κατανοήσει την έλλειψη κάθε επικαιρικού στοιχείου στην ποιητική του. Η αναφορά στην (αναμφίβολα σκόπιμη) ανεπικαιρότητα του ποιητικού θέματος δεν συνιστά βεβαίως σε καμιά περίπτωση μομφή. Αν και υπό την οπτική μας χονδροειδούς δημοσιολογίας, πιθανόν να αποτελεί θανάσιμο αμάρτημα. Εξυπακούεται ότι σε μια τέτοια εκδοχή δεν είναι το καθ' αυτό ποιητικό έργο που (υποτίθεται πως) κρίνεται, αλλά ο έρωτας που δίχως άλλο κηρύσσεται εξοβελιστέος (παρά το ότι παραμένει ένα αιωνίως-κι ευτυχώς-επίκαιρο θέμα).

«Παρμενίδης δε την Γένεσιν λέγει πρώτιστον μεν έρωτα θεών μητίσατο πάντων»
αναφέρει ο Φαίδρος στην ομιλία του περί έρωτος στο «Συμπόσιον».
Το ποιητικό υποκείμενο της συλλογής «Υπέρ των μουσών» μοιάζει να ζει σε μια τέτοια ακριβώς στιγμή της δημιουργίας. Που δεν υπάρχουν ακόμη άλλοι, πλην του φτερωτού, θεοί. Σ' αυτόν λοιπόν απευθύνεται ο ποιητής, οργανώνοντας-στα 25 ποιήματα του βιβλίου-την ερωτική «ονειρική φυγή» του (προσκαλώντας αλλά και προκαλώντας τον «υποκριτή αναγνώστη»).
Ο Γ. Καραβασίλης εκκινεί από την ευγένειά του αισθήματος για να καταλήξει στη σεμνή, ταπεινή υμνωδία της αγάπης. Στο ενδιάμεσο θα υπερασπισθεί φανατικά (προσευχόμενος σχεδόν, άλλωστε «θεόθεν κι όχι θύραθεν αλήτης») το σώμα (η μυρωδιά της σάρκας είναι παρούσα στη συλλογή), την έκσταση, το όργιο, την ευδαιμονική ερωτική ιεροτελεστία.
Ο ποιητής επιχειρεί να συγγράψει ουσιαστικά μια σύνοψη της προσωπικής του μυθολογίας. Να απεικονίσει λεκτικά την διαφυγή μιας βαθύτατα τραυματισμένης, από τη βάναυση-κατά τεκμήριον-πραγματικότητα, ύπαρξης, στην επικράτεια του αισθήματος.

«Δεν ξέρω πώς να μετακινηθώ μέσα στην άγονη αγκαλιά αυτής της γης»,
έγραφε σε παλιότερη ποιητική συλλογή, όμως (τότε) υπήρχαν ακόμη διέξοδοι για την αγωνία: «Φίλοι, ας μπω στο πατρικό μου σπίτι/με το πλακόστρωτο, τα κεραμίδια, τα μοσχάτα/Του έρωτα η αναμονή είναι πλατιά μεγάλη…» Τώρα, ο ποιητής φαίνεται να αποδέχεται ότι η ματαιότητα είναι συνδεδεμένη με τη βαθύτερη ουσία όλων των εγκοσμίων: «Το ξέρουμε καλά πως θ' απομείνουμε/φτυαριά χιονιού,/μια μωρουδίσια χούφτα,/ένα φαράσι στάχτη!»
Αυτό τον οδηγεί στη συνεχή, τρυφερή και σπαρακτική ταυτόχρονα αναζήτηση του αισθήματος, για το οποίο επιφυλάσσει την απόλυτη κυριαρχία:

«Κοιμάσαι
κοντόμαλλη ξανθή
Ταναγραία.
Κοιμάσαι
ωραία, ψηλή και γαλάζια
κι ο ήλιος των εννέα
ανέσπερος περνά στο πρόσωπό σου.
Ο ύπνος σου,
νυχτερινή φυλή του σταφυλιού
μόλις πριν μπει ο Αύγουστος,
ο ύπνος σου, ποιος ύπνος σου;
Εσύ φιλούσες, χάιδευες τον ύπνο
μικρή μου Ταναγραία»

(Ύπνος μικρής Ταναγραίας)

«Ως αύριο
να μην κοπεί το νήμα της καρδιάς μου,

ως αύριο

μη με τυφλώσετε θεοί,

σας ικετεύω για το ρίγος

που θα γλιστρά στο στήθος μου

και στα πλευρά

καθώς θα σκύβω τρέμοντας

στη δροσερή της κόμη»


(Ως αύριο να μην κοπεί το νήμα της καρδιάς μου)

Ο γνώριμος λυρικός τόνος της ποιητικής του Γ. Καραβασίλη υπάρχει και σ´αυτή τη συλλογή, καθώς και μια κάποια εμμονή σε σχήματα της καθαρής ποίησης (συστρέφομαι στα σείστρα των σφυρών, ρέοντο αραιοί κ.α.) που όμως, μάλλον είναι αμφίβολης αξίας και λειτουργικότητας.

Τάσος Καπερνάρος