Εκτύπωση του άρθρου
 
                                    ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ                                      
 
 
ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΥΘΙ
 
Ο πατέρας μου, που ήταν γεωπόνος, είχε κάποτε μπολιάσει μια λεμονιά στο περιβόλι μας με μπόλι μανταρινιάς κλημεντίνης. Τον άλλο χρόνο, ξεχνώντας τι είχε κάνει, και επειδή το δέντρο, που  αισθανόταν κάπως μπερδεμένο, δεν είχε δώσει κανενός είδους καρπό, το ξαναμπόλιασε με μπόλι πορτοκαλιάς μέρλιν. Από τον τρίτο χρόνο και μέχρι πρόπερσι που το έκαψε το χιόνι, το δέντρο έβγαζε από τα δεξιά μανταρίνια κλημεντίνες και από τ’ αριστερά πορτοκάλια μέρλιν.
Φέτος, το δέντρο συνήλθε, φάνηκε να τα έχει ξεχάσει όλα και ξανάγινε μια ωραία λεμονιά γεμάτη λεμόνια και μάλιστα δίφορη.
Κι εγώ ήμουν κάποτε μια μωρή κοντούλα λεμονιά.
Μια νύχτα διάβασα τον Λυρικό Βίο του Σικελιανού (ο οποίος ετύγχανε μάλιστα και πνευματικός παππούς μου) και μια μέρα διάβασα Ιούλιο Βερν.
Μετά, άρχισα κι εγώ να παράγω από τ’ αριστερά ποιήματα, και  από τα δεξιά παραμύθια.
Η διαφορά μας ήταν πως η λεμονιά αντέδρασε με μεγαλύτερη συνέπεια, ενώ εγώ, από άποψη καρποφορίας, ακολούθησα πιθανόν κάποια χρονική στρέβλωση: ποιήματα άρχισα να παράγω στα 9 μου χρόνια και παραμύθια στα 29. (Αυτό δε σημαίνει τίποτα, γιατί είτε πρόκειται για άνθρωπο είτε για φυτό, ο χρόνος είναι πάντα σχετικός, και τις υποχρεώσεις του τις αντιλαμβάνεται ο καθένας όπως μπορεί.)
 
Η ποίηση είναι παραμυθία (που σημαίνει παρηγοριά). Το παραμύθι είναι ποιητικό (που σημαίνει ότι ασχολείται με άλλες, παράλληλες πραγματικότητες).
Η ποίηση και το παραμύθι έχουν κοινές ρίζες, διαφορετικά κλαδιά, αλλά παράγουν και τα δυο το ίδιο νόστιμους καρπούς και προσφέρουν την ίδια ευεργετική σκιά.
Κάποτε και η ποίηση και το παραμύθι απευθύνονταν στο ίδιο κοινό: σε όλους. Οι βάρδοι και οι παραμυθάδες απευθύνονταν σε ολόκληρη την κοινότητα, ασχέτως ηλικίας, αντιμετώπιζαν ένα κοινό κοινό.
Τα έπη ήταν ποίηση και παραμύθι μαζί. Ο μύθος που πρόσφερε στοιχεία του στην ύφανσή τους, δεν ήταν άλλο από πραγματικά γεγονότα που είχαν συμβεί σε άλλο χρόνο. Δεν ήταν ποτέ σε αντιδιαστολή με την πραγματικότητα.
Η ποίηση πρωτοχρησιμοποιήθηκε για να ξορκίσει, να ικετεύσει, να ευχαριστήσει τις δυνάμεις της φύσης. Και το παραμύθι, το ίδιο. Καθησύχαζε και ημέρωνε, μαζεμένους γύρω από τη φωτιά τους προγόνους μας, τους ριγμένους σ’ αυτό τον εχθρικό πλανήτη.
Αργότερα, η ποίηση ξεσήκωνε τους, πολιτισμένους πια, πρωτόγονους προς νικηφόρες μάχες και πολέμους, και το παραμύθι ερχόταν να συμπληρώσει, εξιστορώντας τα αιματοβαμμένα κατορθώματα των ηρώων στις αυλές των βασιλέων και των ευγενών.
Μετά, διαφοροποιήθηκαν οι ρόλοι. Στο τέλος του περασμένου αιώνα, έγινε απαραίτητο για την προώθηση των όχι πρώτης ανάγκης αγαθών, να προσδιορίζεται επακριβώς το target group. Έτσι, το παραμύθι πλέον, σύμφωνα με σχετικές έρευνες αγοράς, έπρεπε να απευθύνεται μόνο σε ανθρώπους ύψους κάτω του ενός μέτρου, και η ποίηση, σχεδόν αποκλειστικά, σε ανθρώπους που έγραφαν ποίηση ή νόμιζαν πως έκαναν κάτι τέτοιο.
Τώρα, αρχίζει να επέρχεται κάποια ισορροπία:  ναι μεν το παραμύθι, ως παραμυθία για το μέλλον, εξακολουθεί να απευθύνεται κυρίως στα παιδιά, που έχουν το μέλλον μπροστά τους,  απευθύνεται όμως και στους ενήλικες - τουλάχιστον σ’ όσους δεν έχουν το μέλλον γραμμένο και προδιαγεγραμμένο και, παρά την άνυδρη προοπτική του, επιμένουν να διατηρούν και να καλλιεργούν λίγη πρασινάδα μέσα τους.
Η ποίηση πάλι, επειδή ζούμε σε αντιηρωική εποχή και δεν μπορεί πια να ξεσηκώσει τον λαό προς το μέλλον, εξακολουθεί να δρα ως παραμυθία για το παρόν και το παρελθόν – βεβαίως και με ψυχαναλυτικά ερείσματα τώρα πια - και απευθύνεται σε ευρύτερες ομάδες ανθρώπων απ’ ότι παλαιότερα: Τα χαρακτηριστικά αυτών των ομάδων είναι συνήθως κοινά με τα των της προηγούμενης κατηγορίας, των αποδεκτών του παραμυθιού.
Στην αρχή του κόσμου μόνο ο θεός ήταν Ποιητής, ορατών τε και αοράτων. Την εποχή του Αριστοτέλη ο ποιητής ήταν ήδη κάτω από τον θεό (αλλά τουλάχιστον ακόμα πάνω από τον βασιλιά ή τον φιλόσοφο). Στην πορεία των ιστορικών χρόνων, συνεχίστηκε η έκπτωση...
Σήμερα, ποιητής μπορεί να είναι ο καθένας, αλλά δε θεωρείται  πια και πολύ αξιοζήλευτο αξίωμα. Η φράση Αυτό είναι ποίημα μπορεί να αναφέρεται και σε κάποιον μουσακά.
Το παραμύθι, πάλι, στην σημερινή, καθημερινή διάλεκτο, ως λέξη,  είναι κάτι μάλλον κακά φορτισμένο. Ο πληθυντικός, Παραμύθια! προφέρεται περιφρονητικά, και το ρήμα Παραμυθιάζω σημαίνει ξεγελάω.
Βλέπετε, το πρόθημα παρά, είναι συνήθως μειωτικό όταν χρησιμοποιείται: η παρα -λογοτεχνία και τα παρα -ιατρικά επαγγέλματα εκτιμώνται λιγότερο (κι ας έχουν μεγαλύτερο κοινό), ο παρα-γιός είναι σε χειρότερη μοίρα απ’ το γιο, το παρα-κάτω είναι πιο κάτω απ’ το κάτω.)
 
Αλήθεια, σκεφτήκατε ποτέ γιατί άραγε μόνο το είδος μας έχει ανάγκη παραμυθίας; Κανένα άλλο ζώο, σίγουρα, δεν απασχολεί με παραμύθια τα μικρά του: δεν έχουν την ανάγκη να προσλάβουν κάποια διαφορετική εικόνα της  πραγματικότητας, για να νανουριστούν και να αναπαράγουν στον ύπνο τους κάποια πρόσκαιρη ωραιοποίηση της ζωής που τα περιμένει.
Επίσης, δεν έχουν ανάγκη ούτε από την ποίηση, καθώς ζουν αγνοώντας τον χρόνο και τις πολυπλοκότητές του.
Όταν είσαι μέσα στο απόλυτο είναι, είσαι αυτάρκης. Εμείς που έχουμε απομακρυνθεί και ολοένα απομακρυνόμαστε, χρειαζόμαστε οπωσδήποτε το Λόγο για να πληρώνουμε την αμηχανία του κενού.
Αυτό το κενό δεν υπάρχει για τα ζώα, οι αισθήσεις τους συλλαμβάνουν κάθε τι που τα αφορά, από το άμεσο περιβάλλον, μέχρι το διάστημα.
Εμείς χάσαμε πλέον αυτές τις αιχμηρές αισθήσεις, μένουμε μόνο με την αόριστη αίσθηση ότι «κάτι δεν πάει καλά», ότι «κάτι μας κρύβουν», ότι πολλά μας κρύβουν, ότι κάπου δεν ταιριάζουμε στον κόσμο που οι ίδιοι φτιάχνουμε.
Και, δυστυχώς, η αίσθηση αυτή είναι αληθινή...
 
Το είδος μας, λοιπόν, θα χρειάζεται πάντα – όσο υπάρχει- και την παραμυθία της ποίησης και την ποιητικότητα του παραμυθιού, εφόσον ο άνθρωπος δεν αντέχει πολλή πραγματικότητα – όπως λέει, παραμυθιάζοντάς μας, ο ποιητής.
 
 
Παυλίνα Παμπούδη