Εκτύπωση του άρθρου

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΤΑΚΗ ΜΕΝΔΡΑΚΟΥ ΣΤΗ ΧΡΥΣΑ ΚΟΝΤΟΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΥ


                                                                                                                                                                             VIDEO1                             

Αξιώθηκα της μακροθυμίας σου
Κύριε
Μούλειψε όμως η οργή σου
Κι ένιωσα τόσο μόνος!
                                      (Τα Τετράστιχα της πικρής βροχής)
 
   Νέα Σμύρνη, φθινοπωρινό απογευματάκι. Στους δρόμους, κόσμος πολύς. Στ’  ανθοπωλεία, πολλά χρυσάνθεμα…η ευωδιά τους με ακολουθεί καθώς μπαίνω στη γειτονική με το ανθοπωλείο πολυκατοικία. Για την ακρίβεια, η ευωδιά αυτή ήταν που με οδήγησε μέχρι εδώ…όπως και ο αριστοκρατικός-με την ουσιαστική σημασία της λέξης- κύριος που με ακολουθούσε ή μάλλον με κατηύθυνε  κοιτώντας με από το μπαλκόνι…δεν τον είχα ξαναδεί και ούτε και αυτός βέβαια…αλλά αισθάνθηκα ότι τον γνώριζα από πάντα…και σε λίγο, μπαίνοντας στο διαμέρισμα του κυρίου Μενδράκου, δεν ήξερα αν αυτό που ευωδίαζε ερχόταν  από το μπουκετάκι που αγόρασα για να του προσφέρω, ή αν ήταν εκείνος που την ανέδυε... ο κ. Μενδράκος, σίγουρα είναι από τους ελάχιστους εναπομείναντες ευγενείς ανθρώπους. Με την ουσία της λέξης: ευγενής, από καλή γενιά. Ποιητής, μεταφραστής (κυρίως αγγλόφωνης λογοτεχνίας), αλλά και δοκιμιογράφος. Τα έργα του, εκτός από τις πάμπολλες μεταφράσεις,  είναι τα δοκίμια Μικρές δοκιμές, Περιπλανήσεις, Εξ ακανθών, και οι ποιητικές συλλογές Τετράστιχα της πικρής βροχής και Τετράστιχα της τρελής ανέμης.
    Μπαίνοντας στο χώρο που γράφει, νοιώθεις ότι εισάγεσαι, -ότι μυείσαι να πω;- σ’ έναν απόλυτα πνευματικό χώρο. ..με χρυσάνθεμα παντού…στ’ ανθοδοχείο, στον αέρα, στα μάτια μας. Καθόμαστε στον καναπέ του καθιστικού και ξεκινάμε:
 
Χ. Κ. - Καλησπέρα κύριε Μενδράκο!
         
Τ. Μ.  - Καλησπέρα Χρύσα!
 
Χ. Κ. - Μιλήστε μου για τη ζωή σας, παρακαλώ…(εδώ οι λέξεις αποκτούν πάλι το βαθύ, πραγματικό τους νόημα. Κάθε λέξη, όταν την προφέρει εκείνος, αλλά και εγώ μέσα στο χώρο του, νοιώθω ότι δεν τη λέω για να ην πω, αλλά για να τη βιώνω, να τη ζω..) Παρακαλώ λοιπόν…
        
Τ. Μ.  - Γεννήθηκα το 1927 στον Πειραιά, από γονείς Λάκωνες. Η μητέρα ήταν αυτό που λένε αρχόντισσα, ο πατέρας ένα λαϊκό παιδί. Ήταν ερωτευμένοι, τη ζήτησε σε γάμο από τους γονείς της, τον απέρριψαν, την παντρεύτηκε, και από το γάμο αυτό γεννήθηκαν τέσσερα παιδιά. Ήμουν το προτελευταίο παιδί…
 
Χ. Κ. - Το τρίτο παιδί…πολύ λογοτεχνικό μου ακούγεται αυτό.
 
Τ. Μ.  Μείναμε στον Πειραιά μέχρι το 1941. Τότε, μια τρομακτική έκρηξη μας έστειλε στην Αθήνα: Τα αεροπλάνα της Λουφτβάφε έπληξαν ένα αγγλικό πλοίο φορτωμένο πυρομαχικά, με αποτέλεσμα οι εκρήξεις να καταστρέψουν αρκετές συνοικίες της πόλης. Έντρομοι οι κάτοικοι με μπόγους στη ράχη και με μωρά στην αγκαλιά ξεχύθηκαν στους δρόμους, αναζητώντας καταφύγιο στην Αθήνα και τα περίχωρά της. Το σπίτι μας δεν έπαθε ζημιές, αλλά η μητέρα, από τον τρόμο της και από τις εικόνες μικρασιατικής καταστροφής που έβλεπε από το μπαλκόνι, έπαθε νευρικό κλονισμό και ζήτησε απεγνωσμένα από τον πατέρα να φύγουμε από τον Πειραιά. Εκείνος την πήρε μαζί με τις δύο αδελφές μου κι εμένα-ο μεγάλος αδελφός ήταν στο αλβανικό μέτωπο- και ξεκινήσαμε για το σπίτι της θείας μου στο Μαρούσι. Στον σταθμό του Νέου Φαλήρου, όπου φθάσαμε οδοιπορώντας, ένα αλαλιασμένο πλήθος ορμούσε στα βαγόνια, τα γέμιζε ασφυκτικά, και, χωρίς εισιτήριο, έφθανε στην Αθήνα. Μέσα σ’ αυτόν τον πανικό αποκόπηκα από τους δικούς μου κι απόμεινα μόνος. Μετά από πολλές περιπέτειες (το περιστατικό αναφέρεται στο πρώτο κείμενο του έργου του «Εξ ακανθών», με τον ελλιοτικό  τίτλο: ο κύριος με το δεκάρικο), έφτασα στον κήπο της θείας μου, όπου, κατατρομαγμένοι οι δικοί μου, με αγκάλιαζαν και με ρωτούσαν πώς είχα φθάσει ως εκεί, ενώ εγώ, γεμάτος καμάρι, τους διηγήθηκα την ιστορία. Στην Αθήνα πλέον, φοίτησα στο 6ο Γυμνάσιο Αρρένων, στου Μακρυγιάννη. Δύσκολα χρόνια. Το 1945 χάθηκε ο πατέρας, εγώ ήμουν φοιτητής στη Νομική και εργαζόμουν παράλληλα, όταν, μια πρυτανική απόφαση με ανάγκασε να σταματήσω τη φοίτηση για να συνεχίσω τη δουλειά. Η επιβίωση βλέπεις…αμείλικτη…όπως  και η πρυτανική απόφαση που ήταν απαγορευτική για φοιτητές που προσπαθούσαν να συνταιριάσουν  και τις δύο ιδιότητες: του φοιτητή και του εργαζόμενου…
 
Χ. Κ. - Φαντάζομαι ότι θα ήσασταν ένας ιδιαίτερα ενεργός  νέος όσον αφορά σε όλο αυτό που συνέβαινε γύρω σας.
 
Τ. Μ. - Βέβαια. Πήρα μέρος στην αντίσταση. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να με συλλάβουν για αντιστασιακή δράση  κατά των Γερμανών. Πήγα τρία χρόνια εξορία. Ικαρία, Μακρόνησο, εκεί μάλιστα έκανα και τη στρατιωτική μου θητεία. Εκεί υπηρέτησα την πατρίδα…μαζί μου ήταν ο Θεοδωράκης, ο Ρίτσος, ο Τίτος Πατρίκιος…
 
Χ. Κ. - Μια κρουαζιέρα στα νησιά λοιπόν…για να κάνουμε και χιούμορ, που είναι και το μόνο που σώζει στα δύσκολα..
 
Τ. Μ. - Ακριβώς. Τι να πω…μετά από πολλά βάσανα  υπέγραψα δήλωση, ξέρεις, συνηθιζόταν τότε, για να σε αφήσουν. Δεν είχα άλλες αντοχές, αλλά δεν ήταν αυτός ο λόγος που το έκανα. Ο λόγος ήταν άλλος. Ήταν αυτό που λέμε η τελευταία σταγόνα που ξεχείλισε-πραγματικά ξεχείλισε όμως – το γεμάτο μου ποτήρι. Τη σκηνή αυτή την περιγράφω και σ’ ένα από τα βιβλία μου, - στο «εξ ακανθών»- συγκεκριμένα, με μνήμες από τα χρόνια εκείνα της κρουαζιέρας που είπες. Είμαστε όλοι μαζί και…(εδώ κάνει μια παύση…προχωρεί, περνά δίπλα από το τραπέζι με τα χρυσάνθεμα, κατευθύνεται στη βιβλιοθήκη και επιστρέφει κρατώντας βιβλία…ανοίγει το ένα από αυτά στη σελίδα 55 ): « μετά από ξυλοδαρμό, οι βασανιστές της Μακρονήσου με  πετούν σε μα άθλια σκηνή: Σ´ αυτή την άθλια σκηνή δεν υπήρχε κανένα αντικείμενο. Μια λάμπα θυέλλης έριχνε το χλωμό, αδύναμο φως της στο χώρο. Όταν συνήθισε το μάτι, ξεχώρισα καμιά δεκαριά ανθρώπινες σκιές καθισμένες στο χωμάτινο δάπεδο, με τη ράχη ακουμπισμένη στα παραπέτα. Δε μιλούσε κανείς, δεν κοιτούσε κανείς και πουθενά, αλλά τα χέρια, τα πόδια και το κεφάλι ταράζονταν από μια μόνιμη τρεμούλα-αργότερα έμαθα ότι οι ψυχίατροι την ονομάζουν τρόμο. Μέσα στην απόλυτη αλλά εφιαλτική ησυχία, κάποια στιγμή όρμησε ένας απ’ αυτούς, αναρριχήθηκε σαν αίλουρος στον ιστό, πέταξε κάτω τη λάμπα και η σκηνή βυθίστηκε στο σκοτάδι. Τότε, σα να δόθηκε σύνθημα, άρχισαν όλοι μαζί να στριγκλίζουν, να πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλο και ν’  αγκαλιάζονται ή να σπρώχνονται σ’  ένα αξιοθρήνητο ανθρώπινο κουβάρι. Όταν οι φρουροί άκουσαν το θόρυβο, μπήκανε με φακούς, άναψαν τη λάμπα, μοίρασαν μερικά χαστούκια, αποκατέστησαν την τάξη κι άκουσα τον εαυτό μου να ψιθυρίζει: θέλω να υπογράψω δήλωση »
 
Χ. Κ. - Νομίζω, αυτά τα λόγια από το Εξ ακανθών είπαν όλα όσα θα θέλατε να πείτε.
 
Τ. Μ. - Ναι, ήταν έτσι, και το θέμα είναι ότι ενώ είχα αντοχή στο σωματικό πόνο, κάποια στιγμή, μετά από αυτή τη σκηνή, σα να έπεσαν μεμιάς όλα τα αντισώματα, σα να βρέθηκα ανοχύρωτος…όπως και να έχει…η ζωή συνεχίστηκε, με μένα να μη μπορώ να βρω δουλειά πουθενά, λόγω των πολιτικών φρονημάτων και της δράσης μου αυτής. Έκανα τα πάντα: πουλούσα τσιγάρα στο δρόμο, έγινα βοηθός λογιστή, βοηθός σε επιχείρηση, λίγο απ’ όλα…ώσπου τελικά, ανέλαβα το Λογιστήριο στον ΠΑΠΥΡΟ.
 
Χ. Κ. - Και εδώ αρχίζουν όλα, νομίζω…
 
Τ. Μ. - Σωστά. Είχα κυκλοφορήσει κάποιες μεταφράσεις, Το Χρονικό του Σαν Μικέλε του Άξελ Μόντε, τον Χτεσινό Κόσμο του Τσβάιχ, το Φωνή και  Αντάρα του Φόκνερ…Τα είδε ο εκδότης, και…μου εμπιστεύεται το δισέλιδο της λογοτεχνίας στα ΕΠΙΚΑΙΡΑ που εξέδιδε τότε, ένα πολύ καλό περιοδικό…και ξαφνιάστηκα… «μα..» λέω. «Δεν κατάλαβες», μου απαντά. «Δε σε ρωτάω, απλώς στο ανακοινώνω.» Και αυτό ήταν η δουλειά μου για τα επόμενα εικοσιπέντε χρόνια…
 
Χ. Κ. - Λογοτεχνία;
 
Τ. Μ. - Ναι, κυρίως μετάφραση. Και βέβαια, η Ποίηση. Από τα εφηβικά μου χρόνια τη λάτρευα, με συνέπαιρνε. Και θα σου πω κάτι πολύ ποιητικό τώρα, σχεδόν ένα θαύμα. Ξέρεις ποιος ήταν τελικά ο κύριος που με βοήθησε στο επεισόδιο που σου διηγήθηκα πριν, μετά την έκρηξη δηλαδή, όταν φύγαμε και εγώ χάθηκα στον συνωστισμό;
 
Χ. Κ. - Ποιος ήταν;
 
Τ. Μ. -  Ε, όταν χάθηκα μέσα στο πλήθος, ανέβηκα σ’ ένα λεωφορείο στην Κάνιγγος, το οποίο μου υπέδειξαν, και μου είπαν ότι από εδώ έφευγαν τα λεωφορεία για τα προάστια (μην ξεχνάς, στο Μαρούσι στη θεία έπρεπε να πάω εγώ). Εδώ λοιπόν δε σπρώχνονταν, δε χειρονομούσαν και δε φώναζαν. Αλλά ανήσυχοι, κάθε φορά που έφτανε ένα καινούργιο λεωφορείο, προχωρούσαν με μικρά βήματα. Μπήκα κι εγώ, όταν διαπίστωσα ότι όλοι έβγαζαν από την τσέπη τους κέρματα για τον εισπράκτορα. Τότε, μη έχοντας πάνω μου τίποτα, στράφηκα στον διπλανό μου κύριο και τον ρώτησα αν χρειάζεται εισιτήριο. Με κοίταζε έκπληκτος από την κορφή ως τα νύχια και με ζεστή φωνή με διαβεβαίωσε πως «φυσικά και ζητούν». Βλέποντας το χαμένο μου ύφος, με ρώτησε τα καθέκαστα…του ομολόγησα ότι δεν είχα να πληρώσω. Με καθησύχασε με πατρική τρυφερότητα, έβγαλε από το τσεπάκι του γιλέκου του ένα δεκάρικο και μου το έδωσε. Όταν του ζήτησα να μου πει τ’  όνομά του και πώς θα μπορούσε να του το επιστρέψει ο πατέρας μου, με διαβεβαίωσε ότι θα τακτοποιήσει το θέμα ο ίδιος και μπήκαμε στο λεωφορείο. Όση ώρα ταξιδεύαμε, , φρόντιζε με το χαμόγελό του να μου τονώνει το ηθικό κι εγώ περιεργαζόμουν διακριτικά τον ηλικιωμένο αυτόν άντρα, τον σχεδόν συνομήλικο με τον πατέρα μου, αλλά πολύ πιο περιποιημένο από εκείνον. Φορούσε γκρίζο κοστούμι, γιλέκο, ωραία γραβάτα, μαντήλι που μόλις πρόβαλε από τη μικρή του τσέπη και…μονόκλ στο αριστερό του μάτι, κάτι που έβλεπα για πρώτη φορά από κοντά.  Κάποια στιγμή σηκώθηκε, μου χάιδεψε το κεφάλι και κατέβηκε. Μετά έφτασα στης θείας μου, όπως σου είπα, και άρχισε η καινούργια ζωή στου Μακρυγιάννη, όπου μείναμε με τους γονείς μου. Πέρασαν δυο χρόνια από τότε. Έφηβος πια, είχα αρχίσει να διαβάζω λογοτεχνία και, μαζί με τους φιλολογούντες φίλους μου, τρέχαμε στις κηδείες των συγγραφέων, για να βλέπουμε από κοντά τα ινδάλματά μας. Έτσι, τον Γενάρη του ’43, μάθαμε ότι πέθανε ο Μαλακάσης και πήγαμε στο Α´ Νεκροταφείο για ν’ αποχαιρετήσουμε τον ποιητή του «Μπαταριά». Μετά την τελετή συνοδεύσαμε τον ποιητή στο οικογενειακό τάφο του πεθερού του Δεληγιώργη κι εκεί, όταν ξεσκέπασαν το φέρετρο, τον είδα. Ήταν αυτός, ο κύρος με το δεκάρικο, ο κύριος που με βοήθησε όταν χάθηκα…σχεδόν με απόγνωση, μόλις που πρόλαβα να κόψω ένα κλαδάκι από το διπλανό θάμνο και να του το πετάξω  μαζί με το λυγμό μου…
 
Χ. Κ. - …
 
Τ. Μ. - Η Ποίηση, ο Ποιητής που με βοήθησε…Ε, πολύ πολύ αργότερα, πριν μόλις λίγα χρόνια, κάποια στιγμή «πήγα» κάποια μου ποιήματα στην Αγρα, άρεσαν στον εκδότη και τα δημοσίευσε. Αυτά. Τόσο απλά.
           
 (Μιλάμε για τη Μουσική)
 
Τ. Μ. – Η Μουσική, όπως και η Ποίηση, είναι η καταφυγή μου. Ακούω από Μπαχ μέχρι Τσιτσάνη κάνοντας τη διάκριση μόνο ανάμεσα στην καλή και την κακή μουσική
 
Χ. Κ. – Και είναι όντως μία η Μουσική.. θυμάμαι που τις προάλλες μου έλεγε η μητέρα μου για μια συνάντηση με την Παξινού. Η μητέρα μου, νέα καθηγήτρια τότε, δεκαετία του 60, και συνέφαγαν σ’ ένα εστιατόριο της Λειβαδιάς. Ένας συνάδελφος της μητέρας μου, ρώτησε την ηθοποιό τη γνώμη της για το λεγόμενο χριστιανικό θέατρο. Και η Παξινού, γυρίζει και του λέει-με τη χαρακτηριστική στεντόρεια φωνή της- «Δεν υπάρχει χριστιανικό θέατρο· ένα είναι το θέατρο παιδί μου. Ένα.» Η τέχνη είναι μία τελικά…
 
Τ. Μ. - Ναι, μην ξεχνάς Χρύσα, ότι και όταν ο Ροντέν έκανε την Πύλη της Κόλασης, τον Δάντη είχε στο νου του
 
Χ. Κ. - ……
 
Τ. Μ. - Μ’ αρέσει το μυστήριο της ποίησης του Αγίου Ιωάννη του Σταυρού και της Αγίας Τερέζα της Άβιλας. Δεν είναι μόνον άγιοι, είναι και ποιητές…
 
(στο σημείο αυτό  του λέω πόσο αγάπησα κι εγώ τον Άγιο Ιωάννη του Σταυρού, άγιο των Καθολικών, όταν -πριν λίγα χρόνια-κάνοντας την εργασία για την απόκτηση του master’ s στα Βυζαντινά, στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, ένοιωσα να θέλγομαι από αυτόν τον μυστικιστή άγιο, καθώς και από το έργο του «Η σκοτεινή νύχτα της Ψυχής». Στα πλαίσια μιας συγκριτικής εργασίας που έκανα  με τους ησυχαστές, τους μυστικιστές του Βυζαντίου δηλαδή, έμαθα αυτόν τον άγιο-ποιητή…συγκινούμαι πάντα όταν ανακαλύπτω κοινά στοιχεία με ανθρώπους που θαυμάζω και εκτιμώ…)
 
Χ. Κ. - Και τώρα τι ετοιμάζετε;
 
Τ. Μ. – Μόλις κυκλοφόρησε ένα καινούργιο βιβλίο σε δική μου μετάφραση. Ο τίτλος είναι «Θηρία χωρίς πατρίδα» και πρόκειται για την αφήγηση ενός παιδιού από τη Νιγηρία, το οποίο χάνει την αθωότητά του στη διάρκεια του Εμφυλίου της Νιγηρίας…καταλαβαίνεις, έχει πολλές τοπικές νιγηριανές λέξεις, και αυτό δυσκόλευσε τα πράγματα Σκέφτηκα να πάω στην πρεσβεία της Νιγηρίας για να μου τα εξηγήσουν, μετά όμως σκέφτηκα ότι ίσως τα παραποιούσαν...ίσως να μου έδιναν εντελώς άλλες εξηγήσεις από τις πραγματικές. Στάθηκα όμως τυχερός, γιατί  σκέφτηκα να πλησιάσω κάποιον από τους πολλούς νιγηριανούς που ζουν στην Αθήνα και συνήθως πουλούν πειρατικά CD. Βρήκαν κάποιον νεαρό άνδρα, πολύ καλό και ευγενικό και μου εξήγησε. «Είστε τυχερός», μου είπε. «Στη χώρα μου υπάρχουν πάρα πολλές διάλεκτοι, και δεν είναι καθόλου εύκολο να καταλάβουμε μια διάλεκτο διαφορετική από τη δική μας. Ευτυχώς, η διάλεκτος του βιβλίου είναι αυτή που μιλώ εγώ…»
 
Χ. Κ. - Φαντάζομαι ότι θα είναι κάτι πολύ ενδιαφέρον.
 
Τ. Μ. - Σωστά φαντάζεσαι, τα ίδιο φαντάζομαι κι εγώ.
 
X.K. Κι αφού αναφερθήκαμε στην ιδιότητά σας ως μεταφραστή και στο έργο σας που θα κυκλοφορήσει σύντομα, μιλήστε μου λίγο πιο ειδικά για τη μεταφραστική σας δουλειά. Ποια είναι η άποψή σας για τη μετάφραση της ποίησης και για τον τρόπο που θα πρέπει να αποδίδεται στη γλώσσα υποδοχής;

T.M. Το θέμα είναι πολυσυζητημένο και υπάρχουν αντιφατικές απόψεις. Η μετάφραση είναι μια προδοσία δεδομένη και πιστεύω ότι η μεταφορά ενός ξένου κειμένου στη γλώσσα υποδοχής του δημιουργεί ένα νέο βιβλίο. Η προσπάθεια του μεταφραστή είναι να διατηρήσει το κλίμα και την ατμόσφαιρα που θέλει να δημιουργήσει ο συγγραφέας. Δεν είναι δυνατή η επί λέξει μετάφραση - ιδιαίτερα της ποίησης -. Μια νέα ποιήτρια με ρώτησε κάποτε πως μεταφράζω ένα ποίημα. Της απάντησα ότι αφού διαβάσω το ποίημα τριάντα - σαράντα φορές, αφήνω τον εαυτό μου να πέσει όπως ένα φύλο χαρτί που πέφτει αργά στο πάτωμα και τότε εμφανίζεται, για παράδειγμα, ο τρίτος στίχος σε ελληνική απόδοση- όχι μετάφραση- . Συνεχίζεται η ανάγνωση και εμφανίζεται ο έβδομος  στίχος και σιγά, σιγά, συμπληρώνεται το πάζλ. Είναι αλήθεια ότι για μένα η μετάφραση ήταν όχι μόνο θέμα πάθους αλλά και ενός ονείρου που αγωνιζόμουν μια ζωή ολόκληρη να προσεγγίσω. Αν τα κατάφερα ή όχι είμαι ο τελευταίος που μπορώ να το κρίνω.

X.K.  Υπήρξαν προσωπικές σας επιλογές τα βιβλία που μεταφράσατε;

T.M. Όλα τα πεζά κείμενα ήταν μόνο παραγγελίες εκδοτών. Μόνο οι μεταφράσεις ποιημάτων ήταν δική μου επιλογή κι’ αυτό εξ αιτίας μιας εσωτερικής ανάγκης να διδαχθώ σχετικά με το πώς  μπορεί να γραφτεί ένα ποίημα.

X.K. Τί σας παρακίνησε να μεταφράσετε Πάουντ και ειδικότερα τα έργα του ΚΑΤΑΗ  και Lustra;

T.
M. Η ώθηση δόθηκε όταν διάβασα μια πρώτη μετάφραση της ΚΑΤΑΗ από τον Λορεντζάτο, η οποία, ενώ θα μπορούσε να είναι τέλεια, χρησιμοποιούσε μιαν αδρή δημοτική, που, κατά την ταπεινή μου γνώμη, δεν μπορούσε να καλύψει το εύθραυστο των ποιημάτων του Πάουντ.  Όμως, με τον τρόπο αυτό,  η μετάφρασή του αποτέλεσε την αφετηρία και το ερέθισμα να κάνω εγώ μιαν άλλη πρόταση με μια καινούργια προσπάθεια.

X.K.  Συμβουλευτήκατε άλλες μεταφράσεις και γενικά συμβουλεύεστε άλλες μεταφράσεις:

T.
M. Συμβουλεύομαι άλλες μεταφράσεις αλλά πάντα εκ των υστέρων, αφού δηλαδή έχω διατυπώσει τη δική μου πρόταση. Έχω ανάγκη για μια επαλήθευση, έχω ανησυχία μήπως έχω κάνει κάποιες παρανοήσεις. Για τον λόγο αυτό πάντα τις συμβουλεύομαι.

X.K.  Ποια είναι η άποψή σας για το σημερινό επίπεδο της μετάφρασης στα ελληνικά;

T.
M. Νομίζω ότι ύστερα από τις μεγάλες μεταφράσεις του Κοσμά Πολίτη ή τη μετάφραση της Ωδής του Πετράρχη από τον Σολωμό υπάρχουν και σήμερα εξαιρετικές μεταφράσεις και σημαντικοί μεταφραστές. Αναφέρω σαν παράδειγμα  τη μετάφραση των έργων του Μπόρχες ή τις μεταφράσεις της Κατερίνας Αγγελάκη - Ρουκ. Είναι βέβαια πολλοί ακόμα, τους οποίους δε μπορώ να αναφέρω, γιατί όλο και κάποιον θα αδικήσω λησμονώντας τον. Ναι,  πιστεύω ότι υπάρχουν και σήμερα  καλοί μεταφραστές.

X.K. Σε ποιο επίπεδο επηρέασαν τα ποιήματά σας οι μεταφράσεις σας¨

T.
M. Αναμφισβήτητα η μετάφραση επηρέασε τα ποιήματά μου και δεν προσπαθώ μέσα στα τετράστιχα μου να το κρύψω, αντίθετα  αφήνω να διαφανεί όχι μόνον η επίδραση του Πάουντ αλλά και άλλων, ελλήνων ποιητών. Γενικά πάντως, είναι φανερή η επίδραση των  χαϊκού, των ελληνικών επιγραμμάτων, του Καβάφη  αλλά κυρίως του Πάουντ

X.K. Πώς και δεν εκδώσατε ποιήματά σας νωρίτερα;

T.
M. Από νεαρός είχα το μεγάλο όνειρο να γράψω ποίηση. Έγραφα λοιπόν… ποιήματά μου δημοσιεύτηκαν σε διάφορα περιοδικά της εποχής από την Επιθεώρηση Τέχνης μέχρι και τα πιο σύγχρονα περιοδικά. Κάποια στιγμή σκέφτηκα να τα συγκεντρώσω και να τα εκδώσω. Παράλληλα όμως είχε αναπτυχθεί η κριτική μου συνείδηση και διαπίστωσα ότι τα ποιήματα που προόριζα για την ποιητική μου συλλογή ήταν πράγματα που είχαν ειπωθεί καλύτερα από άλλους ποιητές. Έτσι πήρα μια γαλάζια κορδέλα,  τα έδεσα και τώρα βρίσκονται στον πάτο κάποιας βιβλιοθήκης μου. Πριν έξι χρόνια ξαναγύρισα σ’ αυτή την προσπάθεια επιλέγοντας τη μικρή φόρμα ποιήματος σαν ένα πειραματισμό πύκνωσης μιας ποιητικής ιδέας. Με δισταγμό τα πήγα στις εκδόσεις Άγρα. Ο Πετσόπουλος είχε την καλοσύνη να τ’ αγκαλιάσει με αγάπη και έτσι σε μεγάλη ηλικία μπήκα σ’ αυτό το χώρο ελπίζοντας ότι κάτι είχα καταφέρει.

X.K. Ποια είναι η άποψή σας για την κριτική στην Ελλάδα: Πιστεύετε ότι η κριτική ευρίσκεται στο επίπεδο των προσδοκιών μας;  Σε τι ποσοστό η κριτική εξυπηρετεί σκοπιμότητες ή φιλίες .

T.
M. Κατ’ αρχήν θα πρέπει να πω ότι υπήρξα κριτικός για εικοσιπέντε χρόνια. Εδώ και τέσσερα-πέντε χρόνια σταμάτησα πλέον. Ξεκίνησα με την πίστη ότι η κριτική είναι υψηλό λειτούργημα γιατί παίζει μεσολαβητικό ρόλο ανάμεσα στον συγγραφέα και τον αναγνώστη. Η κριτική βοηθά τον αναγνώστη να επισημάνει σημαντικά σημεία του κειμένου που διαφορετικά ίσως να του διέφευγαν. Υπήρξαν μεγάλα ονόματα στην κριτική, με έργο εξαιρετικά σημαντικό… μόνο που από κάποιο σημείο και μετά άρχισαν να επεμβαίνουν οι εκδότες και να ρυθμίζουν την κριτική σκέψη ανάλογα με το εμπορικό τους συμφέρον, αφού πλέον και το βιβλίο έγινε - ως γνωστό - εμπορεύσιμο είδος. Άσχημο ρόλο έπαιξαν επίσης οι προσωπικές σχέσεις. Έχω χάσει φίλους παρόλο ότι δεν μπορώ να θυμηθώ καμία κριτική μου με ιδιαίτερη οξύτητα· αλλά και η παραμικρή ένστασή μου δημιουργούσε δυσαρέσκειες. Έπειτα άρχισα να κουράζομαι από την πληθώρα των βιβλίων που αναγκαζόμουν να διαβάζω, πολλά από τα οποία δεν είχαν καμία ποιότητα. Έτσι, κάποια στιγμή αισθάνθηκα αφόρητη κούραση και αποφάσισα να σταματήσω.

X.K. Ήσασταν μέλος της επιτροπής κρατικών βραβείων. Ποια είναι άποψή σας για τον θεσμό αυτόν. Έχει λόγο ύπαρξης;  Επιτελεί τον στόχο του;

T.
M. Αναμφισβήτητα έχει λόγο ύπαρξης. Είναι μια στήριξη του κράτους στους συγγραφείς. Ωστόσο οι επιτροπές θα πρέπει να συγκροτούνται με περίσκεψη  και τα μέλη τους να αγνοούν τις προσωπικές τους σχέσεις. Εγώ έκανα δυόμισι θητείες στην Επιτροπή Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας (Η θητεία είναι διετής). Λέω δυόμισι διότι στο μέσον της τρίτης θητείας μου και έντεκα ημέρες προτού συγκληθεί η Επιτροπή, άκουσα τα αποτελέσματα και έμεινα ενεώς. Θεώρησα υποχρέωση προς τον εαυτό μου να αποχωρήσω.

X.K. Είστε μέλος της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ. Σήμερα - και μάλιστα μετά τις τελευταίες εκλογές -  έχει δημιουργηθεί πολύς θόρυβος εντός των κόλπων της. Ποια είναι η άποψή σας.

T.
M. Υπήρξα ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Εταιρείας. Το σκεπτικό τότε ήταν να κρατηθεί η εταιρεία μακριά από πολιτικές επιρροές και να συμπεριλάβει στους κόλπους της συγγραφείς όλων των πολιτικών ρευμάτων,  υπό τον όρο ότι δεν θα προσπαθούσαν να επιβάλουν τις πολιτικές  απόψεις τους. Υπήρξαν μεγάλα ονόματα στη θέση του Προέδρου και των μελών των εκάστοτε Δ.Σ.  Η Εταιρεία έκανε αξιόλογο έργο ως τη στιγμή που άρχισαν να παρεισφρύουν στη λειτουργία της και να δημιουργούν προβλήματα οι προσωπικές φιλοδοξίες. Εύχομαι να ξεπεραστούν τα προβλήματα αυτά διότι η Εταιρεία είναι η σοβαρότερη στη χώρα. Στο παρελθόν  είχα προτείνει να συνεργάζονται οι τρεις μεγάλες Εταιρείες της Ελλάδας σε ένα ελάχιστο πρόγραμμα προώθησης των θεμάτων που αφορούν όλους τους Συγγραφείς, αλλά δυστυχώς η πρόταση μου δεν έγινε δεκτή και δεν υπάρχει τώρα λόγος να αναφέρω τις αιτίες.  
 
(μετά μιλάμε πιο προσωπικά. Για τη σύντροφό του επί δεκαετίες, που δυστυχώς την έχασε πριν τέσσερα χρόνια, για τις εγγονές του με τις οποίες  είναι φίλοι, κάτι που με χαροποιεί ιδιαίτερα, μια και δεν πιστεύω στη δικτατορία του αίματος, στις συγγένειες που μας κληροδοτούνται δίχως καμία αισθητική ή πνευματική διάκριση. Σημασία έχουν οι εκλεκτικές συγγένειες, που μόνον η φιλία, η τέχνη και οι παρακάτω δικοί του στίχοι από την Πικρή Βροχή  μπορούν να δημιουργήσουν:
                                                                              Είπες
                                                                          πώς η χαρά είναι βελούδινη
                                                                 τότε
                                                                πώς γέμισαν τα χέρια μας αγκάθια!
                                        
Μου χαρίζει τα βιβλία του με μια καταπληκτική αφιέρωση: «Στη Χρύσα, τη νέα μου φίλη» Σηκώνομαι χαρούμενη, είμαι σίγουρη ότι θα ξανάρθω. Μου σφίγγει το χέρι σε  μιαν ειλικρινή χειραψία -όλα εδώ γίνονται κατ’ ουσίαν, όπως είπα πριν.  Και με παίρνουν πάλι τα χρυσάνθεμα… 
 
                                                                         χρυσάνθεμα του φθινοπώρου
                                                                         της Άνοιξης αμυγδαλιές
                                                                         ποτέ σας μην ειρωνευτείτε
                                                                         το Χειμώνα.
 
Με την πρώτη ματιά, διαλεγμένοι στίχοι από την Πικρή Βροχή, από το βιβλίο που μου χάρισε…
 
                                                                        Ήχος σεπτός Εσπερινού
                                                                      Επιταφίου λεπτό μύρο
                                                                     Κανένα ηλιόλουστο πρωινό
                                                                     Δε μπόρεσε να σας νικήσει.
 
Ένοιωσα να με παίρνουν  οι βιολέτες…μου ανοίγει την πόρτα και βγαίνω. Τώρα ο δρόμος, ο προηγούμενος κοινός δρόμος με τον κόσμο να πηγαινοέρχεται, ήταν ένας άλλος δρόμος, ένας δρόμος ευγενικός, απέραντα ευγενικός, όπως έλεγε ο Μάνος Χατζιδάκις, μια Οδός Ονείρων…ένα ευγενές τοπίο, ούτε μήνα από τότε που οι φωτιές…
 
                                                                                    -Τι έγιναν τα κυπαρίσσια;
                                                                                    -Τά ´κοψαν
                                                                                   γιατί το τοπίο
                                                                                  βρήκε άλλους τρόπους να πενθεί.
 
Σεμνά, όπως ταιριάζει στον κύριο Μενδράκο, βάλθηκα να βάζω μια ουρίτσα στο όμικρον της λέξης «κόψαν» στο προηγούμενο τετράστιχο,  και, βράδυ πια,  πήρα  τον δρόμο της επιστροφής…
 
Για το ηλεκτρονικό περιοδικό POETICANET
Χρύσα Κοντογεωργοπούλου