Εκτύπωση του άρθρου

 

 

“Αγάπησα κι αμάρτησα και θ' αμαρτήσω
αλλά στην ώρα ετούτη του χαμού
δώσε στα λόγια μου γαλήνη τ' ουρανού”
                                               (Δεηθώμεν, Θέριστρον) 

  Ένα σύγχρονο συναξάρι. Έτσι θα χαρακτήριζα το έργο του Δημήτρη Κοσμόπουλου... Ανάστασις Αντρέι Ταρκόφσκι, Κρούσμα, Κρυπτόλεξο, Κατόπιν Εορτής, για να θυμηθώ μερικούς μόνον από τους τίτλους ενός μείζονος συνθετικού έργου, του οποίου το πρόσφατο Θέριστρον φαντάζει ως οργανική απόληξη και στο οποίο συναντώνται θαυμαστά άγιοι και ποιητές της παράδοσής μας, με τρόπο μάλιστα που οι δύο ιδιότητες να μοιάζουν ταυτόσημες έτσι όπως τις ενώνει ο πόνος, η προσφορά και η θυσία, στην τέχνη αλλά και τη ζωή, κι έτσι όπως αντανακλώνται η μια στην άλλη  συστεγαζόμενες στην παραδοσιακά μοντέρνα ποίηση του Δημήτρη Κοσμόπουλου με την εκφραστική δυναμική που αντλεί από όλο το     γλωσσικό φάσμα αλλά και από τον ελεύθερο στίχο ώς τις ποικίλες όψεις της εμμετρότητας...

__ Δημήτρη, στην τελευταία σου συλλογή, όπως άλλωστε σε όλο   σου το έργο, συνομιλείς κριτικά με την παράδοση τόσο σε επίπεδο θεματολογικό όσο και μορφολογικό. Μπαίνω λοιπόν στον πειρασμό να σε ρωτήσω: ποια η σχέση σου με τη νεοφορμαλιστική, λεγόμενη, κίνηση;

 Αγαπητή Σάρα, χαίρομαι και για την συζήτηση που κάνουμε, αλλά και για την διαπίστωση του ερωτήματός σου. Βεβαίως, σε μια συγκυρία συγχύσεων και αντιστροφής των σημασιών, θα πρέπει να επισκεφθούμε ξανά τα ονόματα, για να μπορέσουμε να ακριβολογήσουμε και να ορίσουμε όσο είναι δυνατόν τα πράγματα. Επειδή τα νοήματα αποξηραίνονται από την παράχρηση των όρων και των λέξεων, αλλά και από την αντιστροφή των σημασιών. Κατά τούτο, δεν με ενδιαφέρει καμμία παράδοση ως παρελθοντολαγνεία ή ως ιδρυματική αντίληψη μουσειακών χώρων. Με την αξεπέραστη ευθυβολία του, άλλωστε, ο Παναγιώτης Κονδύλης μάς θύμισε ότι η ίδρυση ενός μουσείου είναι η καταστατική πράξη ενταφιασμού ενός πολιτισμού. Η παράδοση, πρώτ’ απ’ όλα στο πεδίο της αναζήτησης νοήματος και της μελέτης των εμπειρικών πνευματικών κατασταλαγμάτων, με σφραγίζει, όπως εκόντες άκοντες όλους μας, διότι είναι κάτι ζωντανό από το οποίο μπορούμε να αντλήσουμε δροσερό νερό στο άνυδρο εικονικό σήμερα. Στην ερώτησή σου, όμως, τίθεται μια διαφοροποίηση μεταξύ θεματολογίας και μορφολογίας. Η διαφοροποίηση αυτή είναι απαραίτητη, όταν αποπειρώμεθα να χαράξουμε τα όρια -όσο είναι δυνατό με τα λόγια- μέσα στα οποία κινείται η σχέση μας με τα πνευματικά καταπιστεύματα της παραδομένης εμπειρίας. Κρύβει, ωστόσο, κινδύνους, προκειμένου για το ποιητικό αποτέλεσμα. Για να γίνω σαφέστερος, δεν πρέπει ποτέ να λησμονούμε ότι η ποίηση είναι μορφή. Οργανική μορφή και κατορθωμένο αποτέλεσμα μιάς «διάφορης» αλχημείας των λέξεων, στην οποία οι λέξεις και τα πράγματα συναιρούνται στον έσχατο δυνατό συγκινησιακό βαθμό. Είναι εξαιρετικά εύστοχη η κριτική τοποθέτηση του ποιητή Τέλλου Άγρα: «Μορφή είναι η εφαρμοσμένη ηθική του καλλιτέχνου». Στην ποίηση δεν έχει σημασία το «τί» θα πεις, έλεγε ο Ρίτσος, αλλά το «πώς» θα το πεις. Στο πλαίσιο αυτό, οφείλω να τονίσω ακόμη μια φορά ότι προσλαμβάνω την λυρική παράδοση, ειδικώς στην ελληνική γλώσσα και την πολυμέτωπη διαχρονία της, ως ενιαίο γεγονός, ως ποιητικό κατόρθωμα το οποίο, παρά τις τομές, τις αναιρέσεις και τις ανανεώσεις –ή μάλλον ακριβώς εξαιτίας αυτών-, μάς καλεί ως το ωριμότερο στοιχείο εκφραστικής του συλλογικού και προσωπικού μας βίου να συνομιλήσουμε μαζί του, να το σπουδάσουμε και να αντλήσουμε στοιχεία από αυτό που θα ξεκλειδώνουν το τέλμα της σημερινής έκφρασης. Μια συστηματική λογική Επιμηθέων τα τελευταία τουλάχιστον σαράντα χρόνια απέκοψε την σύγχρονη ποιητική γραφή από την καθολικότητα των λυρικών συμφραζομένων. Το αποτέλεσμα υπήρξε πικρό. Για όσους δεν κάνουν συμβάσεις με την ατελεσφορία της τρέχουσας ποιηματογραφίας, η στρεβλή και παρωχημένη αντίληψη που ταυτίζει τις μοντερνιστικές κατακτήσεις με την ρηχή ελευθεριότητα της μεταμοντέρνας -«σάρμα και εικῇ κεχυμένης»- ασυδοσίας, έχει εκμετρήσει το ζην. Το τραγικό είναι πως, με αφάνταστη φαιδρότητα, αυτή η ασυδοσία θεωρείται πρωτοπορία. Απέναντι σ’ αυτό αναπτύσσεται με καθαρά αμυντικά χαρακτηριστικά –λογικώς ερμηνευόμενα- μια στείρα αναπαραγωγή, με ρετρό και μιμητικά στοιχεία, των παλαιών έμμετρων μορφών. Και επειδή πολλοί θεωρητικολογούν –ως είθισται στην χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας- με μένος αντιστρόφως ανάλογο της ποιητικής τους παραγωγής, «τσουβαλιάζουν» -κατά την εύστοχη τοποθέτηση του Θεοδόση Βολκώφ- κάθε συνομιλία με τις έμμετρες μορφές στην επικράτεια του «νεοφορμαλισμού». Σε ό,τι με αφορά, υπό την οπτική που προσπάθησα να περιγράψω, της αντίληψης δηλαδή του ποιητικού γεγονότος ως ενότητας, δεν με απασχολεί ούτε ο κορεσμένος αναμηρυκασμός θολών, τάχα πρωτοποριακών κοινοτοπιών, ούτε η στείρα μίμηση έμμετρων μορφών. Άλλωστε, η συνομιλία με τις έμμετρες μορφές κατακυρώθηκε από τους σημαντικότερους εκφραστές του μοντερνισμού (Σεφέρης, Ρίτσος, Ελύτης, Παπατσώνης, Εγγονόπουλος, Εμπειρίκος, Καρούζος, Παπαδίτσας κ.ά.). Δεν διεκόπη ποτέ. Όποιος διαβάζει αληθινά την ελληνική ποιητική παράδοση (όπως, βεβαίως, και τις ποιητικές παραδόσεις των μεγάλων γλωσσών και γραμματειών), εύκολα αντιλαμβάνεται ότι η ταξινόμηση συλλήβδην κάθε απόπειρας σύγκρασης του «ελευθερόστιχου» με το έμμετρο -με σκοπό ην παραγωγή νέων σπινθήρων ποιητικής φλόγας- στο οπλοστάσιο του νεοφορμαλισμού είναι ακόμη μία αμήχανη και φοβισμένη παρακριτική σπασμωδικότητα. Νεοφορμαλισμός για μένα είναι και οι δυο πόλοι: και ο πολτός της ασυδοσίας και η άγονη προσήλωση στην αναπαλαίωση.

__ Ένα γόνιμο στοιχείο αυτής της τάσης σου συνίσταται, ειδικά στο “Θέριστρον”, στην συνομιλία του παλαιού με το καινούριο, στον σύγχρονο τρόπο ζωής και την τεχνολογία ιδωμένα μέσα από έναν  δεκαπεντασύλλαβο λόγου χάρη, όπου στο “Δημοτικό” διαβάζουμε  “Ο θάνατος πυροβολεί από οθόνες τσέπης / κι εμείς αποθηκεύουμε κι άλλες ακόμη selfies” ...

Μα δεν είναι αυτονόητο; Εν αναφορά προς όσα σου είπα, αγαπητή Σάρα, θα μπορούσα να μην είμαι μέσα στην ιδιοτυπία –την αλλόκοτη και πρωτόγνωρη ιδιοτυπία- της εποχής μας; Εκείνο που μας χρειάζεται κατεπειγόντως είναι η ποιητική βούληση και η άοκνη εργασία. Θέλω να πω ότι, αντί να παγιδευόμαστε στην «μητρομανία» των θεωρητικών κατηγορημάτων, πάνυ ωφέλιμον θα ήταν να εργαζόμαστε, όπως διαχρονικά η εγρήγορση της ποιητικής συνείδησης το απαιτεί: με προσήλωση αφανή, με αίσθηση δέους απέναντι στο βάθος της γλώσσας μας και στα ποιητικά της κατορθώματα. Όχι, βεβαίως, υπό το κράτος της εικονικής και διαδικτυακής παράκρουσης, που μετατρέπει το ποιητικό τοπίο σε απέραντο τηλεοπτικό πρωινάδικο καννιβάλων με σκοπό την κατακύρωση του πενταλέπτου προσωπικής προβολής. Όσο κι αν αυτό στεναχωρεί κάποιους, μπορεί κάλλιστα ο δεκαπεντασύλλαβος, ο ίαμβος, ο ανάπαιστος και ο τροχαίος να μιλήσουν με τα υλικά της σύγχρονης ζωής και να προσλάβουν την –ενίοτε και σαρκοβόρα- τεχνολογική συνθήκη.

__ Το έργο σου παρουσιάζει μιαν ενότητα, ομοιάζοντας με μια ποιητική σύνθεση εν προόδω. Τι σημαίνει αυτή η προτίμησή σου για την σύνθεση, για την ποιητική σου εν γένει;

Ξεκινάει κανείς όπως μπορεί, όπως έλεγε ο Έλιοτ, για την επίθεση στο άναρθρο με την φτενή αρματωσιά των λέξεων. Το ένα έργο γεννάει το άλλο. Γενεσιουργός αιτία είναι  αυτή η απροσδιόριστη αίσθηση του ρυθμού, για την οποία μιλούσε ο Παλαμάς και η οποία σε κατακλύζει ως δωρεά άνωθεν με οποιαδήποτε αφορμή, ζητώντας να μεταμορφώσει τον κόσμο σε μουσική κατάσταση. Δεν μπορεί κανείς να αφαιρέσει την ρυθμική αγωγή και τον μετρικό διασκελισμό από τον ποιητικό λόγο που, πάλι κατά τον περινούστατο Παλαμά, είναι «ο λόγος που πάει να γίνει μουσική». Σήμερα, επικρατεί η πρωθύστερη και ενδεής στην ουσία της «άνεση», να εξοβελίζονται οι παράμετροι της μουσικότητας, της προφορικότητας και της καθαρότητας, γιατί μια άρριζη νοοτροπία επιτάσσει να γίνεται κανείς –για να μιλήσω με σινιάλα της ζωγραφικής- Καντίνσκυ δίχως να γνωρίζει σχέδιο και χρώμα. Ο μεταμοντέρνος χυλός το αποδεικνύει.

Ένα ποιητικό βιβλίο, για μένα, είναι μια διεργασία καλλιέργειας αγρού: προτιμώ να μην είναι εράνισμα ετερόκλητων ποιητικών μονάδων, αλλά αλληλουχία που μυθολογεί και μορφολογεί την αρχιτεκτονική ενός ποιητικού οράματος.

__ Το έργο σου ακόμη, θυμίζει, τηρουμένων των αναλογιών, εκείνο του τολμηρού αγιογράφου σε ναό στην Αξιούπολη Κιλκίς που ζωγράφιζε πριν από μερικά χρόνια την Παναγία μαζί με τον Βάρναλη... Τι κοινό έχουν τελικά  ο Ιωάννης ο Πρόδρομος με τον Ηλία Λάγιο;

Χαίρομαι για την επισήμανσή σου, αγαπητή Σάρα. Με τιμά. Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, οι άγιοι είναι «του ημετέρου φυράματος». Άνθρωποι σαν κι εμάς, που με την άσκηση και την ταπείνωση έγιναν κατοικητήρια της Χάριτος του Χριστού. Η κραταιά ως θάνατος αγάπη τους νικά τον θάνατο με την «ήττα» του Σταυρού και την νίκη της Αναστάσεως. Ο Χριστός και οι άγιοι αφορούν σε κάθε άνθρωπο, ειδικώς δε στους αποσυνάγωγους, τους παρίες, τους αδύναμους, τους φτωχούς, τους ματαιωμένους και τους πονεμένους. Ο Ηλίας Λάγιος είναι αδερφός μου. Πόνεσε πολύ. Αγάπησε πολύ. Ματαιώθηκε και «απέτυχε» ως άνθρωπος, για τα μέτρα του κόσμου. Ακροβάτησε ως εκκρεμές ανάμεσα στην πίστη και στην απιστία και μας άφησε ένα έργο που σηματοδοτεί την απαρχή νέων κοιτασμάτων στην ποιητική μας πραγματικότητα. Σας βεβαιώνω ότι αυτός είχε μεγαλύτερη σχέση με τον ανυπότακτο Πρόδρομο του Χριστού, με αυτό το φρικιό της εποχής του, την φιλέρημη τρυγόνα και λαμπάδα της παρουσίας του Χριστού. Περιτράνως αποδεικνύεται αυτό από το έργο του Λάγιου, που από τα κατάβαθα της πτώσης ανεβαίνει στο φως της ευαγγελικής παραμυθίας. Και τούμπαλιν.

__ “Από τον πόνο και τον σπαραγμό μας κρίνει / ο δι' αγάπησιν άκραν, σάρκαν λαβών. / Για τους άλλους οι αρετές”, λες στο “Κρούσμα” του 2011, δείχνοντας μια βαθιά, κατά τη γνώμη μου, αφομοίωση της παράδοσής μας, μακριά και πέρα από βεβαιότητες, ηθικισμούς και... αρεταλογίες. Πώς θα συνόψιζες την συνεισφορά που η παράδοση αυτή μπορεί να έχει στη σύγχρονη λογοτεχνία, ανεξαρτήτως ρευμάτων;

Ο άνθρωπος για την πνευματική μας παράδοση είναι το «μέγα τραύμα», κατά τον Ιωάννη Χρυσόστομο. Απορφανισμένοι σήμερα από πηγές νοήματος και παρηγοριάς, διψούμε όχι για καινούργιες ιδέες. Οι ιδέες και οι ιδεολογίες είναι περατές, όπως και ο ανθρώπινος νους. Περισσότερο παρά ποτέ ισχύει η διαπίστωση του Βίτγκενσταϊν ότι αν υπάρχει αληθινή αλήθεια, δεν μπορεί παρά να είναι εκτός του κόσμου τούτου. Για την πνευματική παράδοση, έσχατος κατηχούμενος της οποίας τελώ, η αλήθεια έχει πρόσωπο, δεν είναι ιδέα αλλά ενυπόστατη προσωπική ετερότητα, που σαρκώθηκε μέσα στον ιστορικό χρόνο για να νικήσει την πηγή της τραυματισμένης ανθρώπινης ύπαρξης, τον θάνατο. Και η ύπαρξη, η αληθινή ζωή, παίζεται και κερδίζεται στο επίπεδο της αγάπης. Υπάρχουμε όταν αγαπούμε δίχως όρια και προϋποθέσεις, δίχως την υστεροβουλία της ανταπόδοσης δηλαδή. Η αρεταλογία, αγαπητή Σάρα, αφορά στις ιδεολογίες και στους ινστρούκτορές τους, που ζητούν κώδικα αρετών και ηθικής προσαρμογής από τους άλλους κι όχι από τον εαυτό τους. Προφανώς αφορά και στις θρησκευτικές ιδεολογίες. Η «αβέβαιη βεβαιότης», κατά τον Γρηγόριο τον Θεολόγο, που συνιστά το μυστήριο και την δωρεά της πίστης, μάς καλεί σε διαρκή σχοινοβασία –στο «αεί σχοινοβατείν». Αληθεύουμε και προγευόμαστε την άφθαρτη ζωή της αγάπης, όταν, νικώντας το γεώδες φρόνημά μας, συγκροτούμε σχέση με την Ένσαρκη Αγάπη και με τον Άλλον, που είναι η εικόνα της αγάπης του Χριστού. Όπως ο ληστής στον Σταυρό, οι πόρνες και οι τελώνες που συναντούσαν τον Χριστό στο Ευαγγέλιο και έχαναν τα μυαλά τους γιατί δέχονταν την αγάπη και πλημμύριζαν από αυτήν. Εργάζονταν τις εντολές Του. Οι πόρνες και οι τελώνες και οι ληστές δια του μυστηρίου της μετανοίας έως το τέλος της ιστορίας.

Μια τέτοια παράδοση είναι πολύτιμος μαργαρίτης και δεν έπαψε να τροφοδοτεί την λογοτεχνία με μεγάλα και αληθινά έργα, ούτε και θα πάψει. Μέσα από αυτήν αναδύεται ο «κρυπτός της καρδίας άνθρωπος». Από τον Δάντη μέχρι και τον Ουελμπέκ, από τον Ντοστογιέβσκη, τον Μαγιακόβσκη και τον Μπλοκ μέχρι τον Παπαδιαμάντη, τον Σολωμό, τον Ρίτσο και τον Καρούζο, ο ουράνιος άρτος της λογοτεχνίας είναι αυτός ο μαργαρίτης.

__ Η αδιαμφισβήτητη μεταφυσική ποιότητα της ποίησής σου δεν την καθιστά, νομίζω, άσαρκη και νεφελώδη. Πόσο πολιτική θα μπορούσε να γίνει η “ώρα του χαμού”, αυτή η ανάγνωση θανάτου, τον οποίο υπαινίσσεσαι  στον στίχο σου της προμετωπίδας και ο οποίος διαπερνά όλο το έργο σου;

Η αληθινή ποίηση, έλεγε ο δάσκαλός μου Γιάννης Ρίτσος, μάς λέει πολύ περισσότερα από όσα μπορούμε να πούμε εμείς γι’ αυτήν. Δεν είναι δικό μου θέμα να μιλήσω εγώ για τον χαρακτήρα της ποίησής μου. Όπως προείπα, αγαπητή Σάρα, κάθε λόγος, εκτός του ποιητικού αποτελέσματος, κινείται στο πεδίο των προθέσεων. Ωστόσο, έχοντας την βαθειά πεποίθηση ότι για να υπάρξει ποιητικό αποτέλεσμα προϋποτίθεται μια οπτική ή καλύτερα μια στάση απέναντι στα μεγάλα ερωτήματα του ανθρώπου και της κοινωνίας, θα έλεγα ότι απεχθάνομαι την μεταφυσική έτσι όπως ορίζεται από τις φιλοσοφικές αναζητήσεις και από τις ιδεολογίες. Με ενδιαφέρει η υπέρβαση και η πληρότητα στα πνευματικά ερωτήματα. Αν ως «μεταφυσική ποιότητα» εννοείς αυτό, τότε έχει καλώς. Τα φιλοσοφικά συστήματα και οι ιδεολογίες χάνονται μέσα στην επιθυμητική παραίσθηση της λήψεως του ζητουμένου. Με άλλα λόγια, κατασκευάζουν στην ανάγκη τους για απαντήσεις «άσαρκα και νεφελώδη» σχήματα, προσπαθώντας να ερμηνεύσουν τον κόσμο και όχι να τον μεταμορφώσουν. Θέλουν να τον αλλάξουν, να τον βελτιώσουν, αλλά όχι να τον μεταμορφώσουν. Η μεταφυσική της νεωτερικότητας, λόγου χάριν, θεμελιώνεται, είτε στην ιδεαλιστική είτε στην υλιστική της εκδοχή, στα ποσοτικά κριτήρια της βελτίωσης κι όχι στα ποιοτικά αιτούμενα της μεταμόρφωσης. Και ο ιδεαλισμός και ο υλισμός παγιδεύονται στην μεταφυσική κατασκευή ιδεοκρατικών οραμάτων για την μετατροπή του κόσμου σε επίγειο παράδεισο. Είδαμε σε τι είδους παράδεισο οδηγήθηκε ο κόσμος τον 20ό αιώνα. Η υπέρβαση στην πνευματική μας παράδοση κινείται έξω από την ουσιοκρατία των αφηρημένων ιδεολογικών οραμάτων. Προσλαμβάνει την ζωή ως μυστήριο πολύ πλατύτερο από την βιολογία και μέσω της πίστης, που είναι η εμπιστοσύνη στον Σαρκωμένο Λόγο, αντιλαμβάνεται την ζωή και τον θάνατο σε ατελεύτητη ενότητα, η οποία ενότητα ζωοποιείται ή νεκρώνεται αναλόγως προς την σχέση που καταρτίζουμε εν ελευθερία με το πρόσωπο του Χριστού. Είναι προφανές ότι μια τέτοια αντίληψη, κραταιωμένη από την αγιότητα ως καρπό της εμπειρίας μιας σχέσης, είναι διαρρήδην πολιτική. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι η αποκατάσταση αυτής της σχέσης είναι το ζωοποιό πλήρωμα της πιο άρτιας πολιτικής αντίληψης: εκείνης, δηλαδή, που έξω από τις ποσοτικές μεροληψίες του άγονου ανθρωποκεντρισμού αστράφτει από λαμπερή ακτημοσύνη, η οποία αποτελεί τον θεμέλιο λίθο κάθε αληθινής κοινοκτημοσύνης. Εν κατακλείδι, η στάση απέναντι στον θάνατο –πέρα από την μεταφυσική επανάπαυση για την ανυπαρξία μετά το βιολογικό τέλος- είναι εκείνη που ακριβώς την «ώρα του χαμού» οριοθετεί την ζωή ως βίωμα σταυρικής πορείας και αναστάσιμης χαράς και την επαλήθευση του χρόνου μέσα από το «διδόναι» και όχι από το «λαμβάνειν». Όπως πολύ ωραία το έλεγε ο αγιορείτης ασκητής, ιχνογραφώντας έτσι και την πεμπτουσία της ανθρώπινης συνείδησης: «Η αγάπη λέει “δώσε”, ακόμη κι αν δεν έχεις. Ο κόσμος –και οι ιδεοκράτες του, προσθέτω εγώ- λένε “φέρε”, γιατί έχουμε δίκιο…». Ο Ρίτσος τόνιζε ότι ο αληθινός ποιητής δεν ξεχωρίζει από τον κόσμο, αλλά ότι έχει το αριστοκρατικό συναίσθημα της κοινότητας και της ομοιότητας με τους ανθρώπους. Άρα, το δόσιμο της αγάπης δεν μπορεί παρά να αποτελεί την πεμπτουσία και της ποιητικής συνείδησης.

 

 

 

 

 

 


© Poeticanet