Εκτύπωση του άρθρου
           ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΜΠΕΛΕΖΙΝΗ ΣΤO POETICANET     
                                
                                   
P. Πως και μέσα από ποιο οδοιπορικό φτάσατε στη λογοτεχνική κριτική;
 
A.M. Όλα παίχτηκαν στα μαθητικά μου χρόνια, κατοχικά και εμφυλιακά. Ξέρετε, σα μαθητής ήμουν αφανής· κάτι παραπάνω· κάθε χρονιά στην κόψη του ξυραφιού· περνούσα, έμενα. Ήμουν τόσο ανορθόγραφος που μια μέρα στην τρίτη του τότε μεταξικού, οκτατάξιου Γυμνασίου, ο φιλόλογος που δίδασκε – και την ώρα εκείνη έτυχε να μας κάνει ιστορία, όχι γλωσσικό μάθημα – με σήκωσε στον πίνακα, μου ζήτησε επιτακτικά να πάρω την κιμωλία στο χέρι και να γράψω τη λέξη «ψωμί». Μάταια παραπονέθηκα ότι «κύριε καθηγητά, δεν έχουμε γραμματική, ιστορία διδάσκετε…» «Ναι, πράγματι» έδειξε να συμφωνεί, «ιστορία διδάσκω και – πρόσθεσε κατεβάζοντας τον τόνο της φωνής του – τις φοβερές συνέπειές της στον ψυχισμό και στο μυαλό των παιδιών…» Και εγώ χωρίς να είμαι βέβαιος ότι ο φιλότιμος εκπαιδευτικός υπαινισσόταν την ανώμαλη λειτουργία των σχολείων κατά την κατοχή και έτσι αλάφρυνε κάπως την προσωπική μου ευθύνη, πήρα την κιμωλία στο χέρι και έγραψα με έντονα γράμματα και σχεδόν τελετουργικά τη λέξη «πσωμί», μόνο που την έγραψα έτσι, με «πει» και «σίγμα». Και ο άνθρωπος που είδε να δικαιώνεται η υποψία του για την ορθογραφική μου δεινότητα, με έδειξε με το δάχτυλο και είπε: «Ιδού, φίλοι μου, ο Μπελεζίνης πέρασε τρεις τάξεις στη Μέση Σχολή Πατρών, σ’ ένα από τα αυστηρότερα και απαιτητικότερα γυμνάσια της χώρας χωρίς να έχει καν την έννοια του διπλού γράμματος»! Θα ήταν λοιπόν ανόητο να παραπονεθώ για την κάποια σκαιότητα του δασκάλου μας, τη στιγμή που και σήμερα ακόμη, συμμαθητές και φίλοι με ρωτούν:  «πως εσύ, παιδί μου, έγινες φιλόλογος – κριτικός της λογοτεχνίας, έτσι δεν υπόγραφες τις επιφυλλίδες σου στην εφημερίδα «Τα Νέα» από το 1990 μέχρι το 2003;
 
P. Αλήθεια πως ακριβώς υπογράφατε, «Φιλόλογος, κριτικός της λογοτεχνίας» με διαχωριστικό κόμμα, ή «Φιλόλογος – κριτικός της λογοτεχνίας», δηλαδή με ενωτικό σημάδι;
 
Α.Μ. Κάνετε καλά που ρωτάτε, αλλά θα μου επιτρέψετε να αναβάλλω για λίγο την απάντηση. Όσο για τώρα αυτό που μπορώ να πω είναι ότι στον κριτικό χρειάζεται μια δόση «φιλολογικότητας», η οποία δεν εξασφαλίζεται απαραίτητα με ειδικές σπουδές. Γιατί είναι ακριβώς η φιλολογία, όπως και η «γραμματική ή, αλλιώς, η τεχνολογία» που μας χτυπάει, κάθε φορά, το καμπανάκι και μας προφυλάσσει από γκάφες, φληναφήματα και αμετροέπειες.
 
P. Μιλήσατε για «τεχνολογία». Εννοείτε τους «τεχνολόγους», δηλαδή αυτούς που υποβάλλουν τα κείμενα και τα δόγματα (πρωτίστως το δόγμα της άσπορης σύλληψης) στους κανόνες της τέχνης, τους οποίους η Θεοτόκος απέδειξε «αλόγους», όπως ακούσαμε εδώ και λίγες μέρες στους χαιρετισμούς;
 
Α.Μ. Ναι, ακριβώς. Τους γραμματικούς και τους τεχνολόγους, δηλαδή πάνω – κάτω και κοντολογίς αυτούς που καλούμε σήμερα κριτικούς, κριτικούς της λογοτεχνίας και κριτικούς… της κριτικής.
 
P. Αφήσαμε όμως εκκρεμή την ερώτηση σχετικά με το οδοιπορικό σας… Πως φτάσατε στη λογοτεχνική κριτική;
 
Α.Μ. Να πως. Θα χρειαστεί όμως να επικαλεστώ δυο ή τρια περιστατικά ή συμβάντα. Το καθένα από αυτά  στο δικό του τόπο και χρόνο. Το ευρύτερο χρονικό πλαίσιο του πρώτου, η παιδική ηλικία από τα δέκα – έντεκα ή κάπως νωρίτερα χρόνια μέχρι τα δεκατέσσερα, βάλε τα δεκαπέντε μου. Τα κρίσιμα αυτά χρόνια – έτσι δεν τα λένε; - τα πέρασα σ’ ένα παράδεισο, στο Χαλίλι, λίγο έξω από την Πάτρα – Αρόη το είχαν αποκαλέσει ήδη οι ονοματοθέτες της Νομαρχίας, χαρίζοντάς του πάντως ένα εύηχο, πολυφωνηεντικό, όνομα. Εκεί πάνω σ’ ένα λόφο, ανάμεσα σε δύο λαγκαδιές ο πατέρας μου, από τότε που στα τέσσερά μου, αρρώστησε η μητέρα μου από ημιπληγία, έκτισε ένα εξοχικό, καθιερώνοντας το σύνθημα που ήταν  και το καύχημά του: «Χαλίλι, υγρασία μηδέν». Σ’ ένα μικρό σχετικά οικοπεδικό χώρο φύτεψε υπερβολικά μεγάλο αριθμό δέντρων κι ανάμεσά τους κάμποσα πεύκα και τρεις θεόρατους ευκάλυπτους που με τις ρίζες τους ξεκούναγαν τη γη και το χώμα. Στο εξοχικό, στον κήπο και στο περιβόλι, ανάλογα με την εποχή και τον καιρό, ξεπετούσα στα γρήγορα τα σχολικά, οσάκις συνέβαινε τα σχολεία να είναι ανοιχτά, και το έριχνα στο ελεύθερο διάβασμα. Και τι δεν περνούσε από τα χέρια και τα μάτια μου: περιοδικά ποικίλης ύλης με το τσουβάλι, αστυνομικά, εκεί να δεις «Μάσκες», «Αράχνες» και άλλα που δεν είχαν μετρημό, ρομάντζα και μυθιστορήματα χωρίς τελειωμό! Που και που, βέβαια, δανειζόμουν και από τα λίγα πατρικά και ιστορικά βιβλία που φυλάσσονταν σ’ ένα μικρό κομό που χρησίμευε και για χαρτιά του σπιτιού. Ο πατέρας μου  που ήταν δεξιοτέχνης στην κοπή υποδημάτων – φημίζονταν τα νυφιάτικα γοβάκια και τα γαμπριάτικα λουστρίνια του – αγόραζε κυρίως ιστορικά βιβλία για τους βαλκανικούς πολέμους και τη μικρασιατική καταστροφή – ο ίδιος άλλωστε ήταν ανάπηρος πολέμου· είχε χτυπηθεί και στα δυο πόδια στη μάχη του Σαρανταπόρου.      
Όσο για τα βιβλία που ανήκαν στη μητέρα μου  όπως μου είχε πει η ίδια,  τα περισσότερα ήσαν αλλιώς και αλλόκοτα τυπωμένα· θύμιζαν τα ποιήματα που βλέπαμε στα Αναγνωσματάρια του Δημοτικού ή στα Νεοελληνικά Αναγνώσματα του Γυμνασίου, που δεν θα το αποκρύψω, ποτέ δε με τράβηξαν ιδιαίτερα. Η Ελένη Ζησιμοπούλου πάντως – αυτό ήταν το πατρικό της – είχε εκμυστηρευτεί όχι μόνο σε ´μένα, αλλά και στον πρωτότοκο αδελφό μου, δύο χρόνια μεγαλύτερο, ότι ως κόρη έγραφε στίχους και τους ταχυδρομούσε για δημοσίευση σε περιοδικά ποικίλης ύλης της Αθήνας. Αλλ’ ενώ, σπεύδω να το πω από τώρα, θυμάμαι καλά ότι ο τόνος της φωνής της έκρυβε κάποιο παράπονο, ίσως και αιχμή – αλλά εναντίον ποιανού; - δε μπόρεσα ποτέ να συσχετίσω την αληθινά εμβληματική, που λένε, φράση του Ιωάννη Μπελεζίνη, του πατέρα μου, που το νόημά της θέλω να πιστεύω, διαισθανόμουν από τα μικράτα μου, αλλά άργησα να εννοήσω στην πληρότητά της: «μη μου γ…τε την ποίηση». Ένα δε μπόρεσα να ξεκαθαρίσω και τώρα  και τότε, εάν το όνομα «Σούτσος …» που ακούγονταν συχνά – πυκνά στις οικογενειακές συναναστροφές και στα φαγοπότια, αναφερόταν όντως στους δύο αδελφούς ρομαντικούς ποιητές της πρώτης Αθηναϊκής Σχολής ή επρόκειτο γι αυτό που οι αρχαίοι γραμματικοί  αποκαλούσαν «παρά γράμμα» παίγνιο («σίγμα» αντί «πεί»). Και τότε έγινε το θαύμα: Ένα πρωί, μαγιάπριλο, ξυπνώντας έτρεξα όπως συνήθιζα στον κήπο. Πάνω στην αγαπημένη μου τριανταφυλλιά είδα έκπληκτος σκαλωμένο και ανοιγμένο, με το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο προς τα κάτω, ένα βιβλίο. Όταν, όχι χωρίς προφυλάξεις, ξέμπλεξα από τα κλαδιά και τα αγκάθια το ουρανόπεμπτο δώρο και διάβασα τον τίτλο, έτρεξα με τύψεις και ταραχή στην πιο κρυφή γωνιά του κήπου. Είχε πέσει, κυριολεκτικά στα χέρια μου, το πρώτο αυστηρά επιστημονικό βιβλίο που επρόκειτο να διαβάσω στη ζωή μου, το διαβόητο «Ο αυνανισμός και τα φρικτά αυτού αποτελέσματα».
 
P. Εννοείτε ότι οι συγγραφείς του αχρείου πράγματι αυτού βιβλίου συμβούλευαν τα παιδιά και τους εφήβους ότι για να πάψουν να αυνανίζονται έπρεπε να στραφούν σε κάποιο υψηλό και ιδανικό έργο, μάθηση ή τέχνη, και ότι εσείς κύριε Μπελεζίνη, επιλέξατε το διάβασμα και τη λογοτεχνία;  
 
Α.Μ. Όχι ακριβώς. Άλλωστε το πάθος μου για το διάβασμα και μέσω αυτού η ανακάλυψη λίγο με λίγο κάποιας μορφής και είδους «λογοτεχνίας» είχαν προηγηθεί. Αλλά ναι, η απόφαση πάρθηκε υπό την επήρεια του ευλογημένου αυτού βιβλίου .
 
P.  Ναι, αλλά αυτό δεν εξηγεί γιατί στραφήκατε τελικά στην κριτική της λογοτεχνίας και ξεχωριστά ή μάλλον, αν ξέρω καλά, αποκλειστικά σχεδόν της ποίησης;
 
Α.Μ. Εδώ θα πρέπει να επικαλεστώ το δεύτερο περιστατικό. Όταν φτάσαμε στην πέμπτη του οκτατάξιου, παρέλαβε την τάξη μου στα Νέα Ελληνικά ο Παναγιώτης Γκίνης, εμπνευσμένος φιλόλογος, ο οποίος χωρίς συστάσεις και πολλά λόγια, με μόνη την παρουσία του, μας ξεσήκωσε τους περισσότερους και μας έκανε να τρέχουμε στη Δημοτική Βιβλιοθήκη. Θυμάμαι, ανέβαινε στην έδρα έχοντας στην τσέπη του σακακιού του, τσακισμένο στη μέση, ώστε να φαίνεται ο τίτλος, πότε το ένα πότε το άλλο λογοτεχνικό περιοδικό. Όχι σπάνια, όταν μάλιστα το έντυπο περιείχε εργασία σχετική με το διδασκόμενο ανάγνωσμα ο Παναγιώτης Γκίνης το έβγαζε από την τσέπη και διάβαζε μια – δυο παραγράφους. Λίγο με λίγο τα Νέα Ελληνικά έγιναν το αγαπημένο μας μάθημα. Είναι μάλιστα ενδεικτικό ότι πολλοί μαθητές με ιδιαίτερη επίδοση στα φυσικομαθηματικά, κάτι που μετρούσε πολύ σ’ ένα Γυμνάσιο όπως η Μέση Σχολή, έδειχναν ενθουσιασμό και διακρίνονταν στο ερμηνευτικό μέρος κατά την ανάλυση των ποιητικών κειμένων. Όσο για μένα, τον αφανέστερο μέχρι προ ολίγου των μαθητών που για να αποφύγω τα χειρότερα, το έριξα στην «εξιδανίκευση», χωρίς, για να είμαι ειλικρινής να πάψω «άδειν τον υμέναιον τη παλάμη», όπως κατ’ ευφημισμό αποκαλούσαν οι αρχαίοι μας πρόγονοι την πράξη που οι μεταγενέστεροι φόρτωσαν κακώς στον αναίτιο φερώνυμο ήρωα της Βίβλου, όσο για μένα λοιπόν – και είναι αργά για ν’ αποφύγω τη συντακτική ανακολουθία – ξέρετε ποιος την πλήρωσε; Την πλήρωσε και τότε και αργότερα ο πατέρας μου: υποχρεωνόταν κάθε τόσο και λιγάκι ν’ αφήνει στην άκρη τις μεζούρες , τα φόντια και τις φαλτσέτες του για να μου φέρει τα νέα βιβλία που του ζητούσα, πότε ένα από τους τρεις τόμους του «Λυρικού βίου» του Άγγελου Σικελιανού, μέσα στη διετία 1946 – 47, πότε με πιέσεις και παρακάλια ώσπου να φτάσει στην  Πάτρα ένα από  τα αριθμημένα τριακόσια αντίτυπα, την «Κίχλη» του Γιώργου Σεφέρη το 1947, κι άλλοτε τη συλλογή «ΕΛΕΥΣΙΣ» του Νίκου Εγγονόπουλου. Στο μεταξύ διέπρεπα, δε θέλει ρώτημα, και στις «αναλύσεις» σε βαθμό που ο καλός δάσκαλος έλεγε σε στενό κύκλο πιστών μαθητών του, που σύχναζαν σπίτι του: «αύριο θ’ ακούσουμε το κατά Μπελεζίνην κατεβατό πάνω σ’ αυτό ή εκείνο  το νεοελληνικό ανάγνωσμα.
 
P.  Και το δεύτερο περιστατικό, αυτό που σας έστρεψε αποφασιστικά στον κριτικό λόγο;
 
Α.Μ. Πρέπει να ήταν Νοέμβρης ή το πολύ – πολύ Δεκέμβρης του 1947. Ήδη τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς είχα πάρει απολυτήριο από το Δ´ αρρένων που στεγαζόταν επίσης στα γνωστά κτίρια  Βουδ. Στο γειτονικό αυτό γυμνάσιο είχαμε καταφύγει τελειώνοντας την έκτη τάξη οι ασθενέστεροι στα μαθηματικά – που να σταθούμε στη Μέση Σχολή παρά το ισχυρό πλεονέκτημα, ακαταμάχητο δέλεαρ, ότι στην έβδομη και στην όγδοη δέχονταν και κορίτσια, τις μέλλουσες  αρχιτεκτόνισσες, γιατρίνες κ.λ.π. Το τελευταίο αυτό ούτε που θα το ανέφερα,  εάν ο εμψυχωτής μας δεν μας υπενθύμιζε ότι λίγο με λίγο αλλάζουμε ηλικία και αργά ή γρήγορα θα πρέπει να βρούμε από μια νεράιδα ο καθένας μας.
 
P.  Υπαινίσσεσθε ότι η παρότρυνση του καλού σας δασκάλου να βρείτε ταίρι, δεν ήταν παρά μια άλλη, η ακριβώς αντίθετη έστω απαγόρευση της αντιαυνανιστικής τρομοκρατίας;
 
Α.Μ. Έχετε δίκιο που το επισημαίνετε. Αλλά κάτι τέτοιο θα ισχύσει κυρίως μετά τον Μάη του ’68 και τη μεταπολίτευση. Ενώ δηλαδή μέχρι τότε και από αιώνες έλεγαν: αυτή η γυναίκα πάει με πολλούς άνδρες, σκοτώστε την, κάποτε μάλιστα δια χειρός πατρός ή αδελφού… Στην εποχή μας λίγο ακόμη και θα πουν: αυτή η κοπέλα δεν πηγαίνει με κανένα άντρα…· στη φωτιά. Όσο πάντως για το δικό μας δάσκαλο, όχι, δεν αισθανόμαστε καμιά ψυχική βία ή ιδιαίτερη πίεση. Προστάτευε και τον ίδιο και τους μαθητές του η σωστή κάθε φορά δόση ειρωνείας και χιούμορ.
 
P.  Να επανέλθουμε στα γεγονότα μετά την αποφοίτησή σας από το Γυμνάσιο;
 
Α.Μ. Ναι. Το  Σεπτέμβριο του 1947 – εκεί δεν είχαμε μείνει; - πήρα μέρος στις εξετάσεις για τη Φιλοσοφική Αθηνών, αλλά μολονότι πέτυχα – δεν έχει σημασία  με ποια σειρά – δεν άρχισα να φοιτώ παρά από το επόμενο πανεπιστημιακό έτος, μεσούντος ήδη του εμφυλίου. Βρισκόμουν λοιπόν στην Πάτρα, στο πατρικό της συνοικίας Αγίου Ανδρέου, όπου και είχαμε ξαναγυρίσει μετά πολυετή παραμονή στο εξοχικό, όταν με κάλεσε επειγόντως ο Παναγιώτης Γκίνης, με τον οποίο και εγώ και άλλοι νέοι δεν είχαμε πάψει να βλεπόμαστε και να συζητάμε. Όταν συναντηθήκαμε μου είπε: «Αντρέα, σε δέκα μέρες έχω ομιλία στην αίθουσα επιμελητηρίου στη Μεγάλη Πλατεία με θέμα τον «Τίμαιο» του Πλάτωνα. Και που άκουσα τον τίτλο του διαλόγου, με έπιασε σύγκρυο, γιατί είχα τελευταία δοκιμάσει να τον διαβάσω, όχι χωρίς να συμβουλεύομαι μετάφραση, και το μόνο που καταλάβαινα και συνειδητοποιούσα ήταν η γλωσσική μου ανεπάρκεια. Ο δάσκαλος με καθησύχασε και με διαβεβαίωσε ότι μέχρις ότου οριστεί νέα ημερομηνία για την πλατωνική του ομιλία, προφταίνω να προετοιμαστώ, μια και, είναι αλήθεια, έπαιζα το ρόλο προνομιούχου ακροατή. Άλλο ήταν τελικά αυτό που θα με έβανε στην πιο μεγάλη ανησυχία. Επειδή ο ίδιος αδυνατούσε να παραστεί και να δώσει τη διάλεξή του, έπρεπε να πάω εγώ στη θέση του με δικό μου βέβαια θέμα. Αρνήθηκα, έβαλα τις φωνές, λίγο έλειψε να αυθαδιάσω. Δεν σήκωνε συζήτηση. Αναγκάστηκα να δεχτώ. Διαλέξαμε μαζί το θέμα από βασικό κύκλο των συζητήσεών μας: «Άγγελος Σικελιανός – Κώστας Καρυωτάκης: δύο αντίποδες». «Πρόσεξε», μου είπε, «αν δεις ότι η ομιλία κάνει κοιλιά και κινδυνεύεις να χάσεις τον έλεγχο θυμήσου όσα έχουμε πει για την «υλικότητα» της λογοτεχνίας, την όψη και την ψαύση των εξώφυλλων, την ποιότητα και την υφή του χαρτιού, τα τυπογραφικά στοιχεία και το μελάνι, αυτά που ιδιαίτερα εκτιμά – τι εκτιμά λέω – για τα οποία είναι μανιακός, ο Νίκος Καχτίτσης. Έχεις γνωρίσει τον κατά τι πρεσβύτερό σου νομίζω. Ναι, συμφώνησα. Άλλωστε τον συναντώ στο πρακτορείο γωνία Αγίου Νικολάου και Ρήγα Φεραίου, κάθε φορά που φτάνει νέο τεύχος της «Αγγλοελληνικής Επιθεώρησης». Εργάζεται στη Βρετανική Ακαδημία Πατρών. Επιπλέον που και που βγαίνω κι εγώ μαζί με την συντροφιά  του η οποία όταν δεν μιλάει για τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη, ψάχνει για «ομορφάσχημες» και για «χτηνάκια», κατά ένα υποκορισμό που εξουδετερώνει κάθε ψόγο ή αντιπάθεια. Ε, λοιπόν, με συμβούλεψε ο Παναγιώτης Γκίνης, χωρίς πιστεύω να ενοχληθεί από το γεγονός ότι εκτός απ’ τις δικές του «νεράιδες» υπήρχε και άλλη αίσθηση και εικόνα θηλυκότητας, να πάρω μαζί μου στη διάλεξη μια από τις επιστολές του Σικελιανού και, χωρίς άλλο, την πρώτη έκδοση των «Νηπενθών» του Κ Γ .Καρυωτάκη (1921) και την κατάλληλη στιγμή να κατέβω από το βήμα και να αρχίσω να αφήνω το βιβλίο στα χέρια των ακροατών μου. Αμέσως μετά μου συνέστησε, χωρίς ακόμα να ξανανέβω στο βήμα, βαδίζοντας στο διάδρομο, να περιγράψω στο μικρό ή μεγάλο ακροατήριο το εξώφυλλο της πρώτης πολυτελέστατης έκδοσης (1909) του «Ελαφροΐσκιωτου» του Άγγελου Σικελιανού, για να φανεί η διαφορά και στο εκδοτικό μέρος ανάμεσα στους δυο ποιητές. Με βεβαίωσε ότι θα φροντίσει να έρθουν τελειόφοιτες από τα δύο γυμνάσια θηλέων και από το Αρσάκειο.  
 
P. Τα πήγατε καλά στη νεανική εκείνη ομιλία, ελπίζω.
 
Α.Μ. Τόσο καλά που ανησύχησα… Ανησύχησα, γιατί, αν εξαιρέσουμε ότι ανακάλυπτα μέσα μου ένα κάποιο διδακτικό χάρισμα – το μόνο καύχημα που επιτρέπω στον εαυτό μου -, μου παραφάνηκε εύκολος ο δρόμος της επιτυχίας. Άλλωστε το βάπτισμα αυτό του πυρός επέφερε και μια εξίσου απροσδόκητη και πικρή εμπειρία, προς την κατεύθυνση και πάλι της φήμης και της ευκολίας.
Δυο το πολύ χρόνια αργότερα, τον Μάιο του 1949, και ενώ ο εμφύλιος έβαινε προς τη μονομερή εκ μέρους των ηττημένων λήξη του, με τη γνωστή βέβαια αστοχία του Νίκου Ζαχαριάδη «Τα όπλα παρά πόδα» ανακοινώθηκε ότι ο Άγγελος Σικελιανός θα μιλούσε στην Αθήνα, στο θέατρο Αλίκης με θέμα «Γεώργιος Βιζυηνός» που δεν το επέλεξε βέβαια χωρίς βαθύτερο λόγο. Αν μάλιστα θυμάμαι καλά, το κείμενο δημοσιεύτηκε στα «Ελεύθερα Γράμματα» τα Χριστούγεννα του ίδιου εκείνου έτους. Αποφάσισα λοιπόν να παραβρεθώ. Στην κατάμεστη αίθουσα που τρανταζόταν από τη φωνή του ομιλητή και μύστη, κάτι τι πάνω τους μαρτυρούσε ότι δεν ήσαν λίγα τα όργανα της ασφάλειας. Όταν ο ποιητής ολοκλήρωσε την ομιλία του και αποσύρθηκε στα παρασκήνια, σκέφτηκα, αφού υπερνίκησα κάποιους δισταγμούς, να τον δω και να του πω για το προ διετίας τόλμημά μου. Τον βρήκα περιτριγυρισμένο από θαυμαστές,  αλλά μόλις είδε ένα νέο άνθρωπο με εγγονοπούλειο, τότε, στέρνο και γυμνό στήθος, έτρεξε κοντά μου. Και όταν του μίλησα για την ομιλία της Πάτρας παραλλάζοντας την αρχική διατύπωση στο παραθετικό μέρος του τίτλου  με μια νέα και ισοδύναμη χιαστί διάταξη που μου επέτρεψε ο γνωστός στίχος του Ν. Εγγονόπουλου από το ποίημα «…ο Zef το μέγα αυτόματον» (1939): «Άγγελος Σικελιανός - Κώστας Καρυωτάκης: «τα βάραθρα της πικρίας και τα βουνά της χαράς», ο ποιητής του «Ελαφροΐσκιωτου» και του «Λυρικού βίου» άπλωσε τα δυο του χέρια, μ’ αγκάλιασε και αναφώνησε: «Αστέρι μου!...» Αιφνιδιάστηκα. Δεν ήξερα που να κρυφτώ. Δεν άνοιγε καλλίτερα η γη να με καταπιεί! «Αστέρι μου…» Από που ως που! Κι αν ακόμη ο Άγγελος, από τη φύση του μεγαλόστομος  και ενθουσιώδης, είχε ακούσει κάτι για το εναρκτήριο εκείνο «μάθημά»  μου, πράγμα που δε μπορεί να αποκλεισθεί, γιατί ο ποιητής κρατούσε από παλιά φιλίες με εκλεκτές πατρινοπούλες στους Δελφούς, στην Αχαΐα και στην Ολυμπία – ένα μέρος της αλληλογραφίας τους βρισκόταν ήδη στα χέρια μου -, και πάλι το ξέσπασμα και η αναφώνηση παραήτανε στεντόρεια και παράταιρη. Θεέ και κύριε. Ήταν λοιπόν τόσο εύκολος ο δρόμος της «φήμης» που δαιμόνιζε – και δαιμονίζει, με ελάχιστες εξαιρέσεις – εξίσου καλούς, κακούς και μέτριους ποιητές και θα αποτελούσε για μένα ένα από τα κεντρικά θέματα της όποιας κριτικής μου δραστηριότητας και σκέψης. Αλλ’ όχι, όχι. Υπάρχει κάτι, ένα συμβάν, της ίδιας και συνάμα άλλης τάξης, που μου έτυχε χρόνια πολλά μετά. Αν στη δεκαετία του ´50 χρειάστηκε να με παροτρύνουν παλιοί μου δάσκαλοι, περνώντας στα προδικτατορικά χρόνια  την ενθάρρυνσή μου να γράψω, κριτική βέβαια, τι άλλο, ανέλαβαν αυτή τη φορά μαθητές μου, με πρώτο το Σωκράτη Σκαρτσή.
Την επομένη του θανάτου του Ανδρέα Εμπειρίκου, γυρίζοντας στο «ασκηταριό» μου στην Κυψέλη -  είχα χωρίσει πριν λίγα χρόνια από την πρώτη  γυναίκα μου - βρήκα ένα δελτάριο, γραμμένο στις 4 Ιουλίου του 1975. Με το γράμμα αυτό η σύζυγος του ποιητή Βιβή Εμπειρίκου θέλησε να με ευχαριστήσει γιατί, όπως με βεβαίωνε, ο άντρας της έβανε και του διάβαζε, τις τελευταίες του μέρες, ένα κείμενο που συνέβαινε να μου ανήκει. Επρόκειτο προφανώς για το πολυσέλιδο, κριτικό και ερμηνευτικό, μελέτημα «Η νεότερη και σύγχρονη ποίηση στην παιδεία» που πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΥΔΡΙΑ του Σωκράτη Σκαρτσή  στην Πάτρα, σε δύο τεύχη, το 1974 και την επόμενη χρονιά πέρασε στη ΣΠΕΙΡΑ στα τεύχη 3 (Οκτώβριος 1975) και 4 (Δεκέμβριος 1975). Επειδή τα τεύχη των δυο περιοδικών είναι σήμερα δυσεύρετα, ας μου επιτραπεί να σημειώσω ότι ένα από τα κεφάλαια του εκτενούς δοκιμίου με τον ενδότιτλο «Θα εξαιρέσουμε τον υπερρεαλισμό;» και μότο   το γνωστό εμπειρίκιο απόσπασμα «ίσως ποτέ δεν εξετέθη στην κατανόηση ανθρώπου έκθεσις πιο εκτεταμένη», δημοσιεύτηκε και στο βιβλίο «Κριτικό τρίπτυχο» Σμίλη, 1991. Το μέρος αυτό που είναι φυσικό και ανθρώπινο να συγκίνησε ιδιαίτερα και να παρηγόρησε τον ποιητή, καθώς και το σύνολο του άρθρου που εκτείνεται σε εξήντα περίπου σελίδες, διάβασε ο Ανδρέας Εμπειρίκος και άκουσε να του το διαβάζουν από τα τεύχη της «Υδρίας». Για το γεγονός αυτό μαρτυρούν πολλοί μεταξύ των οποίων ο Λεωνίδας Εμπειρίκος (στο γνωστό αφιέρωμα του «Δέντρου»). και ο Νάνος Βαλαωρίτης. Ο τελευταίος  στο βιβλίο του «Ανδρέας Εμπειρίκος» (Ύψιλον / βιβλία, 1989), στο κεφάλαιο «Η διπλή μοναξιά ενός παγκόσμιου ποιητή» (πρωτοδημοσιευμένο στο περιοδικό «Ηριδανός», το 1976) και στη σ. 30 διαβάζουμε: «Ένα άρθρο του Α. Μπελεζίνη για το ρόλο του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα μου το παρέδωσε (ο Ανδρέας Εμπειρίκος) από το κρεβάτι του θανάτου του, με τον ίδιο ενθουσιασμό που είχε δείξει για ότι κάναμε στο παρελθόν εμείς».    
 
P.  Αν καταλαβαίνω καλά, προσκομίζετε ήδη κρίσεις του ποιητή  Εμπειρίκου, έμμεσες έστω, και του Νάνου Βαλαωρίτη, αμεσότατες, παρά τις επιφυλάξεις που εμπεριέχουν, πάνω στο δικό σας μάλλον ενθουσιώδες και πρωταρχικό για το θέμα κριτικό κείμενο. Δηλαδή, η κριτική της κριτικής της κριτικής…. Αενάως;
 
Α.Μ. Ακριβώς. Η κριτική ακολουθία, επειδή δεν υπάρχουν μέτρα και σταθμά ούτε ασφαλή και ασφαλώς εφαρμοζόμενα κριτήρια, η κριτική λοιπόν ακολουθία είναι ατελεύτητη. Άλλωστε γιατί γράφουμε ή τουλάχιστον γιατί δημοσιεύουμε τα ποιήματα και τα κρίματά μας, δηλαδή τα αποτελέσματα των κρίσεών μας; Τα δημοσιεύουμε και τα γράφουμε για να κριθούν. Προσωπικά το πίστευα ανέκαθεν, αλλά βεβαιώθηκα απόλυτα, όταν ο Στέφανος Ν. Κουμανούδης, ο Αθηναίος μου χάρισε, ο γενναιόδωρος, αντίτυπο του επυλλίου «Στράτις (ή Στράτης) Καλοπίχειρος» στη δεύτερη έκδοση (1888) που ανήκε στο συγγραφέα του, τον επίπαππό του Στέφανο Αθ. Κουμανούδη (1818-1899). Στο προσωπικό αυτό αντίτυπο ο συγγραφέας του φυλλαδίου «που σπεύδει η Τέχνη των Ελλήνων την Σήμερον», ο Κέρβερος της επιγραφικής, όπως τον αποκαλούσαν, και ο ποιητής των αριστοτεχνικών «Σονέττων εις Βενετίαν» στις τρεις πρώτες σελίδες μας άφησε πυκνογραμμένες ιδιόχειρες σημειώσεις υπό την επιγραφή «Κρίσεις και ακρισίαι εξενεχθείσαι περί της Β´ταύτης εκδόσεως». Ε, λοιπόν ο ευφυέστατος αυτός Έλληνας ανομολογεί ότι δημοσιεύει (και, κατά βάθος, γράφει), γιατί νομίζετε; - για να κριθεί: «Κρίσιν… είπερ τις και άλλος, επιθυμεί ο τον Στράτιν στιχουργήσας, έστω και αυστηροτάτην, προς διόρθωσιν εαυτού, επειδή (και ας πιστεύωσιν οι ειλικρινείς τον ειλικρινώς εξομολογούμενον) αν δεν επεθύμει ν’ ακούση κρίσιν, δεν ήθελεν ουδόλως τι εκδώσει, αλλ’ ήθελεν αρκεσθή εις την υπό της επιτροπής έντιμον μνείαν του μικρού εκείνου μέρους του οιουδήποτε προϊόντος του….»  
 
                                                                                                       (Συνεχίζεται)