Εκτύπωση του άρθρου

Μεθύστε...με Λαπαθιώτη: μια παράσταση για τους «ευαίσθητους» που «δεν χαμπαριάζουν και πολλά από ποίηση» από τον dj της ποίησης Χρήστο Κανελλόπουλο. (Μια συζήτηση του Χρήστου Κανελλόπουλου και της Μαρίας Τοπάλη για λογαριασμό του poeticanet).

M.T. Εκφράζοντας την εποχή μας, η σύγχρονη ποίηση συνιστά ένα απέραντο παζλ που αντιστοιχεί σε ένα εξίσου απέραντο πλήθος δυνατών αναγνώσεων. Σε τούτη την πανσπερμία αναγνωρίζει πάντως κανείς κυρίαρχα ρεύματα, όπως είναι η στοχαστική ποίηση, η νέα φεμινιστική ποίηση, η «εξωτική» σε σχέση με τον δυτικό κόσμο ποίηση των χωρών που κέρδισαν πιο πρόσφατα την ανεξαρτησία τους, κ.α. Μολονότι η εμπαθής ποίηση των λεγόμενων «καταραμένων ποιητών» δύσκολα θα μπορούσε να συγκαταλεχθεί  στα  κυρίαρχα ρεύματα, είναι βέβαιο ότι οι εξέχοντες «καταραμένοι», όπως ο Μπωντλαίρ ή, στα καθ’ ημάς, ο Καρυωτάκης, ρίχνουν πάντοτε τη σκιά τους ή/και τροφοδοτούν με τους (δηλητηριώδεις) χυμούς τους –κατά πώς το βλέπει ο καθένας- το ποιητικό γίγνεσθαι. Ακόμα κι οι πιο αυστηροί και νηφάλιοι ανάμεσα στους στοχαστικούς ποιητές και ποιήτριες δεν θα αρνούνταν τη γοητεία που ασκεί επάνω τους το enivrez-vous του Μπωντλαιρ: μεθύστε, με κρασί, με ποίηση ή με αρετή, κατά το γούστο σας. Γιατί όσο και αν αλλάζουν οι εποχές και τα ρεύματα, δύσκολα θα βρει κανείς ποιητή –ακόμη κι αν πρόκειται για την «ψυχρή», την «εγκεφαλική» Μάριαν Μουρ, που οι ρίζες του να μην αρδεύονται, έστω στα σκοτεινά τους βάθη, από τη μέθη και το κάλλος, από τη μέθη του κάλλους και πάει λέγοντας... Είναι άραγε χάρη σε αυτή τη διαχρονικότητα των «καταραμένων» που η ζωή και το έργο ενός από αυτούς, του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, περιθωριακού και αποκλίνοντος από κάθε άποψη, ηθικοκοινωνική, πολιτική, σεξουαλική, έδωσε φέτος υλικό για μια πολύ πετυχημένη παράσταση με τίτλο «Καρδιά με Κόκαλα»; Είναι χαρακτηριστικό ότι το σχετικό μουσικο-θεατρικό δρώμενο, που αρχικά είχε προβλεφθεί να ανέβει για μικρό αριθμό παραστάσεων παρατάθηκε εντέλει κατά έναν ολόκληρο μήνα και ήδη συνεχίζεται μέχρι τις 8.8. ενώ θα παίζεται και το φθινόπωρο, από τις 4.9. Συζητήσαμε για όλα αυτά με τον Χρήστο Κανελλόπουλο,  ποιητή και περφόρμερ, γνωστό  ήδη από τη συνεργασία του με τον Σταμάτη Κραουνάκη και τη Σπείρα-Σπείρα αλλά και βραβευμένο από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου σεναριογράφο.      

Χ.Κ. O Λαπαθιώτης είναι κατά τη γνώμη μου πολύ καλός ποιητής. Είναι ίσως ο καλύτερος της γενιάς του. Ο στίχος των τραγουδιών του είναι απλός, προζαριστός θα 'λεγα, χωρίς μεγαλοστομίες και ποιητισμούς. Γίνεται εύκολα κατανοητός και χτυπάει κατευθείαν στην καρδιά. Ταυτόχρονα υπακούει στην εντέλεια στους νόμους του μέτρου και της ομοιοκαταληξίας και διακρίνεται για την πλαστικότητά του. Οι λέξεις του ρέουν γλυκά. Οι ρίμες του είναι συχνά έξυπνες και πρωτότυπες. Το νόημα καθαρό και εν πολλοίς πανανθρώπινο. Αυτή είναι η μεγάλη αρετή των τραγουδιών του Λαπαθιώτη: Συνειδητά περιορισμένος στους κανόνες της παραδοσιακής ποίησης καταφέρνει να μιλήσει τόσο απλά, τόσο ποιητικά, τόσο συγκινητικά, τόσο πλατιά, τόσο καβλωτικά, τόσο καίρια, τόσο ανάλαφρα μερικές φορές, τόσο αντισυμβατικά κάποιες άλλες, για ζητήματα που καίνε τους πάντες. (Μέρα-νύχτα να παίζεις με τις λέξεις / πως πρέπει μεταξύ των να τις πλέξεις / και πως μαζί να σμίξεις κάποιους ήχους / ώστε να κλείσεις τ' όνειρο σε στίχους.) Αυτό κάνει και το κάνει στην εντέλεια: κλείνει το όνειρο σε στίχους. Το ίδιο συμβαίνει και στα πεζοτράγουδα, μόνο που εδώ, βάζοντας στην πάντα τις ρίμες και τα συναφή, επικεντρώνεται σε έναν άγρια ρομαντικό λυρισμό, ο οποίος συχνά τσακίζει κόκκαλα (Βλέπε τραγούδι της Μορφίνας)
 
M.T. Θέλεις να πεις πως ο ομοφυλόφιλος, ναρκομανής και κομμουνιστής Λαπαθιώτης έχει χάρη στην τεχνική του και στα θέματα που επιλέγει την ικανότητα να επικοινωνεί με αυτό που λέμε «τον πολύ κόσμο», σε αντίθεση με τους περισσότερους σύγχρονους αλλά και παλαιότερους ομοτέχνους του;

X.K. Η ποίηση, για να είναι λαϊκή, όχι λαϊκότροπη, για να έχει δηλαδή ουσιαστική απήχηση σε ευρύτερα ακροατήρια, πρέπει να μπορεί να τραγουδηθεί ή τουλάχιστον να απαγγελθεί με ενδιαφέροντα τρόπο. Οι σύγχρονοι ποιητές περιορίζονται κατά τη γνώμη μου στο στενό ορίζοντα του προσωπικού τους σύμπαντος και στην ανάγκη για ακαδημαϊκή πρωτοτυπία. Γι αυτό η ποίηση είναι μία φθίνουσα τέχνη για ολίγους. Κρίμα κρίμα! Δεν είναι αυτός ο προορισμός της ποιήσεως. Ο προορισμός της ποιήσεως είναι να γίνεται παροιμία στα χείλη του λαού. Να γίνεται σκοπός που σιγοσφυρίζουν τα χείλη. Να προκαλεί χαμόγελα. Να προκαλεί αναστεναγμούς. Να ωθεί τον απλό άνθρωπο σε ένα ποιητικότερο τρόπο ζωής. Η ποίηση είναι ανάγκη να μας αφορά όλους. Δεν πρέπει να έχουμε την απαίτηση από τον απλό άνθρωπο να προσεγγίσει την ποίηση. Πρέπει η ίδια η ποίηση να προσεγγίσει τον απλό άνθρωπο, διατηρώντας βέβαια την ποιητική της υπόσταση χωρίς να χάνει την απλότητά της και χωρίς να ξεπέφτει σε λαϊκιστική στιχοπλοκία. Εδώ είναι η μαγκιά. Και ο Λαπαθιώτης αποδεικνύεται μεγάλος μάγκας και γκραντ μετρ σ' αυτόν τον τομέα.

M.T. Ισχύει, φαίνεται, για σένα, αυτό που πίστευε ο Μπωντλαίρ –τουλάχιστον δε και ο Ευγένιος Ο Νηλ, που βάζει το εν λόγω ποιητικό κέλευσμα στα χείλη του ήρωά του στο «Ταξίδι μιας μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα»: ότι πρέπει κανείς να μεθύσει κι ότι η ποίηση είναι διεγερτικό εξίσου ισχυρό με το κρασί και με την αρετή...
 
Χ.Κ. Πάντοτε όταν ένα ποίημα μου κάνει κλικ νιώθω μέσα μου ένα κύμα να φουσκώνει και η ζωή μου φαίνεται – πως να το πω – περισσότερο μαγική. Νιώθω με άλλα λόγια την χάρα του ερευνητή μεταφυσικών φαινομένων που μόλις έχει δει ένα φάντασμα. Νιώθω δυνατός σαν να έχω ανακαλύψει μιά τόσο ολοφάνερη, αλλά κρυμμένη αλήθεια. Και συχνά περπατώ πέρα δώθε δοκιμάζοντας τρόπους απαγγελίας ούτως ώστε να μεταγγίσω τα λόγια μέσα στο αίμα μου, να τα κάνω δικά μου, να τα αιστανθώ με έναν τρόπο σωματικό. Ή κάθομαι στο πιάνο. Έτσι κάνω εγώ. Είναι ίσως υποκειμενικό, αλλά το κάνω μόνο και μόνο επειδή έτσι μ’ αρέσει. Επειδή έτσι φχαριστιέμαι καλύτερα τα ποιήματα. Και έχω με τα χρόνια σχηματίσει την άποψη, την βεβαιότητα θα έλεγα, ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο και οι άλλοι φχαριστιώνται καλύτερα τα ποιήματα και τα καταλαβαίνουν καλύτερα. Ιδίως εκείνοι που είναι ευαίσθητοι αλλά δεν χαμπαριάζουν και πολλά από ποίηση. Η λέξη «ποίηση» έχει φθάσει να τρομάζει τους απλούς ανθρώπους. Είναι πολλοί εκείνοι που θεωρούν την ποίηση δυσνόητο τρόπο έκφρασης και τον ποιητή παράξενο και προστατευόμενο είδος ζωής. Νο. Όχι. Η ποίηση είναι λαϊκή τέχνη. Θραύσματα μόνον από την δουλειά κάποιων σύγχρονων ποιητών μου προκαλούν ανάλογα συναισθήματα.

M.T. Δεν ξέρω αν είναι ο Λαπαθιώτης ή το δικό σου πάθος, που κινεί το έργο, καθώς και η ευρυματική σκηνοθεσία του Σαχίνη, οι άριστες ερμηνείες, η χρησιμοποίηση του ερειπωμένου σπιτιού του Λαπαθιώτη για σκηνικό, η μουσική...
 
Χ.Κ. Ο Λαπαθιώτης έπαιζε πολύ καλό πιάνο. Τα περισσότερα έμμετρα ποιηματά του τα είχε γράψει σαν τραγούδια με τη μουσική τους. Οι παρτιτούρες του χάθηκαν. Δεν έχει σωθεί τίποτα. Σύμφωνα με την μουσικολόγο Σοφία Σπανούδη η οποία μελέτησε το υλικό το 1945, ο Λαπαθιώτης άφησε 154 συνθέσεις (30 ελεγείες, 17 επικήδεια μαρς, 10 ντε προφούντις, 7 τριλογίες, 3 συμφωνικές μικρές σουίτες, 1 πένθιμο εμβατήριο στον θάνατο μικρού πουλιού, 3 πένθιμα μυκηναϊκά εμβατήρια, μερικά θούρια - της δημοκρατίας, του εργάτη, της κόκκινης παντιέρας, αντιπολεμικό κλπ - ταγκό, βαλς, βαρκαρόλες, σερενάτες κ.α.). Η μουσική γράφτηκε με βάση αυτές τις πληροφορίες.
Να πω επίσης πως η απήχηση του Λαπαθιώτη στους σημερινούς νέους οφείλεται κατά τη γνώμη μου και στην αντισυμβατική και επαναστατική χροιά των κοινωνικο - πολιτικών του θέσεων. Σε αυτόν τον επαναστατικό τρόπο που έχει για να προσεγγίζει τα πράγματα. Τέτοιου είδους προσεγγίσεις πάντοτε συγκινούν τη νεολαία και τα ανεξάρτητα πνεύματα. Ακόμα ποιός δεν έχει σιγοτραγουδήσει το "καημός αλήθεια να περνώ" του Ξυδάκη ή παλιότερα το "Ο παλιός μας έρωτας με τα βάσανα του/ ο καλός μας έρωτας ήταν του θανάτου" του Σπανού;

M.T. ...Εσείς όμως δεν κάνατε μια συναυλία με μελοποιημένο Λαπαθιώτη. Κάνατε μια εξόχως πρωτότυπη παράσταση με ένα κείμενο που στηρίζεται στα ποιήματα και στα ιστορικά δεδομένα, χρησιμοποιήσατε δηλαδή υπάρχοντα υλικά και «παίξατε» με αυτά για να φτιάξετε ένα πρωτότυπο έργο στηριγμένο σε πρωτότυπα. Είναι μια προσέγγιση προσφιλής μεν στους μεταμοντέρνους, αλλά κατακριτέα για τους περισσότερο παραδοσιακούς. Χρησιμοποιήσατε ακόμη έναν χορευτή που οι κινήσεις του θυμίζουν έντονα την ιαπωνική τεχνική του μπούτο, και μια γυναίκα στο ρόλο του Λαπαθιώτη! Να μην ξεχάσουμε επίσης ότι το έργο, έτσι όπως είναι δομημένο, σαν lego και όχι σαν παζλ, για να θυμηθούμε τα παιδικά μας χρόνια, παίρνει άλλη μορφή σε κάθε παράσταση, στην εξέλιξη της οποίας συμμετέχουν οι ίδιοι οι θεατές. Κάνατε, μ’ άλλα λόγια, μια εντελώς ανατρεπτική παράσταση με βάση έναν ποιητή που, παρότι «αποκλίνων» ως προσωπικότητα, ως ποιητής υπήρξε, όπως είπατε ήδη, μάλλον παραδοσιακός. Ας μου επιτραπεί να υποστηρίξω ότι δίχως αυτή την εξαιρετικά σύγχρονη διαμεσολάβηση ο Λαπαθιώτης δεν θα είχε γίνει η «καλτ» φιγούρα που έγινε με την επιτυχία των παραστάσεών σας.

Χ.Κ. Νομίζω ότι τελικά ο αγαπημένος μου συγγραφέας είναι ο Μπόρχες. Όπως εκείνος έτσι κι εγώ βρίσκω την έμπνευση μέσα στα βιβλία. Μου αρέσει τρελά να ανακαλύπτω πράγματα άλλων και να τα ξαναγράφω κατά το κέφι μου. Μου αρέσει να ασχολούμαι με ανθρώπους που υπήρξαν και γεγονότα που έγιναν. Η διασκευή και η η παράφραση είναι το φόρτε μου. Είμαι ένας καλλιτέχνης ντι τζέι της ποίησης.