Εκτύπωση του άρθρου

ΑΝΤΡΕΑΣ  ΜΠΕΛΕΖΙΝΗΣ

 

ΠΑΛΑΙΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΘΕΜΑΤΑ

                          

                          

Μια νέα διαμάχη Ζαμπελίου – Πολυλά (2)


Δεν είναι λίγοι όσοι κακίζουν την εποχή μας – χοντρικά, τη μεταπολεμική περίοδο – για την έλλειψη δημόσιων διαλόγων. Έτσι ο Νίκος Δήμου σε άρθρο του στο περιοδικό «Το Δέντρο» (τεύχος 47, 1989) υπό τον (ασυγκατάβτο;) τίτλο «Από τον Πολυλά στον Βέλτσο» αναπολεί εκτός από τους διαλόγους Ροΐδη – Βλάχου και Σεφέρη – Τσάτσου το διάλογο (-«έριδα») του ζεύγους Πολυλά – Ζαμπελίου. Παρατηρεί: «Διάλογοι – σταθμοί που συζητήθηκαν, σχολιάστηκαν, άνοιξαν δρόμους,  έθαψαν το παλιό, προώθησαν το καινούργιο».
 Σωστά, πολύ σωστά. Αρκεί να έχουμε επίγνωση ποια φιλολογικά δαιμόνια ενδέχεται να αφυπνίσουμε ευχόμενοι, απαιτώντας ή και εκβιάζοντας τέτοιες δεινές συγκρούσεις. Τα εν λόγω δαιμόνια ερεθίζονται πρωτίστως και μεγάλως από το όνομα του Διονυσίου Σολωμού. Μόλις το δουν γραμμένο ή το ακούσουν, και οι σοβαρότεροι και μετριοπαθέστεροι λόγιοι ταράσσονται, χάνουν συχνά κάθε αυτοέλεγχο, αισθάνονται ότι οι αντιγνωμούντες αμφισβητούν την προσωπική τους υπόσταση και  επιδιώκουν να τους εκμηδενίσουν. Οσάκις δεν καταφεύγουν στην απροκάλυπτη  λιβελλογραφία – είδος δύσκολο και απαιτητικό που θέλει κότσια – ενδίδουν στο πνεύμα και στο ύφος της. Αυτό έγινε και στις τρεις μεγάλες και γόνιμες φάσεις της σολωμικής κριτικής και φιλολογίας: στην λίγο - πολύ αξιολογική (Πολυλάς – Ζαμπέλιος), στην οπωσδήποτε ερμηνευτική και επιδρασιθηρική (Αποστολάκης – Βάρναλης) και στην κατά κύριο λόγο εκδοτική (Τωμαδάκης – Πολίτης).
 Για να ξέρουμε λοιπόν τι μας περιμένει και να έχουμε μέτρο σύγκρισης, θα ανατρέξουμε στην πρωταρχική διαμάχη Ζαμπελίου – Πολυλά που σφράγισε πράγματι τη νεοελληνική κριτική και υποβόσκει έκτοτε σε κάθε «διαμόρφωση» ποιητικού προσώπου και έργου – εννοώ στη φιλολογική ή κριτική σύλληψη και εικόνα αυτής της μεταμόρφωσης.
 Πουθενά αλλού η λιβελογραφική πρόθεση δεν εμφανίζεται τόσο ξεκάθαρα όσο στα ξένα παραθέματα που κοσμούν τη σελίδα του τίτλου, και στα μότα. Οι αναγνώστες του φυλλαδίου «Πόθεν η μυστικοφοβία του κ. Σπ. Ζαμπελίου; - Στοχασμοί του Ιακ. Πολυλά» (εν Κερκύρα, 1860)» προειδοποιούνται ήδη από ένα πρώτο πινδαρικό παράθεμα ότι ο άνθρωπος που τόλμησε να επιχειρήσει «ανασκευήν των επών του Σολωμού» είναι «αλιτρός». Και, αλίμονο, «αλιτρός» σημαίνει στην επιεικέστερη σημασία της λέξης «πανούργος» και στην αυστηρότερη «φαύλος». Πάντως δεν είχαν παρά να γυρίσουν φύλλο και να καταλήξουν σε μια ενδιάμεση, αλλά όχι γι αυτό λιγότερο εκφαυλιστική σημασία. Στη δεξιά κορυφή της τρίτης σελίδας τους περίμενε – και μας περιμένει – ένα δεύτερο παράθεμα λίαν αποκαλυπτικό για την υπόληψη που έτρεφε ή μάλλον για την υπόληψη που ήθελε να τρέφουν οι αναγνώστες ή τουλάχιστον για την υπόληψη που ήθελε να πιστέψουν οι αναγνώστες πως έτρεφε ο Πολυλάς για τον Ζαμπέλιο. Τη φορά αυτή ο προλογιστής των «Ευρισκομένων» αναζητεί ένα γλωσσικά πιο προσιτό και άρα δραστικότερο μότο και το βρίσκει – που αλλού; - στα «σατυρικά» του Σολωμού. Επιλέγει μάλιστα από τα «επιγράμματα» που κατά σχετική σημείωσή του «εσώθηκαν εις τη μνήμη των φίλων του ποιητή», λεπτομέρεια όχι χωρίς σημασία, εφόσον στρέφεται κατά ανθρώπου που πρόδωσε πατροπαράδοτη φιλία και προσωπικό θαυμασμό προς τον Σολωμό: «Σε βλέπω πάντα που κυλάς / για πες μου, ψίχαλο, που πας; / Που πας ομπρός οπίσω; / Τον κόσμο να φωτίσω».
Φαύλος λοιπόν ο εισηγητής της ελληνικής «ιστοριονομίας», που εκόσμησε τον όγκο της «μελέτης ιστορικής περί μεσαιωνικού ελληνισμού» («Άσματα δημοτικά της Ελλάδος, Κέρκυρα, 1852») με το πλατωνικό απόσπασμα «Ο Θεός πάσιν ανθρώποις πάτριος εξηγητής` ουδενί άλλω πεισόμεθα, εάν νουν έχωμεν, ουδέ χρησόμεθα εξηγητή, αλλ’ ή τω πατρίω»;
Περίτριμμα ο ανιχνευτής και ραβδοσκόπος των πηγών της νεοελληνικής εθνότητος («Βυζαντιναί μελέται» εν Αθήναις, 1857), ο «Γραφεύς ο έτι την χείρα κινών» κατά το ωραίο απόσπασμα του Φωτίου που αποτελεί και το έμβλημα του ογκώδους επίσης βιβλίου;
Ψίχαλο ο λόγιος που έθεσε το ερώτημα «πόθεν η κοινή λέξις τραγουδώ;» και εξέθεσε στο ομότιτλο πολυσέλιδο φυλλάδιό του τις «σκέψεις περί ελληνικής ποιήσεως» (εν Αθήναις, 1859); Ναι` περίτριμμα και ψίχαλο ο επικριτής (= κριτής) του Σολωμού κατά το μότο του Πολυλά στο απαντητικό του «βιβλιδάριον» (libellum, επίσης!) που συνοδεύει τον αναγνώστη από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα – αυτή άλλωστε είναι η αποστολή της προμετωπίδας και του μότου.

Λίβελλος κατά λιβέλλου. Αν το χαρακτηρισμό βρίσκουμε μόνο στο φυλλάδιο του Πολυλά (σ. 82) και όχι σε κείμενο του Ζαμπελίου, οφείλεται στο ότι ο τελευταίος δεν απάντησε στην απάντηση. Αλλά βεβαίως την αναγνώριση των αρετών του είδους επιβάλλει η «λέξις», όπως θα έλεγαν οι αρχαίοι κριτικοί, του ίδιου του Πολυλαϊκού κειμένου. Ο δεινός μονομάχος δυσφημεί και πλήττει τον αντίπαλό του χωρίς τα προσχήματα και την κάλυψιν της «πραγματείας» και της «θεωρίας», όπως ο Ζαμπέλιος αποκαλεί το αντισολωμικό στο σύνολό του πόνημα. Εννοείται ότι ο καθένας χωριστά μάχεται υπέρ του οίκου του, των προσωπικών του επιλογών, του ποιητικού ή «πεζοποιητικού» ινδάλματος, του ελέγχου των «φιλολογικών» πραγμάτων και των πνευματικών κατευθύνσεων του ελληνισμού. Ο Ζαμπέλιος  βυθίζει επίσης τη δική του γραφίδα σε φαρμακερό και συχνά χολώδες μελάνι. Τίποτε δεν πρέπει να θορύβησε, να πίκρανε και να δαιμόνισε τόσο τον Πολυλά και ολόκληρο το σολωμικό κύκλο όσο τέσσερεις σελίδες του Ζαμπελίου που επειδή ανήκουν σε ακραίες κειμενικές ζώνες εξαίρονται και επιβάλλονται. Πρόκειται για την αφιέρωση «Εις τον ελληνικόν λαόν» σε χωριστό τράβηγμα των Ασμάτων Δημοτικών (1852) και για το επιλογικό κεφάλαιο του περιβόητου φυλλαδίου του 1859.
Κρίνουμε αναγκαίο να προσφέρουμε  για πρόχειρη ανάγνωση αποσπάσματα από τα δύο αυτά εξίσου πομπώδη και ευρω- (ή τουλάχιστον ιταλο-) βυζαντινίζοντα γραπτά. Το είδος του λιβέλλου δεν αποκλείει καθόλου πεζοποιητικόν οίστρο και εθνοθρησκευτικές εξάρσεις.
Υπό τον στόμφο της αφιέρωσης καμιά σαφής και απερίφραστη μνεία και αιχμή κατά του Σολωμού, αλλά και ουδέν το σολωμικό:
«Εις σε, ως χαριτόφθογγε αοιδέ, εις σε ανώνυμε της νεωτέρας εθνικότητος Όμηρε, εις σε υπέρμαχε πίστεως και πρωτίστατα πατρίδος, ο εκδότης ταύτην την Συλλογήν αφιεροί!... Πότε πάλιν, α, πότε, ως συ Τυρταίε της Ορθοδοξίας και της ελληνικής παλιγγενεσίας μελωδικότατε χρησμωδέ, πότε πάλιν θέλεις αναλάβει την πολεμοκέλαδον λύραν σου, ίνα ανεγείρης πάθη γενναία και ταρακτικά, ίνα ζωογονήσης πατροπαράδοτα φρονήματα, ίνα ανατινάξης την παρθενικήν και αυτολόχευτον πρωτοτυπίαν των εμπνεύσεών σου εις την νόθον και ψευδεπίγραφον ποίησιν συγχρόνων τινών στιχουργών, ίνα δια της απαραμίλλου μετρικής αρμονίας σου και της αφελούς σου μεγαλοφυίας καταισχύνης το σμήνος των ποιητίσκων, οίτινες ουδέ παρά σου πορίζονται τας εμπνεύσεις, ουδέ συνέγραψαν, ουδέ συγγράφουσι δια σε!».
Στο επιλογικό κεφάλαιο (ΙΣΤ’) του εμπαθούς φυλλαδίου μετά από τρεις ευχετικές παραγράφους που εισάγονται με ισάριθμα «είθε», αλλά μόλις και μετά βίας συγκαλύπτουν τον επιτακτικό τόνο των οδηγιών προς τους ποιητές του ελλαδικού κέντρου, ξαναβρίσκουμε το πλατωνικό χωρίο που χρησίμεψε σαν προμετωπίδα στα «Άσματα».

Αξίζει να ξαναδιαβάσουμε τις παραγράφους που ακολουθούν. Μας προετοιμάζουν για να απολαύσουμε την «έξοδο» του αγωνιστικού λόγου (με την έννοια που έχει η λέξη και στην ενόργανη γυμναστική). Ωφελεί να γνωρίζουμε σε ποιο ακόνι τροχίζει ο Ζαμπέλιος (όπως και κάθε μιμητής ή μιμητής του αντιπάλου του) τις αιχμές των βελών του και σε ποιο φαρμάκι, γλυκάζον ενίοτε, τις βαπτίζει: «Τη θεραπεία του ΠΑΤΡΙΟΥ τούτου Θεού ψυχή τε και σώματι αφιερώθη πάλαι ποτέ και τις πλατωνίζων της Χριστιανικής Ελλάδος ποιητής, ο πολύς εκείνος τον Ελληνισμόν και την πίστιν Συνέσιος. Της Πτολεμαΐδος, ην ως επίσκοπος διώκει, πολιορκουμένης υπό βαρβάρων, ο μεγαλόψυχος εγκαρτερεί εις την θέσιν του ηρωικώς ` προετοιμάζει στρατηγική τη περινοία την υπεράσπισιν, παρακελεύει τους δειλιώντας, και διανέμει πάσαν πνευματικήν παρηγορίαν` τούτων δε πληρωθέντων, αποφασίζει μάλλον να ταφή ζων υπό τα ερείπια της πατρίδος ή ατίμως να συνθηκολογήση.
«Θέλω παραμείνει εν τη εκκλησία μου, γράφει υπό φιλοπατρίας ενθεαζόμενος` θέλω στήσει εμπρόσθέν μου τα ιερά του ναού σκεύη, και εναγκαλισθή τας στήλας της Αγίας Τραπέζης! Εγκαρτερήσω ζων` πεσούμαι νεκρός. Ιδού η ολοκαύτωσις ην οφείλω ως λειτουργός Κυρίου!».
Μετά από μια όχι απροσδόκητη αναφώνηση («Λόγοι θεσπέσιοι φιλοσόφου, ιεράρχου, ποιητού!»), ο Ζαμπέλιος εξαπολύει την έκκλησή του κατά σχήμα αποστροφής: «Αοιδέ της Ελληνικής Αναγεννήσεως, εγχάραξον τους λόγους αυτούς εις τον νουν σου και εις την καρδίαν σου! Διότι, πάτριος Εκκλησία και η Ποίησις` ιερεύς δε και λειτουργός ο εθνικός ποιητής».
Εάν στο δυσεύρετο σήμερα αφιερωματικό κείμενο δεν συγκαταλέγει ο Ζαμπέλιος ρητά τον Σολωμό μεταξύ των «συγχρόνων στιχουργών» και «ποιητίσκων», στην επικλητική κατακλείδα του φυλλαδίου εκβάλλει  με ιερή αγανάκτηση τον Σολωμό – τον Σολωμό των «Ευρισκομένων»  του Πολυλά από το ναό που σχεδιάζει με τα ιστοριονομικά του όργανα.
Τα δαιμόνια, πονηρά και αγαθά, με κανέναν άλλο ποιητή (ούτε τον Κάλβο, ούτε τον Καβάφη) δεν ερεθίζονται όσο με το Σολωμό. Είναι αυτό μια άλλη όψη της δόξας του και μια άλλη αφορμή δικής μας τέρψης. Γιατί, βέβαια, ο Σολωμός δεν είναι παρά ο Σολωμός του Πολυλά, του Ζαμπέλιου, του Αποστολάκη, του Βάρναλη, του Τωμαδάκη, του Πολίτη, του Coutelle, του Βελουδή, του Καψωμένου, όπως επίσης βέβαια του Ν. Δήμου, του Γ. Βέλτσου και του καθενός μας άλλωστε. Γι αυτό και θα χρειαστεί να επανέλθουμε.
                    
Αντρέας Μπελεζίνης

Η Αυγή της Κυριακής  8 / 7 / 1990