Εκτύπωση του άρθρου
Συνάντηση με την ποιήτρια BIANCAMARIA FRABOTTA
        
συνέντευξη &  μετάφραση ποιημάτων
         ΜΑΡΩ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ & ΛΗΤΩ ΣΕΙΖΑΝΗ
     

 
 
Η Biancamaria Frabottα γεννήθηκε στη Ρώμη, το 1946. Ζει στη Ρώμη , όπου διδάσκει σύγχρονη ιταλική λογοτεχνία στο πανεπιστήμιο La Sapienza. Στη δεκαετία του '70 έλαβε μέρος στο φεμινιστικό κίνημα με ευρεία δημοσιογραφική
δραστηριότητα. Έχει εκδώσει τις  ποιητικές συλλογές:Affeminata (Geider,Rivalba,Torino, 1976) με κριτικό σημείωμα του Antonio Porta, Il rumore bianco (Feltrinelli,Milano,1982) με εισαγωγή του Antonio Porta,  Appunti di volo e altre poesie (La Cometa,Roma,1985), Controcanto al chiuso (Rossi & Spera Editori,Roma,1991), La  viandanza (Mondadori,Milano,1995) [Βραβείο Montale 1995], Ne resta uno, δεκαέξι χάι-κου,(Il Ponte,Firenze,1996) High Tide (Poetry Ireland Ltd, Dublin,1998), Terra contigua (Empiria,Roma,1999), La pianta del pane, (Mondadori 2003) [Βραβείο Lerici-Pea 2003], Gli eterni lavori, (San Marco dei Giustiniani, Genova, 2005), I Nuovi Climi (Stampa, 2007). Έχει επίσης εκδώσει το μυθιστόρημα Velocita di fuga (Reverdito,Trento,1989) [ Βραβείο Tropea 1989], την θεατρική τριλογία Trittico dell'obbedienza (Sellerio,1996) και δοκίμια λογοτεχνικής κριτικής μεταξύ των οποίων: Letteratura al femminile, (De Donato, Bari,1980) e Giorgio Caproni, il poeta del disincanto (Officina Edizioni,Roma,1993). Έχει επιμεληθεί τις ανθολογίες: Donne in poesia, antologia della poesia femminile in Italia dal dopoguerra a oggi (Savelli,Roma,1976), Poeti della malinconia (Donzelli,2001), Arcipelago malinconia. Scenari e parole dell'interiorita  ( Donzelli, 2001) Με τον Bruno Mazzoni έχει μεταφράσει μια ανθολογία ποιημάτων της Ana Blandiana, Un tempo gli alberi avevano occhi (Donzelli, 2004).
      --------------------------------------------------------------------------------------------                                 
 
Συναντήσαμε την ποιήτρια στην Αθήνα, με αφορμή την εκδήλωση του Ιταλικού Μορφωτικού Ινστιτούτου Αθηνών,  "Η θάλασσα ως πηγή έμπνευσης στην ποίηση της Biancamaria Frabottα", στα πλαίσια της 7ης εβδομάδας της "Ιταλικής γλώσσας στον κόσμο" ( τέλη  Οκτωβρίου 2007). Παρουσιάζουμε τη συνέντευξη που μας παραχώρησε και δέκα ποιήματά της από τη συλλογή
 I Nuovi Climi (Stampa, 2007).
 
 
Συνέντευξη της Biancamaria Frabottα
στη Μάρω Παπαδημητρίου &  Λητώ Σεϊζάνη
 
Ε. Συμμερίζεστε την άποψη ότι η ποίηση σήμερα είναι περισσότερο απομονωμένη, με την έννοια ότι ο σύγχρονος ποιητής παραμένει έγκλειστος στον δικό του θεματικό κόσμο, υπερασπιζόμενος τα όρια του εαυτού του και του εργαστηρίου του;
 
F.  Είναι δύσκολο ή μάλλον αδύνατον να έχει κανείς πλήρη εικόνα για όλο το ποιητικό πεδίο. Σχετικά με τον ιταλικό χώρο, θα έλεγα ότι οι νεώτερες γενιές, για παράδειγμα αναφέρομαι σε γυναίκες ποιήτριες που είναι σήμερα στην ηλικία των σαράντα,  έχουν την τάση να γράφουν μεγάλα ποιήματα, ανοιχτά ποιήματα τα οποία χαρακτηρίζουν ως  "ακάθαρτα", επιδιώκοντας να απομακρυνθούν από την λεγόμενη "καθαρότητα" της έκφρασης. "Ακάθαρτα", λοιπόν,  όχι ως προς το περιεχόμενο, αλλά ως προς το είδος  με την έννοια ότι αναμειγνύονται σε αυτά η ποίηση με την πρόζα ή με άλλες φόρμες, παρεμβάλλονται δάνεια από το λεξιλόγιο των πολυμέσων ή άλλων ξένων γλωσσών, προκειμένου να καταλήξουν  σε μια διαφορετική γλώσσα η οποία βέβαια είναι συντονισμένη με το ρεύμα της εποχής, αφού πρόκειται για τάση αρκετά διαδεδομένη και σε άλλα μέρη του κόσμου, ιδιαίτερα ανάμεσα στους ποιητές αυτής της  γενιάς. Αν ο καθένας γράφει αυτοσχεδιάζοντας, δεν μπορούμε, νομίζω, να μιλήσουμε για μιαν ενιαία κατάσταση. Ύστερα, έχουμε και τους πολύ νεώτερους με μονόπλευρη συχνά θεματολογία που θυμίζει κατευθύνσεις της Νεο-πρωτοπορίας, κατευθύνσεις που διακρίνονται επίσης και στη  "slam " ποίηση.  Οφείλω να ομολογήσω ότι θεωρώ το ποιητικό αυτό είδος λιγότερο ενδιαφέρον, γιατί μου φαίνεται σαν επανάληψη παλιότερων πραγμάτων, είναι όμως διαδεδομένο ανάμεσα στους νέους.
 
Ε.   Μοιάζει να ζούμε σ´ ένα κόσμο πιο δυσαρεστημένο και ανήσυχο από ποτέ. Οι δραματικές μεταβολές στο περιβάλλον, η τρομοκρατία, το παγκόσμιο πολεμικό τοπίο, είναι μερικά από τα σύγχρονα κοινωνικοπολιτικά αιτήματα αμφισβήτησης. Έχουν άραγε θέση στη θεματική της σύγχρονης  ποίησης ;
 
 FΑν μιλάμε για τον παλιό όρο "στράτευση", καλύτερα να τον αναζητούμε όχι στη θεματική της ποίησης, αλλά στο περιεχόμενο της.  Υπάρχουν εξαιρετικά τέτοια παραδείγματα ρώσων ποιητών γύρω στα 1920.  Η Άννα Αχμάτοβα φαίνεται να μιλά για το σπίτι της και τα  προσωπικά της προβλήματα κι όμως βρίσκεται βίαια αντιμέτωπη με όλα όσα συμβαίνουν γύρω της.  Αλλά και ως προς την θεματική, επειδή επιμελούμαι στις εκδόσεις Mondadori  βιβλία που κυκλοφορούν στην Ιταλία όλο τον χρόνο, οπότε  διαβάζω πάρα πολλά, υπερβολικά πολλά, μπορώ να πω ότι υπάρχουν ποιητές που υπηρετούν αυτή τη δέσμευση, όπως ο  Gianni d' Elia, ή άλλοι γνωστοί ποιητές από διαφορετικές γενιές. Εντυπωσιακό παράδειγμα είναι η ποιήτρια Patrizia Cavalli, μια ποιήτρια της γενιάς μου την οποία ανακάλυψε  η Elsa Morante στη δεκαετία του Εβδομήντα.  Ο τίτλος του πρώτου βιβλίου της ήταν: Τα ποιήματά μου δεν θ' αλλάξουν τον κόσμο. Το τελευταίο της βιβλίο αποτελεί μια καταγραφή της καταστροφής του ιστορικού κέντρου της Ρώμης που εκείνη δεν μπορεί πια να περιδιαβεί με ηρεμία. Έτσι είναι. Λες και έρχονται τα πράγματα και μας βρίσκουν για να μπούμε  μέσα τους. Σήμερα, το θέμα που εμφανίζεται εντυπωσιακά σε πολλές ποιητικές συλλογές είναι ο πόλεμος. Ο πόλεμος ως κατάσταση απειλής, ως κατάσταση πανικού.  Απασχολεί πολλούς ποιητές στην Ιταλία, ανεξαρτήτως γενιάς.  Υπάρχει και στην δική μου ποίηση αλλά πάντα έμμεσα.  Το επόμενο βιβλίο μου θα περιέχει τις δυο μικρές συλλογές μου Gli eterni lavori (Οι αιώνιες εργασίες) και  I nuovi climi  ([Το καινούργιο κλίμα).  Οι "'αιώνιες εργασίες" είναι οι εργασίες της υπαίθρου, των κήπων. Το "νέο κλίμα" είναι οι κλιματικές αλλαγές του σήμερα  και οι φθορές που προκαλούν σε φυτά και ανθρώπους. Δεν υπάρχουν πια ειδυλλιακές καταστάσεις. Ο κόσμος όλος βρίσκεται υπό το κράτος του τρόμου, απειλείται.  Στην ποίηση μπορεί κανείς να ακολουθήσει διαφορετικούς τρόπους για να εκφράσει τη  θέση του σε θέματα κοινού προβληματισμού, οπωσδήποτε είναι δύσκολο. Αλλά δεν νομίζω ότι υπάρχουν πολλοί ποιητές αδιάφοροι σε τέτοιου είδους αιτήματα.
 
Ε.  Είστε μια ποιήτρια που διαδραμάτισε ενεργό ρόλο στο φεμινιστικό κίνημα του '70,  συνδυάζοντας την ποιητική εμπειρία με την πολιτική. Πιστεύετε ότι υπάρχουν για τους νέους ποιητές οράματα και νοήματα κοινά; 
 
FΑς αφήσουμε  για λίγο τους νέους ποιητές.  Όσο για μένα, θα ήθελα να κάνω μια διόρθωση.  Δεν συνέδεσα ποτέ την πολιτική με την ποίηση. Είναι διαφορετικά μεταξύ τους. Υποστήριζα πάντα την άποψη ότι το άτομο είναι πολιτικό.  Ο καθηγητής μου, ποιητής Franco Fortini, έλεγε κάτι πολύ σημαντικό: "η ποίηση δεν μπορεί να είναι δημοκρατική, ο ποιητής πρέπει να είναι δημοκράτης". Θεωρώ αυτή την αλήθεια διαφωτιστική. Η ποίηση δεν έχει την υποχρέωση να είναι δημοκρατική, γιατί αν την είχε, τότε θα σκότωνε τους ποιητές. Αν η ποίηση επιβάλει αυτό που θα γράψουν οι ποιητές, οι ποιητές θα έρθουν σε σύγκρουση μαζί της, και το 1900 μας έχει διδάξει  ότι δεν προχωρούν έτσι τα πράγματα.  Ο ποιητής, ως πολίτης, έχει την υποχρέωση να είναι δημοκράτης,  κι αν δεν είναι ας αναλάβει  ο ίδιος την ευθύνη. Το "φεμινιστικό", αν θα το λέγαμε έτσι, βιβλίο μου Il rumore biancο  (Ο λευκός θόρυβος), εκδόθηκε από τον Feltrinelli στα 1982, με ποιήματα που γράφτηκαν στη δεκαετία του Εβδομήντα.  Ο φεμινισμός είναι έκδηλος σ' αυτό επειδή υπάρχει θεματικά, ήταν το πρόβλημα που μας απασχολούσε τότε, ζητούσαμε να διεισδύσουμε στο βάθος της γυναικείας ψυχής αναζητώντας ίσως κάτι το διαφορετικό, αναζητώντας μπορεί ακαθόριστα, πάντως αναζητώντας. Παράλληλα όμως υπάρχουν και συγκεκριμένα θέματα, όπως οι σχέσεις γυναίκας προς γυναίκα, οι δυσκολίες στη σχέση της γυναίκας με τον άνδρα, οι δυσκολίες στις ανθρώπινες σχέσεις γενικότερα, η όλη σύγχυση της δεκαετίας του  Εβδομήντα. Πράγματι,  Il rumore bianco είναι αυτή η συνεχής διάλειψη.  Ασφαλώς και δεν αρνούμαι τη φεμινιστική μου δράση, όχι.  Θα έλεγα, όμως, ότι η θέση μου είναι λίγο ρετρό.  Είχα θεωρηθεί ρετρό, από το εσωτερικό του φεμινιστικού κινήματος. Για παράδειγμα, μια πραγματική εκπρόσωπος της γυναικείας ποίησης, της φεμινιστικής λογοτεχνίας, υπήρξε η Dacia Maraini.  Συνεργαστήκαμε  στην ανθολογία Γυναίκες στη ποίηση, την δουλέψαμε μαζί, εκείνη έγραψε την εισαγωγή. Η Dacia Maraini είχε άποψη για την κατεύθυνση της γυναικείας ποίησης.  Υπήρχαν πράγματι ποιήματα-μανιφέστα, ποίηση άμεση, απλή, επικοινωνιακή.  Εγώ δεν έγραφα έτσι, οπωσδήποτε όχι.  Κράτησα πάντα την ελευθερία να γράφω όπως μου πήγαινε να γράφω. Η γραφή μου δεν συνδέθηκε  ποτέ με την πρόζα ή με τη μεταμοντέρνα έκφραση, παρά την εισαγωγή στο βιβλίο μου από τον Antonio Porta, διακεκριμένο ποιητή της Νεο-πρωτοπορίας. Χρησιμοποιούσα και χρησιμοποιώ τη γλώσσα της ιταλικής παράδοσης από τον Dante μέχρι σήμερα και θέλω να πιστεύω ότι αυτό φαίνεται στην ποίηση μου.
 
 
Ε.  Στην κοινωνική και πολιτισμική μεταβολή των τριών τελευταίων δεκαετιών παλιές αξίες και ιεραρχίες έχουν πάψει να ισχύουν. Οι νεώτεροι  ποιητές στην Ιταλία συνομιλούν με την ποιητική τους παράδοση ή επέλεξαν να κόψουν τον ομφάλιο λώρο;
 
F.  Παρατηρούμε συχνές αναφορές στη θρησκεία, όμως όλοι ζούμε σε μια εποχή φονταμενταλισμού κάθε είδους.  Στην Ιταλία η Εκκλησία  παρεμβαίνει σε όλα, έχει πάντα άποψη για κάθε συμβάν, όμως ο κόσμος δεν είναι  ιδιαίτερα θρησκευόμενος. Υπάρχουν ωστόσο ισχυρά μυστικο-θρησκευτικά ρεύματα, δεν εννοώ μυστικιστικά. Πρόκειται για ένα παράξενο λαϊκίστικο είδος πολιτικό-καθολικού κινήματος, με πρωτοπόρο τον Davide  Rοndoni. Γενικότερα στη λογοτεχνία, θα έλεγα ότι από τη δεκαετία του Ογδόντα εμφανίζεται πιο σαφής η τάση του μεταμοντέρνου.  Έχουν γίνει πολλές συζητήσεις  για το "μεταμοντέρνο", αφού δεν σημαίνει απλώς το "μετά"  του μοντερνισμού.  Στην Ιταλία ο όρος χρησιμοποιήθηκε υπερβολικά.  Ως λογοτεχνικός όρος είναι πιο ξεκάθαρος στο μυθιστόρημα.   Στην ποίηση, μεταμοντέρνα φόρμα θεωρήθηκε και η επιστροφή του μέτρου, η λεγόμενη "νεομετρική". Μια σημαντική ποιήτρια που την ανέδειξε  είναι η Patrizia Valduga. Στο πρώτο της βιβλίο, Medicamenta, επανέρχεται στο σονέτο, με σονέτα όμως ιδιαίτερης μανιέρας, πιο μπαρόκ, ενώ γράφει και τερτσίνες όπως ο Dante, επαναλαμβάνοντας έτσι την παραδοσιακή μετρική. Δεν ήταν βέβαια η μόνη.  Υπήρξαν και άλλοι, εκείνη όμως είναι περισσότερο γνωστή, παντρεύτηκε αργότερα  τον σημαντικό ποιητή Giovanni Raboni , τον οποίο και επηρέασε. Ο αγαπημένος μου ποιητής, για τον οποίο έχω γράψει πολλά, έγραψα κι ένα βιβλίο γι αυτόν, είναι ο Giorgio Caproni, δεν ζει, ένας ποιητής που χρησιμοποιούσε πάντα ομοιοκαταληξία.  Αυτή η τάση εμφανίζεται και στους νεώτερους ποιητές, φυσικά διαφορετικά, άλλοτε ως παρωδία ή ως επιστροφή στην πειθαρχία, ο καθένας την χρησιμοποιεί με τον τρόπο του. Προσωπικά η τάση αυτή μου είναι ξένη, δεν με αφορά σαν γενιά ή σαν ποιήτρια, ή επειδή έχω αγαπήσει τόσο πολύ τον Giorgio Caproni. Εκείνος έγραφε ρίμα όμως μετά την δούλευε μ' έναν τρόπο που την έσπαζε.   Υπάρχουν αυτοί οι ποιητές.
 
 Ε. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για "τομή" στην διαδρομή της ιταλικής ποίησης μέσα στη δεκαετία του '80;
 
F. Πάνω στο θέμα αυτό μαλώνω συχνά με τους νεώτερους κριτικούς, σημερινούς σαραντάρηδες, που εννοούν να τοποθετούν την ανανέωση της ιταλικής ποίησης στη δεκαετία του Ογδόντα.   Αυτό σημαίνει ούτε λίγο ούτε πολύ την ακύρωση της γενιάς του Εβδομήντα,  την οποία μάλιστα θεωρούν και ως στιγμή ποιητικού αδιεξόδου, οπότε ας μείνει εκτός. Διαφωνώ ριζικά, όχι για να υπερασπιστώ τα δικά μου πράγματα, καθόλου δεν μ´ ενδιαφέρει αυτό, όταν τίποτα δεν αρχίζουμε και τίποτα δεν τελειώνουμε στην ποίηση, όλα είναι μια συνέχεια.  Διαβάζοντας όμως τόσα χρόνια ποίηση και ζώντας μέσα στην ποίηση, νομίζω ότι η "νεώτερη" ποίηση εμφανίζεται με την κρίση της Νεο-πρωτοπορίας, δηλαδή στα μέσα της δεκαετίας του Εβδομήντα.  Ωστόσο, ποιητές όπως η Patrizia Cavalli, ο Maurizio Cucchi, ο Conte, ο Viviani, και άλλοι συνομήλικοι μου, σπάνια αναφέρονται από τους νεώτερους κριτικούς ή αναφέρονται αρνητικά. Είναι μια συγκεχυμένη κατάσταση.  Στα χρόνια του Ογδόντα εμφανίζονται σημαντικοί ποιητές που έχουν τελειώσει με το Εβδομήντα. Παράδειγμα ο Valerio Magrelli, ο οποίος είναι σήμερα ο πιο γνωστός ίσως ποιητής όχι μόνο στην Ιταλία, αλλά και στην Ευρώπη.  Το πρώτο του βιβλίο, στις αρχές της δεκαετίας του Ογδόντα, είχε τεράστια επιτυχία με πολλές διακρίσεις, κάποιες γιατί πραγματικά τις άξιζε κι άλλες επειδή εκείνοι που αποστράφηκαν το '68 και τα χρόνια του Εβδομήντα,  είπαν ότι επιτέλους τελείωσαν σ´ αυτό το σημείο. Είναι όμως ενδιαφέρον ότι τα δυο τελευταία βιβλία του Magrelli διαφέρουν, όχι λόγω μόδας, γιατί τώρα είναι και οι απαιτήσεις της μόδας που οι Ευρωπαίοι συνηθίζουν ν' ακολουθούν. Οι Ιταλοί δε περισσότερο, αν δεχθούμε ότι η Ιταλία είναι η πατρίδα της μόδας... Αυτό που εκτιμώ στο βιβλίο του Magrelli, με τον  τίτλο Disturbi del sistema binario (Προβλήματα στο δυαδικό σύστημα) είναι ότι ξεφεύγει από το προσωπικό επίπεδο, το δικό του πρόβλημα.  Τον ενοχλεί η τηλεόραση, μα όλους μας ενοχλεί. Δεν είναι ότι επιτίθεται άμεσα στον Μπερλουσκόνι,  επιτίθεται όμως στον κόσμο αυτόν που κυριαρχείται από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης.  Η Patrizia Cavalli είναι επίσης ένα άλλο παράδειγμα.
 
Ε. Ποια είναι η αντίδραση στου ιταλικού κοινού στην ποίηση που εμφανίζεται  στις δυο-τρεις τελευταίες δεκαετίες;
 
F.  Μιλάμε για το κοινό της ποίησης, όπως ο τίτλος Το κοινό της ποίησης (Il pubblico della Poesia)  μιας πολύ γνωστής ανθολογίας που κυκλοφόρησε  στα μέσα του Εβδομήντα; Το κοινό της ποίησης είναι οι ποιητές. Όσο μάλιστα περνάει ο καιρός τόσο μεγαλώνει ο αριθμός  εκείνων που γράφουν ποίηση.  Φαίνεται όμως ότι και αυτοί διαβάζουν λίγο, γιατί μάλλον προτιμούν να γράφουν παρά να διαβάζουν. Επομένως το κοινό της ποίησης γράφει, δεν διαβάζει.  Οπωσδήποτε δεν ανήκω σε αυτούς που θρηνωδούν "α, πάει η ποίηση, πέθανε!"  Σήμερα λείπει από τον χώρο η ευρεία λογοτεχνική κριτική, δεν υπάρχουν  αυθεντίες να καθιερώνουν  πρόσωπα, αλλά κι όσοι θέλουν να γράφουν ας γράφουν, εντάξει, δεν βλάπτουν κανένα.  Στη Γερμανία,  χώρα της μεγάλης μουσικής, πολλοί είναι εκείνοι που παίζουν κάποιο μουσικό όργανο.  Στην Ιταλία του  belcanto, όλοι σχεδόν έχουν καλή φωνή, εκτός από μένα... Είναι θέμα κουλτούρας γενικά και προφανώς πολλά τα πράγματα που συμβάλλουν στη διαμόρφωση του τοπίου. 
 
Ε. Βλέπετε το Διαδίκτυο ως νέο μέσο, νέο τόπο και τρόπο επικοινωνίας της ποίησης με το ευρύτερο κοινό;
 
F.  Δεν το επισκέπτομαι συχνά, ακόμα και τα ηλεκτρονικά περιοδικά, δεν τα διαβάζω άνετα. Προτιμώ  να γυρίζω τις σελίδες του περιοδικού, του βιβλίου.  Δεν πρόκειται για ιδεολογική αντίθεση, είναι θέμα γενιάς, νομίζω. Έχω ωστόσο μια συγκεκριμένη αντίρρηση: δεν αναζητώ στις ιστοσελίδες του πληροφορίες που με αφορούν γιατί έχω συναντήσει τρομερά αποτελέσματα.  Αυτό που ονομάζεται "δημοκρατία του Internet" μπορεί και να είναι, αλλά είναι συγχρόνως και απειλή  όταν οτιδήποτε συναντάει κανείς εκεί ενδέχεται να είναι τίποτε. Η ίδια δεν έχω βάλει ποτέ ποίημα μου στο Διαδίκτυο, κι όμως υπάρχουν ποιήματά μου.  Οποιοσδήποτε λοιπόν μπορεί να κάνει χρήση της ποίησης μου ερήμην μου, με πιθανότητες να αποπροσανατολίζει και να παραπλανεί το κοινό. Από την άλλη όμως, το Internet  μ' ενδιαφέρει όταν χρησιμοποιείται από τους νέους για να γράψουν ποίηση. Επειδή ο χώρος του δεν σε περιορίζει, αντίθετα σε κάνει να   χάνεις την αίσθηση του ορίου, αναρωτιέμαι αν αυτό έχει θετικό ή  αρνητικό αποτέλεσμα. Σε ένα χώρο πλασματικό, απεριόριστο, μπορείς κανείς να γράφει ένα ποίημα έπ' άπειρον,  αφού δεν υπάρχει καν εκδότης να του πει " διάλεξε, εγώ μπορώ να σου δημοσιεύσω τόσες μόνο σελίδες".  Πόσο σημασία έχει αυτό;  Μια πρώην φοιτήτρια μου, λίγο ανυπάκουη τότε, σήμερα στα σαράντα της, έχει εκδώσει δεκαπέντε ποιητικές συλλογές, τη μια  μετά την άλλη. Το θεωρώ έλλειψη της αίσθησης του μέτρου και ανιαρό τελικά, γιατί πώς να διαβάσει κανείς δεκαπέντε συλλογές των χιλιάδων στίχων.  Δεν εννοώ ότι η ποίηση πρέπει κατ' ανάγκη να περιορίζεται, αλίμονο. Πιστεύω όμως ότι γράφοντας το ποίημα αντιλαμβάνεται κι ο ίδιος ο ποιητής τα δικά του όρια  μέσα στον κόσμο, στο σύμπαν.
 
Ε. Πολλοί λένε ότι ζούμε πια σε καιρούς αντιποιητικούς.  Εσείς, ως καθηγήτρια της σύγχρονης λογοτεχνίας, έχετε διακρίνει ανάμεσα στους φοιτητές σας κάποιους μελλοντικούς ποιητές;  Πιστεύετε, γενικότερα, ότι μπορούμε να είμαστε αισιόδοξοι για την ποίηση;
 
F.  Προσπαθώ να μην είμαι απαισιόδοξη. Η ποίηση είναι ακόμα ασχολία των ολίγων,  γλώσσα των ολίγων, χωρίς βέβαια οι ολίγοι αυτοί να είναι οι προνομιούχοι. Πριν αναζητήσουμε όμως τους μελλοντικούς ποιητές, ας σταθούμε στη  βαρβαρότητα  που βαραίνει σήμερα τη νεανική κουλτούρα.  Ακούω φοιτητές μου στις εξετάσεις τους να λένε πράγματα που δεν είχα ξανακούσει, τρομακτικά πράγματα.  Δεν γνωρίζουν την Ιταλική γλώσσα, το λεξιλόγιο τους περιορίζεται στις πεντακόσιες λέξεις, δεν με καταλαβαίνουν όταν διδάσκω, χρειάζεται να μεταφράζω τον εαυτό μου... Επίσης αγνοούν τη σύγχρονη τους ιστορία, λες κι έχουν έρθει από τον Άρη... Αυτό με τρομάζει πραγματικά, χάνω το κουράγιο μου.   Δυο τουλάχιστον γενιές σπουδαστών έχουν στερηθεί την παιδεία με αυτές τις φοβερές πανεπιστημιακές μεταρρυθμίσεις στις χώρες της Ευρώπης, για το καλό της Ευρώπης υποτίθεται.  Σ' εμάς,  αυτή η μεταρρύθμιση, όλες αυτές οι διαβεβαιώσεις, τα διάφορα μοντέλα, τα ψίχουλα παιδείας αποτελούν βαρβαρότητα. Δεν θα έλεγα ποτέ ότι οι νέοι στην Ιταλία σήμερα σταμάτησαν να είναι  έξυπνοι και ικανοί. Τι τους συμβαίνει;  Στερούνται παιδείας, και μέσα σ' αυτή την έλλειψη για την οποία δεν ευθύνονται,  το τελευταίο που θα έκανα θα ήταν να αναζητήσω τους ποιητές.  Οι ποιητές θα βρουν τον δρόμο, πάντα τον βρίσκουν, έχουμε πολλά ενθαρρυντικά  παραδείγματα.  Δεν φοβάμαι για το μέλλον της ποίησης. Φοβάμαι για το μέλλον της ανθρωπότητας το οποίο θεωρώ πιο σημαντικό.
 
 
                           ....................................................................................................

     
Δέκα ποιήματα της Biancamaria Frabottα από τη συλλογή
I Nuovi Climi (Stampa 2007)
 
           Μετάφραση: Μάρω Παπαδημητρίου & Λητώ Σεϊζάνη
 

Το Νέο Κλίμα
                                  
[1]
 
Έχει κάτι από τον αέρα του σπιτιού
όπως στέκεται μες από το παράθυρο
το φεγγάρι των φτωχών κατοίκων του Κούπι.
Μια περίπολος λαμπτήρων μισθοφόρων
χωρίς δουλειά, κάνει πάλι το γύρο
στα μικρά παρτέρια του κάρδαμου, στις δυσοίωνες μελιτζάνες, στη γη
οι ντομάτες κι επάνω τα εποχικά  που καλούνται να γείρουν.
Πέρα από τις γειτονικές φυλές, στα όρια των αγρών, ανάμεσα στ' άλλα
φεγγάρια που διαφαίνονται, μια εποχή σχεδόν ανίδεη
βυθίζεται, περίπου γκρίζα, χωρίς να δημιουργεί αναταραχή.
 
                            
 
[2]
 
Ο ανταρτοπόλεμος μεταφέρεται τη νύχτα
στο πίσω τζάμι ενός μικρού ρολογιού κουάρτζ.
Να ήταν υπέρηχοι, στη καθοριστική ακτίνα
του φωτός, εκείνην ακριβώς...
Όμως με το καινούριο φεγγάρι όλοι έχουν την ίδια μοίρα.
Να σηκώνονται μες στο σκοτάδι, να σέρνονται στο υποχρεωτικό χαράκωμα
τοίχο τοίχο, χωρίς κέντρο βάρους, ν' αγκομαχούν
για να πάρουν λίγο νερό, να χάσουν άλλο τόσο.
 
 
 
[3]
 
Χωρίς να το ξέρει γαβγίζει γυναίκες
και παιδιά, ο σκύλος της γειτόνισσας.
Τη γλυκιά ώρα που πλένεται
στις άκριες του δρόμου,  στις σκαμμένες
λακκούβες,  στα χρόνια, από  το νεανικό
κυνήγι με το σκυλολόι.  Γαβγίζει τον ήλιο
για να μη πέσει, πάνω του, η αυλαία.
 
 
 
 
[4]
 
Θά 'θελα να τα είχε φέρει
ώς εδώ, ο άνεμος, αυτά τα φτερά.
Ένας άνεμος γκρίζος κάτω από τη μιμόζα.
Όμως βρίσκονται  εδώ από καιρό, ενέχυρο
μιας παρτίδας πασιέντζας
ανάμεσα στο τρυγόνι και την αλεπού.
 
           
 
 
[5]
 
Το καλοκαίρι του δύο χιλιάδες τρία
όλα ξεράθηκαν σιωπηλά.
Ένα τρομερό γαλάζιο στραμμένο
πάνω μας σαν όπλο ακτινοβόλο
βάραινε τα πόδια στο έδαφος, πιτσίλαγε
με ασβέστη τους τοίχους, έμπαινε, χωρίς
ούτε καν μία σταγόνα βροχής
ακόμα και τις νύχτες
μες στα ορθάνοιχτά μάτια μας.
Απ' τον κορμό της μηλιάς έσταζε μαύρη πίσσα
και τον Φλεβάρη χρειάστηκε να κοπεί ολόκληρη.
Η συκιά σώθηκε τινάζοντας από πάνω της
το ελαφρύ ρούχο των διψασμένων φύλλων
και τον Ιούλιο μαζέψαμε ξερά σύκα
από τη γη, σαν να ήταν Χριστούγεννα.
Η ξηρασία πήρε μαζί της και δυο ροδακινιές
που είχαν σφιχταγκαλιάσει  η μια με την άλλη
εν αγνοία όλων, σε ένα δέντρο για κάψιμο.
 
             
 
 
 
[6]
                                                                      "Την 1η Μαΐου εκείνου του 1789, κατέβηκα στον κήπο την αυγή, να δω 
                                                                        σε ποια κατάσταση βρισκόταν μετά τον τρομερό αυτό χειμώνα όπου το 
                                                                        θερμόμετρο είχε πέσει, 31 Δεκεμβρίου, στους 19 βαθμούς κάτω από  το
                                                            μηδέν".                                                                          
                                                                                                                                                 Bernardin de Saint-Pierre
 
 
Μπαίνοντας στον αγρό έψαχνα
τ' άγρια τριανταφυλλάκια στον φράχτη
τα ζιζάνια τις ίριδες, τις παπαρούνες
και τ' άσπρα γιασεμιά, κι ύστερα
τα λάχανα,  έψαχνα, τις αγκινάρες ανάμεσα στους νάρκισσους,
πάνω στη πληγωμένη πορτοκαλιά τα μυρωδάτα
μπουκέτα των ανθών της.
Στη γη κειτόταν ο μαραμένος κισσός
διάστικτος από νεκρά σαλιγκάρια
ωστόσο, έγραφε ο Bernardin
δεν είχαν όλα αφανιστεί
από την τρομερή δριμύτητα εκείνου του χειμώνα.
Ακόμα, με ύφος ανθισμένο, ο κήπος του
χαιρόταν τις όψιμες, αλλά θαλερές βιολέτες
υποσχέσεις για φράουλες και ηρανθή, για φιντάνια
που θα ψήλωναν πάλι, και ίχνη χυμού στις αχλαδιές.
Πράγματι  τα κλήματα άρχιζαν
μόλις να σκάνε μάτια.
 
           
[7]
 
Ο κήπος έμοιαζε με δωμάτιο
που μια ριπή ανέμου είχε κλείσει
χτυπώντας τη μοναδική του πόρτα.
Η καταστροφή ήταν ολοκληρωτική.
Περπατώντας με κόπο, προσέχοντας
να μη πατήσω τους μπερδεμένους βολβούς
τους σπάνιους κρόκους γυμνούς απ' τη νεροποντή
τους ασφόδελους τόσο ευγενικούς και κοινούς
που κοσμούσαν τη μεγάλη πέτρα
φερμένη στο φως από τον εκσκαφέα
σκέφτηκα ότι όλα άνθιζαν
ανάποδα, καθώς οι ρίζες ψηλαφούσαν στα τυφλά
τη μίζερη πάχνη, τα πέταλα σαπισμένα
κρατημένα  μέσα στη λάσπη
σαν δεμένα σκυλιά.
Η απρόσμενη πλημμύρα του Πάσχα
είχε κατακλύσει όλο το βασίλειο
με την βιαιότητα μιας αίρεσης.
Ίσως ανάμεσα  στις ρωγμές να φύτρωνε πάλι ο χλωμός ευκάλυπτος
τόσο χρήσιμος ενάντια στα έλη. Αλλά τώρα που όλα έχουν οικοδομηθεί
πέτρα στην πέτρα, τι να την κάνουμε αυτή την αχόρταγη  υδραντλία;
 
                        
 
 
 
[8]
 
Τον χειμώνα του δυο χιλιάδες
επτά, πηδήξαμε τον χειμώνα.
Όπως σ' ένα καπρίτσιο του Γκόγια
το φθινόπωρο άρχισε και δεν τέλειωσε
παρά μόνο την άνοιξη, με τις μύγες
που δεν ψόφησαν ποτέ, σ' ένα
κάτοπτρο ανήσυχο και φαρμακερό.
Οι αστοί σχεδόν δεν κατάλαβαν
την προμελετημένη ζέστη
βυθισμένοι στον
φόρτο των καθημερινών
εργασιών τους - μόνο κάποιος
ξυπνούσε φορές φορές τη νύχτα
με το ένα πόδι πιο πρησμένο, με
τα μαλλιά ανάκατα, αν και
τα είχε κόψει πρόσφατα, το επάνω μέρος
της πιζάμας σουρωμένο στη κοιλιά
ή εντελώς γυμνός κάτω απ' το σκέπασμα.
Στην ύπαιθρο κάθε βλαστός υπέφερε
στο λαθεμένο φούσκωμα των προδομένων θαλλών
απ' τον ζεστό ήλιο εκείνων των ημερών
που σκόρπισαν στα λιβάδια ένα
αυθάδικο  γρασίδι άχρωμο.
 
        
 
 
 
[9]
 
Ο Adriaen Adrians, αλλιώς Aris Kindt
απαγχονισμένος για ληστεία, από καιρό τώρα
φαινόμενο και αντικείμενο πρόθυμων
ομοτράπεζων των σπλάχνων, πελιδνή
κούκλα ενώ εξετάζεται από βλέμματα που πέφτουν
επιθετικά στο πτώμα της, ίδια είναι
η κατάληξη του σαρκίου του κλέφτη, του αγίου,
του κρεμασμένου ή του μάρτυρα
η αιδώς δεν έχει ακόμα εκλείψει
περνώντας το κάλυμμα, το ψυχρό, του δέρματος.
Περιπατητικοί του ωραίου που με το πραγματικό
συναθροίζονται σε μιαν υπερβατική αιωνιότητα
υπηρέτες του αληθινά ωφέλιμου για τους ζωντανούς
ο δόκτωρ Τουλπ, ο καθηγητής σας
έχει μόλις σχίσει το μπράτσο. 
Το μάθημα ανατομίας αρχίζει
ακόμα μια φορά μέσα στον αμφιβληστροειδή.
Αιφνιδιασμένοι ξανά από το γεγονός
κρατάμε κι εμείς την ανάσα.
 
             
 
 
 
[10]
                                                                                    για τον G.Caproni
 
Όταν φθάνω
έχει μόλις φύγει
σαν πρόσωπο
ατελώς αγαπημένο
που αφήνει στο δάπεδο, με κόπο
τη βαλίτσα, το ένα πόδι
ακόμα στο σκαλοπάτι του τραίνου
διστακτικό και μέσα στην καρδιά το φως
της θάλασσας, έξω από το παράθυρο
οι σήραγγες άξαφνα χωρίς
κόλπους, γαλάζιες αγκαλιές, όχθες
χαμένες σαν βαριεστημένες κοπέλες.
Όταν φθάνω
εξαφανίζεσαι στο προάστιο των φυλών
ανάμεσα σε ράτσες τριτοκοσμικές, παλλόμενες
σαν να επίκειται η εξαγορά  
και οι μορφές ατέλειωτες στο λιθόστρωτο
που μυρίζει ασβέστη και κατράμι
όταν φθάνω
πόλη των ποιητών που σ' έχουν
δει με το δικό τους μέτρο
χτενισμένη κόντρα στο βουνό
ή κάτω, στο λιμάνι, ανάμεσα στα σκυλόψαρα
που ξενερίζουν απ' την πείνα στο ενυδρείο
ή επάνω, εκεί που φτάνει το τελεφερίκ
- μα πού ήταν η εργατιά της Italsider
όταν η ηρωίδα πόλη ξύπναγε τυλιγμένη
στην αχλή; Τι συμφορά είναι την αυγή
μέσα στα σκόρπια σύννεφα που πέρα σμίγουν πάλι                            
ολόιδια, όπως το θέλει ο Αλλάχ, να ξαναπλάθει
ο κόσμος κάθε μια στιγμή που πεθαίνει...
Όταν φθάνω
έχει περάσει πολύς καιρός, πολύς άνεμος
πάνω απ' τους μόλους, μες από τις απρόσμενες ανατολές
και οι καινούριοι τουρίστες, πλάι πλάι
λαθραία εισαχθέντες, τον χειμώνα
με ρούχα καλοκαιρινά, κολλητά, αυλακωμένη
μελαψάδα , σε τακούνια, αιχμηρά
όταν φθάνω, πληγωμένη
πρωτεύουσα των ερειπίων της Ιταλίας
κόρη οφθαλμού που απ' το γκρίζο ασπρίζει
για να μη μοιάζει με τον εαυτό της
αποκαταστημένη Τζένοβα που με φθείρεις
και λυγισμένη με πονάς στο στήθος. 
       
 
Biancamaria Frabottα
Μετάφραση: Μάρω Παπαδημητρίου & Λητώ Σεϊζάνη