Εκτύπωση του άρθρου

ΣΟΦΙΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

Για τον αναγνώστη του Αναγνωστάκη:
η περίπτωση του Μανούσου Φάσση

                                    hypocrite lecteur mon semblable mon frère

 

Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης (1987)[1] συνιστά τομή στην πρόσληψη του έργου του Μανόλη Αναγνωστάκη. Το βιβλίο δημοσιεύεται, ως γνωστόν, αρκετά χρόνια αφότου έκλεισε οριστικά ο κύκλος της ποιητικής του παραγωγής,[2] με αφορμή, υποτίθεται, τον θάνατο ενός παλιού συμμαθητή και (άσπονδου) φίλου του ονόματι Μανούσος Φάσσης· παρουσιάζεται περίπου ως πράξη χρέους του «ερασιτέχνη» κριτικού Αναγνωστάκη, ο οποίος αναλαμβάνει να τιμήσει τον Φάσση, εξιστορώντας γεγονότα της ζωής του, αλλά και παραθέτοντας, εν μέρει αποσπασματικά, ποιήματά του, με σκοπό να σώσει το έργο του από τη λήθη. Καθώς όμως το όνομα Φάσσης δεν αποτελεί παρά προσωπείο, ψευδώνυμο ή ετερώνυμο του Αναγνωστάκη,[3] κάτω από το οποίο στεγάζεται η παιγνιώδης/σατιρική αλλά και η νεορομαντική πλευρά του, το όλο εγχείρημα ανάγεται σε ένα είδος κεκαλυμμένης αυτοβιογραφικής μαρτυρίας ή, αλλιώς, σε ένα διαλογικό και πολυφωνικό συναπάντημα ειδών και λόγων.[4] Στο ιδιότυπo αυτό ειδολογικό υβρίδιο ενορχηστρώνεται σε διάφορα επίπεδα και με ποικίλους τρόπους η αλλαγή του ορίζοντα προσδοκιών του αναγνωστικού κοινού, στον βαθμό που προτείνεται, με πλάγιο και λοξό τρόπο, η υπέρβαση της μονόπλευρης κριτικής θεώρησης του Αναγνωστάκη ως πολιτικού/κοινωνικού ποιητή, αλλά και υποβάλλεται – ίσως – η ανάγκη ενσωμάτωσης των κειμένων του Μανούσου Φάσση στο corpus του ποιητικού του έργου.

Πιστεύω ότι ο Μανούσος Φάσσης αποτελεί, κυρίως και πρωτίστως, ένα πολυεπίπεδο και εν πολλοίς αμφίσημο παιχνίδι με τους όρους της ανάγνωσης και τα όρια της κριτικής, με νόημα ανοιχτό και προεκτάσεις που μοιάζουν να πολλαπλασιάζονται, όσο νομίζουμε ότι πλησιάζουμε στο κλείσιμο της νοηματοδοτικής διαδικασίας· αποτελεί ένα διαλογικό παιχνίδι με τον αναγνώστη, όπου υποσκάπτονται τρέχουσες κριτικές αντιλήψεις, με το βλέμμα πέρα από τον ορίζοντα προσδοκιών της εποχής και με στόχο να τροποποιηθούν οι καθιερωμένες βεβαιότητες. Φαίνεται μάλιστα ότι ο Μανούσος Φάσσης ήταν πολύ μπροστά από την εποχή του: η μετασχηματιστική διεργασία που υποκίνησε υπήρξε, προφανώς, αρκετά επίπονη, αφού έπρεπε να περάσουν δέκα χρόνια από τον θάνατο του Αναγνωστάκη, για να αρχίσει να δίνει καρπούς. Ό,τι και να πούμε για τον Μανούσο Φάσση, ένα είναι σίγουρο: η δημοσίευση του βιβλίου αυτού, του πονηρού αυτού «δοκιμιακού σχεδιάσματος», δεν άλλαξε μόνο τον τρόπο που διαβάζουμε τον Αναγνωστάκη, αλλά και εμπλούτισε τη σκέψη μας γύρω από τον διάλογο συγγραφέα-αναγνώστη, λογοτεχνίας και κριτικής.   

Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης συνιστά, αν τον διαβάσουμε συνολικά, σε επίπεδο κειμενικό, παρακειμενικό και περικειμενικό, παρέμβαση στο πεδίο της αναγνωστικής πρόσληψης, καταρχάς επειδή η ανάγνωσή του εξέπληξε το αναγνωστικό κοινό, ιδίως όσους αγνοούσαν την «μανουσοφασσική» πλευρά του Αναγνωστάκη,  οδηγώντας στη διεύρυνση του οπτικού πεδίου τους. Με τον Μανούσο Φάσση ο Αναγνωστάκης αποσκοπεί στο να ταράξει τον αναγνώστη, να τον βγάλει από τη νάρκη της κριτικής ορθοδοξίας και του αναγνωστικού αυτοματισμού, ενώ ο αφηγητής[5] του κειμένου προσποιείται ότι επιθυμεί να τον καθησυχάσει, συν τοις άλλοις παρουσιάζοντας τον Μανούσο Φάσση ως έναν συχνά ενοχλητικό, θρασύ και σκανδαλιάρη φίλο, που δεν κατάφερε, ευτυχώς, να τον παρασύρει στον κατήφορο.  

Από αυτήν την άποψη,  είναι σημαντικό και σημαίνον ότι ο Μανούσος Φάσσης περιέχει ουκ ολίγες αναφορές στον αναγνώστη, που αποκαλύπτουν αφενός τη διαλογική αφετηρία αφετέρου, σε ένα δεύτερο επίπεδο, την αναθεωρητική απόβλεψη του κειμένου όσον αφορά την πρόσληψη – με τρόπο, βέβαια, έμμεσο και αμφίσημο. Δεν είναι τυχαίο ότι ήδη στην αρχή αλλά και στο τέλος του βιβλίου ο αφηγητής (επίδοξος κριτικός/βιογράφος/εκδότης) αναφέρεται στον αναγνώστη, προλαμβάνοντας αντιδράσεις του, δικαιολογώντας, δήθεν, απέναντί του τις επιλογές του, απαντώντας, σε τελική ανάλυση, σε πιθανές ενστάσεις του, με λόγο πολυφωνικό, όπως τον εννοεί ο Μπαχτίν,[6] όπου συγκατοικούν αγωνιστικά η κολακεία με τη χειραγώγηση, η εκτίμηση με την υποτίμηση, η ειλικρίνεια με την ειρωνική προσποίηση.

Συγκεκριμένα, στον Μανούσο Φάσση εντοπίζονται δεκαπέντε συνολικά αναφορές στον αναγνώστη, από τις οποίες αναδύεται η εικόνα ενός «δέκτη της αφήγησης», με την αφηγηματολογική έννοια, ενός πλαστού, δηλαδή, υποτιθέμενου αποδέκτη της αφήγησης, ο οποίος λειτουργεί ως σύνδεσμος ανάμεσα στον συγγραφέα και τον αναγνώστη, συντελώντας στον χαρακτηρισμό του αφηγητή, αλλά και εφιστώντας την προσοχή του (πραγματικού) αναγνώστη σε ορισμένα σημεία ή γεγονότα.[7] Νομίζω ότι στον Μανούσο Φάσση η χρήση αυτού του τεχνάσματος είναι καθοριστική για την εκδίπλωση της πολυεπίπεδης ειρωνείας του κειμένου και αποκαλυπτική όσον αφορά την ένταξη της προβληματικής του στο πεδίο της πρόσληψης. Θα λέγαμε, τέλος, ότι ο αφηγητής διαισθάνεται πως βαδίζει σε ολισθηρό έδαφος – φαινομενικά σε σχέση με την πρόσληψη του Φάσση, στην πραγματικότητα όμως αναφορικά με την πρόσληψη του Αναγνωστάκη – και ότι πρέπει ως εκ τούτου να επιδιώξει τη συμμετοχή και τη συνενοχή του (πραγματικού) αναγνώστη, προς τον οποίο κοιτάζει λοξά. Τα σχετικά αποσπάσματα:

  1. 1.  Ο αναγνώστης θα πρέπει να έχει ήδη υποπτευθεί ότι κάπου το πάω, κάπου προσπαθώ να απολογηθώ ή να ζητήσω άλλοθι για την παρασπονδία μου. (σ. 9)

  2. 2.  Δεν θ’ αναλυθώ στην έκφραση των συναισθημάτων που δοκίμασα εκείνη τη στιγμή […], μιας και υπάρχει ο επιπρόσθετος λόγος ότι κανείς αναγνώστης μου δεν πρόκειται να καταληφθεί από τα ίδια συναισθήματα, δεδομένου ότι και το όνομα ακόμη του πρόωρα χαμένου φίλου μου […] του είναι παντελώς άγνωστο. (σ. 11)

  3. 3. Φυσικά, δεν νομίζω ότι ο αναγνώστης θα έχει την αξίωση να θυμηθώ, λέξη προς λέξη, το επίμαχο εκείνο, μακροσκελέστατο άλλωστε, στιχούργημα. (σ. 18)

  4. 4. Πέρασαν αρκετά χρόνια, χρόνια προσωπικών μου περιπετειών και αναστατώσεων – που διόλου δεν ενδιαφέρουν τον αναγνώστη, μιας και το αντικείμενο του παρόντος πονήματος είναι άλλο – και μόλις στα 1952 ξαναβρήκα τον Μανούσο στην Αθήνα … (σ. 31)

  5. 5. Πρόκειται για ένα έργο [του Φάσση] που βρίσκεται ολότελα έξω από το δρόμο που διάλεξα (ή με διάλεξε) για να στήσω κι εγώ την όποια ποιητική μου δουλειά κι ο έντιμος αναγνώστης που έχει κάνει το μόχθο να διαβάσει όσα κατά καιρούς έχω γράψει είμαι βέβαιος ότι θα με καταλάβει καλά. (σ. 44-45)

  6. 6. Αλλά εν πάση περιπτώσει μου έχει ήδη ενσφηνώσει το Χρέος μιας αποστολής. Και την αποστολή αυτή επιτελώ, φίλε αναγνώστη. (σ. 49)

  7. 7. Αν παρέθεσα εδώ το λησμονημένο αυτό ποίημα […] είναι γιατί θέλω να αποδείξω στον αναγνώστη ότι ξεπέρασα από πολύ νωρίς την ολέθρια επίδραση που ασκούσε ομολογουμένως επάνω μου και για κάμποσο διάστημα ο Μανούσος … (σ. 65)

  8. 8. Ο αναγνώστης ελπίζω να έχει αντιληφθεί και ταυτόχρονα εκτιμήσει με πόση προσοχή επιλέγω τις εκφράσεις μου: λέω ξεφύλλισμα και όχι κριτική παρουσίαση, και κυριολεκτώ. (σ. 71)

  9. 9. Και τώρα νομίζω ήρθε η στιγμή, η πρό πολλού αναμενόμενη, να θέσω το αληθινά καίριο ερώτημα για το οποίο αδημονεί ο αναγνώστης. Υπήρξε άραγε τίποτε άλλο εκτός από ερωτικός ποιητής ο Μανούσος Φάσσης; (σ. 76)

  10. 10. Για τον αναγνώστη που δεν έχει υπόψη το βιβλίο αυτό […] παραθέτω δειγματοληπτικώς τρία-τέσσερα στιχουργήματα … (σ. 76)

  11. 11. Ολόκληρη τη μελέτη (διότι περί μελέτης πρόκειται) ο υπομονητικός αναγνώστης θα έχει την ευκαιρία να την διαβάσει στο «Παράρτημα» αυτού του βιβλίου. (σ. 84)

  12. 12. Να αποβάλω για μια στιγμή την κριτική μου ουδετερότητα; Να βγω για λίγο από τον αυστηρό φιλολογικό μονόδρομο; […] Ας με κρίνει ο αναγνώστης. (σ. 93)

  13. 13. … άρχισε πλέον να με τσιγκλίζει ο ιός της ζηλοτυπίας (ναι, γιατί να μην το ομολογήσω στον αναγνώστη; hypocrite lecteur mon semblable mon frêre) και να μου δημιουργούνται φαντασιώσεις … (σ. 111)

  14. 14. Έφτασα με πολύ κόπο στο τέλος. Ίσως είπα πάρα πολλά και καταπόνησα τον αναγνώστη. Ίσως είπα πολύ λίγα – και ίσως κάποτε, όταν βελτιωθούν οι γενικότερες συνθήκες στην πατρίδας μας, υπάρξει το κέφι για μια καινούρια επανεξέταση του «Φακέλου Μανούσος Φάσσης» και ανοιχτούν νέοι ορίζοντες για τη μελέτη του Έργου του και της σημασίας του στα Γράμματά μας και της επίδρασής του στη νεότερη γενιά. (σ. 120)

  15. 15. Δε θέλω να τελειώσω με τη μελαγχολική εντύπωση των θραυσμάτων που ανασύραμε προ ολίγου από την άβυσσο της μνήμης μας, και θα προσφέρω στον αναγνώστη, και περισσότερο στην αναγνώστρια αυτού του βιβλίου, ένα ακόμη ποίημα του Μανούσου, που εντελώς επιπόλαια, και από τις τα φαιά φορούσες φεμινίστριες, μπορεί να χαρακτηριστεί ρατσιστικό του κερατά και επαίσχυντα φαλλοκρατικό, αλλά που στην πραγματικότητα είναι βαθύτατα φεμινιστικό, ΤΟ φεμινιστικό θα ’λεγε ο αμερόληπτος κριτής, και που διαδηλώνει ακόμη μια φορά, ανάγλυφη, σαρωτική, αδιάλλακτη την πίστη του Μανούσου στο μόνο Θεό, ή μάλλον στη μόνη Θεά, που προσκύνησε: την Αιώνια Γυναίκα. (σ. 120)
     

Από τα σημεία όπου αναφέρεται ρητά ο αναγνώστης, ως δέκτης της αφήγησης, ως κειμενικό τέχνασμα, μπορούμε αφενός να εξαγάγουμε την εικόνα του εαυτού του που ο αφηγητής «πλασάρει» στον (πραγματικό) αναγνώστη αφετέρου να εκμαιεύσουμε την ειρωνική διάθεση του συγγραφέα όσον αφορά τις προθέσεις που υποκρύπτει το «δοκιμιακό σχεδίασμα». Ο αφηγητής παριστάνει λοιπόν τον σεμνό, ζητώντας συγγνώμη από τον αναγνώστη για τη φιλολογική «παρασπονδία» του, για την υπερφίαλη απόφασή του να αναλάβει τον ρόλο «σοβαρού» κριτικού και να γράψει ολόκληρη μελέτη, χωρίς να είναι καθηγητής Πανεπιστημίου και παρόλο που, σε αντίθεση με αρκετούς πανεπιστημιακούς δασκάλους της εποχής, δεν σπούδασε (δεν έχει καν πατήσει το πόδι του) στο Παρίσι (βλ. το πρώτο παράθεμα μέσα στα συμφραζόμενα της σ. 9 του βιβλίου)· στην πραγματικότητα, ειρωνεύεται τους πανεπιστημιακούς κριτικούς και, γενικότερα, τον λογοτεχνικό θεσμό, όπως κάνει και σε άλλα σημεία του βιβλίου.[8]

Όσο για τον δέκτη της αφήγησης, ο αφηγητής τον τοποθετεί απέναντί του ως κριτή λίγο-πολύ των λεγομένων και των πράξεών του είτε υποθέτοντας ότι δεν γνωρίζει μεν τον «πρόωρα χαμένο φίλο» του και το έργο του (παραθέματα [2], [10]), αλλά έχει τη διάθεση να ενσκήψει πάνω στην ποίηση του Φάσση και είναι σε θέση να δείξει κατανόηση για τις αδυναμίες του αφηγητή (παραθέματα [11], [3] και [8]), είτε προσπαθώντας να εξηγήσει την απόφασή του να αφιερώσει ένα βιβλίο στον ποιητικό του αντίζηλο (παράθεμα [6]), είτε επιχειρώντας να τον κατευθύνει ή να τον χειραγωγήσει, τονίζοντας πόσο διαφέρει ο δρόμος που διάλεξε ο ίδιος από τον δρόμο του Φάσση και πόσο σημαντικό είναι για αυτόν ότι κατάφερε να αποτινάξει νωρίς την «ολέθρια επίδραση» που ασκούσε πάνω του εκείνος (παραθέματα [5] και [7]). Επίσης, μέσω του υποτιθέμενου δέκτη της αφήγησης ο αφηγητής εφιστά την προσοχή του πραγματικού αναγνώστη όχι μόνο στο ζήτημα της ταυτοπροσωπίας Μανούσου και Μανόλη, την οποία ειρωνικά ανασκευάζει και μέσω της αφηγηματικής αντιπαράθεσης δύο διαφορετικών προσώπων, αλλά και, εκ του αντιθέτου, στο ζήτημα της πολιτικής δράσης και των διώξεων που υπέστη ο Αναγνωστάκης, οι οποίες αποσιωπούνται εντελώς (παράθεμα [4]), όπως και στο ζήτημα της ερωτικής ποίησης, μιλώντας, βέβαια, για τον Μανούσο ως ερωτικό ποιητή, υπονοώντας, ωστόσο, ίσως, την ερωτική πλευρά του Μανόλη, την οποία ο Αναγνωστάκης έχει υπερασπιστεί[9] (παράθεμα [9]).

Όσον αφορά το παράθεμα [12], όπου ο αφηγητής επικαλείται την κρίση του αναγνώστη σχετικά με την απόφασή του να αποβάλει για λίγο την «κριτική του ουδετερότητα» και να βγει από τον «αυστηρό φιλολογικό μονόδρομο», δεν αποτελεί παρά καυστικό ειρωνικό αυτοσχόλιο, αφού κάθε άλλο παρά αυστηρά φιλολογικό, επιστημονικά ουδέτερο ή αντικειμενικό είναι το πόνημα του Μανόλη, αλλά και ειρωνική υπονόμευση της επιστημονικής «ουδετερότητας» εν γένει. Και στο παράθεμα [13] ο δέκτης της αφήγησης, προς τον οποίον απευθύνεται έμμεσα ο αφηγητής με τα λόγια του Μπωντλαίρ («hypocrite lecteur mon semblable mon frère»), παρουσιάζεται ως αποδέκτης «μύχιων» εξομολογήσεων του Μανόλη σχετικά με τη ζήλια του προς τον Μανούσο. 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το προτελευταίο παράθεμα (14), που αντλείται από την προτελευταία σελίδα του βιβλίου στην πρώτη του έκδοση, όπου η αναφορά στον αναγνώστη συνδυάζεται με μια ευθεία αναφορά στη μελλοντική πρόσληψη του «Φαινομένου Μανούσος Φάσσης»:

Έφτασα με πολύ κόπο στο τέλος. Ίσως είπα πάρα πολλά και καταπόνησα τον αναγνώστη. Ίσως είπα πολύ λίγα – και ίσως κάποτε, όταν βελτιωθούν οι γενικότερες συνθήκες στην πατρίδας μας, υπάρξει το κέφι για μια καινούρια επανεξέταση του «Φακέλου Μανούσος Φάσσης» και ανοιχτούν νέοι ορίζοντες για τη μελέτη του Έργου του και της σημασίας του στα Γράμματά μας και της επίδρασής του στη νεότερη γενιά.

Η εποχή αυτή έχει μάλλον φτάσει: αν στις πρώτες κριτικές αντιδράσεις στον Μανούσο Φάσση διακρίνουμε, ίσως, κάποια αμηχανία, σήμερα μπορούμε πλέον να πούμε ότι, όπως φανερώνουν πρόσφατα δημοσιεύματα, το πλήρωμα του χρόνου για μια επανεξέταση του «Φακέλου Μανούσος Φάσσης» έχει έρθει: πέρα από τις κριτικές προσεγγίσεις, έχει ενδιαφέρον να προσέξουμε ότι το περιοδικό Αναγνώστης ανακηρύσσει το 2015, επέτειο των δέκα χρόνων από τον θάνατο του Αναγνωστάκη, «Έτος Μανούσου Φάσση», προσφέροντας στους αναγνώστες με «κέφι» ένα ερεθιστικό αφιέρωμα στη ζωή και το έργο του, σε παραλληλισμό με του Αναγνωστάκη.[10] Ας σημειωθεί, επίσης, ότι σε πρόσφατη ανθολογία της ελληνικής ποίησης του εικοστού αιώνα ποίημα του Μανούσου Φάσση, και μάλιστα το χαρακτηριστικό ποίημα «FEMINA AETERNA», με το οποίο τελειώνει το βιβλίο, δημοσιεύεται ως αναπόσπαστο μέρος του έργου του Αναγνωστάκη.[11]

Ενώ είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο Φάσσης έχει αρχίσει να δικαιώνεται – δανείζει, μάλιστα, στους κριτικούς το παιγνιώδες πνεύμα του –, δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει τη διττότητα της πρόσληψης, μια αμφισημία, δηλαδή, ανάμεσα σε έναν Φάσση διακριτό, έστω και σε ένα περιπαικτικό πλαίσιο, από τον Αναγνωστάκη, από τη μια μεριά, και σε έναν Φάσση που ταυτίζεται ή «εντάσσεται» στον Αναγνωστάκη, από την άλλη. Νομίζω ότι πάνω σε αυτήν την αμφιταλάντευση, σε αυτήν την εκκρεμότητα ανάμεσα στην ταύτιση και τον διχασμό, ανάμεσα στην εξίσωση και την απόσταση, σε αυτήν τη σημαίνουσα απροσδιοριστία παίζεται το παιχνίδι του Μανούσου Φάσση. Αυτήν την καταστατική απροσδιοριστία υπηρετεί, άλλωστε, η αφηγηματική σκηνοθεσία των δύο διακριτών προσώπων, που είναι, ωστόσο, σχεδόν συνώνυμα, του Μανόλη και του Μανούσου:  στο βιβλίο του Αναγνωστάκη με τίτλο Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης ο Μανούσος είναι και παραμένει ένας άλλος, ο αντίπαλος, ο αντίζηλος, το Άλλο μέσα μας, το διαλογικό αντίπαλον δέος, ο εσωτερικός αντίλογος:

Άσε, ρε Μανώλη (ακόμη με ωμέγα), τις πολλές ιδέες και τα μηνύματα. Αυτά θα σε φάνε, άσε που θα φάνε κι όλο το ρωμέικο. Νομίζεις πως γράφεις για την αιωνιότητα και απλώς αντιγράφεις την επικαιρότητα του κερατά (σ. 84).

Ας επιστρέψουμε όμως στο απόσπασμα από την προτελευταία σελίδα της πρώτης έκδοσης του Μανούσου Φάσση, το οποίο παραθέσαμε παραπάνω και ας αναρωτηθούμε: Τί κρύβει η προσδοκία δικαίωσης του Φάσση που εκφράζει εδώ ο αφηγητής, λίγο πριν κλείσει το κείμενό του, κλείνοντας, ταυτοχρόνως, το μάτι στον αναγνώστη; Σε μια πρώτη ανάγνωση στο απόσπασμα αυτό ο αφηγητής προσπαθεί, για μια ακόμη φορά, να κερδίσει την εύνοια του αναγνώστη, για να δηλώσει κατόπιν την ευχή και την ελπίδα ότι μια μέρα, «όταν βελτιωθούν οι συνθήκες», θα εκτιμηθεί το έργο του Μανούσου Φάσση, θα επανεξεταστεί η περίπτωσή του, ώστε να αξιολογηθεί η αξία του Έργου του (με Ε κεφαλαίο), η σημασία του «στα Γράμματά μας» (με Γ κεφαλαίο) και η επίδρασή του στη νεότερη γενιά. Μια δεύτερη ανάγνωση αποκαλύπτει τη διττή στόχευση του χωρίου: ο λόγος του αφηγητή υποδύεται, όπως έχει ήδη κάνει αρκετές φορές μέσα στο κείμενο, τον κριτικό λόγο, χρησιμοποιώντας τα κλισέ του και υπονοώντας, ειρωνικά, κατά κάποιον τρόπο, ότι η ποίηση του Φάσση αξίζει να μελετηθεί συστηματικότερα, δεδομένου, μάλιστα, ότι αναμένεται να αφήσει το αποτύπωμά της πάνω στην ποίηση των νεότερων· από την άλλη μεριά, με τη δήλωση αυτή ο Αναγνωστάκης βγάζει τη γλώσσα στην κριτική ορθοδοξία, εξυψώνοντας έναν «ελάσσονα», προκλητικό και «ελαφρό» ποιητή όπως ο Φάσσης, τοποθετώντας τον σε μια θέση ισότιμη με τη δική του στον χώρο της ιστορίας της λογοτεχνίας. Μια άλλη ερμηνεία του χωρίου θα έβλεπε στη δήλωση του αφηγητή την επιθυμία του να υπογραμμίσει την αξία όχι τόσο της ίδιας της ποίησης του Φάσση όσο του φαινομένου «Φάσσης» για τα Γράμματά μας, για την κριτική μας νοοτροπία.[12]

Από την οπτική της αισθητικής πρόσληψης, το απόσπασμα αυτό μπορεί να ερμηνευθεί και ως ένα παιχνίδι με την έννοια του ορίζοντα προσδοκιών («να ανοιχτούν νέοι ορίζοντες»), στον βαθμό που υπονοεί ότι ένας ποιητής όπως ο Φάσσης υπερβαίνει τον ορίζοντα της εποχής του και μένει να εκτιμηθεί, ως άλλος «υπερμοντέρνος» Καβάφης από τις μελλοντικές γενεές αναγνωστών. Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με μια περίπτωση αντιστροφής των όρων σχετικά με την αισθητική πρόσληψη, όπως την αντιλαμβάνεται λόγου χάριν ο εισηγητής της θεωρίας αυτής, ο Hans-Robert Jauss:[13] ενώ σύμφωνα με τον Γερμανό θεωρητικό, η υπέρβαση του ορίζοντα προσδοκιών της εποχής χαρακτηρίζει τα πρωτοποριακά έργα, αποτελώντας το μέτρο της αξίας τους, στην περίπτωση του Φάσση έχουμε να κάνουμε, παραδόξως, θα λέγαμε, με ένα ποιητικό έργο που βρίσκεται μεν εκτός του ποιητικού κλίματος της εποχής του, τόσο μορφικά όσο και ιδεολογικά, αλλά με τρόπο που το καθιστά παραδοσιακό ή και οπισθοδρομικό και όχι πρωτοποριακό.

Η αντιφατική και λοξή πρωτοποριακότητα του Φάσση έγκειται, ωστόσο, ακριβώς σε αυτό: στο γεγονός ότι αψηφά συλλήβδην τις επιταγές της ποιητικής και ιδεολογικής-κομματικής ορθοδοξίας, την πολιτική ορθότητα της εποχής, θα λέγαμε, για να υπογραμμίσει την απελευθερωτική δύναμη του χιούμορ και την επαναστατικότητα της διαλογικής αντίληψης για τη ζωή και την ύπαρξη, την καρναβαλική σχετικότητα, τελικά, των πάντων.[14] Από την άποψη αυτή, γραμμένο σε μια εποχή κομματικών αγκυλώσεων και ιδεολογικής πόλωσης, όπως είναι – ακόμα –  η δεκαετία του 1980, το βιβλίο αυτό εκφράζει την ελπίδα υπέρβασης των στενών οριζόντων και διεύρυνσης της οπτικής του κοινού, όχι μόνο όσον αφορά την πρόσληψη του ποιητικού έργου του Αναγνωστάκη, αλλά και σε σχέση με την απόρριψη των μονολιθικών βεβαιοτήτων.

Σε αυτήν την κατεύθυνση κινείται και η τελευταία αναφορά στον αναγνώστη, ή μάλλον στην αναγνώστρια, που περιέχει το βιβλίο, μέσω της οποίας ο αφηγητής του Μανούσου Φάσση βγάζει τη γλώσσα, πάλι με ειρωνικό, δηλαδή, διαλογικό, τρόπο, στον φεμινισμό, ένα από τα δόγματα της δεκαετίας του 1970, αλλά και στα «παιδιά που είναι στο κόμμα»· ας προσέξουμε εδώ ότι στο απόσπασμα αυτό ο αφηγητής επιχειρεί, υποτίθεται, όπως και σε κάμποσα άλλα σημεία του βιβλίου, να προλάβει τόσο την αντίδραση του αναγνώστη όσο και τις ενστάσεις των φεμινιστριών, ότι χτίζει δηλαδή τις επιλογές του κειμένου του πάνω στον άξονα της πρόσληψης:

Δε θέλω να τελειώσω με τη μελαγχολική εντύπωση των θραυσμάτων που ανασύραμε προ ολίγου από την άβυσσο της μνήμης μας, και θα προσφέρω στον αναγνώστη, και περισσότερο στην αναγνώστρια αυτού του βιβλίου, ένα ακόμη ποίημα του Μανούσου, που εντελώς επιπόλαια, και από τις τα φαιά φορούσες φεμινίστριες, μπορεί να χαρακτηριστεί ρατσιστικό του κερατά και επαίσχυντα φαλλοκρατικό, αλλά που στην πραγματικότητα είναι βαθύτατα φεμινιστικό, ΤΟ φεμινιστικό θα ’λεγε ο αμερόληπτος κριτής, και που διαδηλώνει ακόμη μια φορά, ανάγλυφη, σαρωτική, αδιάλλακτη την πίστη του Μανούσου στο μόνο Θεό, ή μάλλον στη μόνη Θεά, που προσκύνησε: την Αιώνια Γυναίκα.

Ας πάρουμε μια γεύση από το ποίημα αυτό του Μανούσου, που φέρει (ειρωνικά) τον τίτλο «FEMINA ΑETEPNA [sic]» παραθέτοντας τη δεύτερη και τρίτη στροφή:

Καβγάδες όλη νύχτα για το Κόμμα,
για τον Στάλιν, τον Τρότσκι ή τον Γκράμσι.
Α! δεν μπορούσε να τραβήξει πολύ ακόμα
του έρωτά μας ήταν προφανής η κάμψη.

Εγώ να θέλω σεξ – και να το κάνει
λες από υποχρέωση σαν κότα,
να βιάζεται να σηκωθεί απ’ το ντιβάνι
να ξαναπιάσει το «Πρόγραμμα του Γκότα».

Τελειώνοντας: αν ο δέκτης της αφήγησης λειτουργεί στον Μανούσο Φάσση ως ένας από τους κύριους διαύλους της ειρωνικής υπονόμευσης, ως ένας από τους κατευθυντήριους άξονες της αφήγησης, υποδηλώνοντας αμηχανία ή δισταγμό του αφηγητή ως προς τον ρόλο του ως κριτικού αλλά και όσον αφορά τη σχέση του με τον Μανούσο, ο ιδανικός αναγνώστης, προς τον οποίον προσβλέπει το κείμενο, αποκωδικοποιεί την ειρωνεία και κατανοεί την προσποίηση. Ιδανικός αναγνώστης του Μανούσου Φάσση είναι εκείνος που μοιράζεται με τον συγγραφέα τη γνώση των κωδίκων και των συμβάσεων βάσει των οποίων λειτουργούν οι καταπιεστικοί μηχανισμοί και οι μονολιθικοί θεσμοί και είναι διατεθειμένος να συμμετάσχει στο παιχνίδι της διαλογικής τους υπονόμευσης· εκείνος που θα αποδεχτεί ότι το νόημα του κειμένου αυτού δεν βρίσκεται παρά στην άρνηση της σοβαροφάνειας και του δογματισμού,  ανοίγοντας το βλέμμα του στους «νέους ορίζοντες».  


[1] Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης. Η ζωή και το έργο του. Μια πρώτη απόπειρα κριτικής προσέγγισης. Δοκιμιακό σχεδίασμα του Μανόλη Αναγνωστάκη, Αθήνα: Στιγμή, 1987 (στο εξής οι παραπομπές στην έκδοση αυτή θα μπαίνουν σε παρένθεση εντός κειμένου).

[2] Η ολοκλήρωση του κύκλου επισφραγίζεται με τη έκδοση του συγκεντρωτικού τόμου Τα ποιήματα (1941-1971), Θεσσαλονίκη, 1971.

[3] Ο Μιχάλης Μπακογιάννης, λόγου χάριν, μιλάει για ψευδώνυμο, χαρακτηρίζοντας τον Μανούσο Φάσση «περσόνα» του Αναγνωστάκη, σημειώνοντας ότι το «Φάσσης» προέρχεται από το υποκοριστικό που είχε ο παππούς του στα Ρούστικα Ρεθύμνου· βλ. στο εισαγωγικό σημείωμα πρόσφατου αφιερώματος στον Αναγνωστάκη, Φιλόλογος 162 (2015), σ. 507 (το Μανούσος αποτελεί, ως γνωστόν, κρητική εκδοχή του Μανόλης)· τον όρο «πλαστή ετεροπροσωπία» εισάγει η Άντεια Φραντζή: «Οι ποιητικές προσθήκες του Μανόλη Αναγνωστάκη», Παρατηρητής 2 (1987), σ. 15 [= «Η “πρόκληση” του Μανούσου Φάσση», Ούτως ή άλλως. Αναγνωστάκης-Εγγονόπουλος-Καχτίτσης, Αθήνα: Πολύτυπο, 1988, σ. 28-42]· για «πλαστό σωσία» μιλάει ο Αλέξανδρος Μπαζούκης, «Ύστερόγραφο στον Μανούσο Φάσση [Με τον τρόπο του Μ. Α.], Παρέμβαση 115 (2010-11), σ. 27· σε προηγούμεν δημοσιεύμα έχω προτείνει τον όρο (ιδιότυπη) ετερωνυμία (βλ. Σ. Βούλγαρη, «Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης και η στρατηγική της ετερωνυμίας», στον τόμο Ζητήματα Νεοελληνικής Φιλολογίας, Πρακτικά της ΙΔ΄ Επιστημονικής Συνάντησης του
Τομέα ΜΝΕΣ του ΑΠΘ (Μνήμη Ξ. Α. Κοκόλη), Θεσσαλονίκη 27-30 Μαρτίου 2014) 2016, http://www.lit.auth.gr/sites/default/files/mneme_x._a._kokole_praktika.pdf, σ. 865-877.

[4] Σχετικά με τον διαλογικό χαρακτήρα του κειμένου αυτού, όπου συναντώνται συγκρουσιακά και ανατρεπτικά διάφορα είδη, βλ. Σ. Βούλγαρη, Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης, ό. π., 869 κ. εξ. (με παραπομπές στο έργο του Mikhail Bakhtin).

[5] Ας τονιστεί εδώ ότι ο αφηγητής δεν ταυτίζεται με τον Μανόλη Αναγνωστάκη, αλλά αποτελεί μια καρικατούρα, σχεδόν, του κοινωνικού/πολιτικού ποιητή, ενσαρκώνοντας, θα λέγαμε, την «ταμπέλα» που του είχε κολλήσει η κριτική (βλ. Σ. Βούλγαρη, ό. π.. η Βενετία Αποστολίδου εφιστά την προσοχή στη διάκριση αυτή, μιλώντας, μάλιστα, για τρία πρόσωπα που διαλέγονται: τον αφηγητή, τον Φάσση και τον συγγραφέα («Η κριτική του λογοτεχνικού θεσμού στο δοκιμιακό σχεδίασμα του Μανόλη Αναγνωστάκη Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης. Η ζωή και το έργο του», ανακοίνωση σε ημερίδα για τον Αναγνωστάκη, διοργανωμένη από το Α.Π.Θ. και το Πανεπιστήμιο Κρήτης (Θεσσαλονίκη 20/11/2015 και Ρέθυμνο, 28/11/2015), υπό δημοσίευση. Ευχαριστώ εδώ τη Βενετία Αποστολίδου, που μου έστειλε το κείμενό της, προτού δημοσιευτεί.

[6] Για τις εκφάνσεις πολυφωνικού ή «διφωνικού» λόγου στο μυθιστόρημα, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και ο έμμεσος ή άμεσος διάλογος με τον αναγνώστη, βλ. ενδεικτικά, σε ελληνική μετάφραση, Μιχαήλ Μπαχτίν, Προβλήματα λογοτεχνίας και αισθητικής, μτφρ. Γ. Σπανός, Αθήνα: Πλέθρον, 1980, σ. 228-235 και Ζητήματα ποιητικής του Ντοστογιέφσκι, μτφρ. Α. Ιωαννίδου, επιμ. Β. Χατζηβασιλείου, Αθήνα: Πόλις, 2000, σ. 290-328.

[7] Για την έννοια του δέκτη της αφήγησης (mock reader, fictive reader, narratee/narrataire) που έχει χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο της στρουκτουραλιστικής, κυρίως, εκδοχής της αναγνωστικής θεωρίας, βλ., πρόχειρα, Δημήτρης Τζιόβας, «Η έννοια του αναγνώστη στη θεωρία της λογοτεχνίας», στον τόμο Μετά την αισθητική, Αθήνα: Γνώση, 1987, κυρίως σ. 235 κ. εξ.

[8] Για την υπονόμευση του λογοτεχνικού θεσμού, μέσα από τον λόγο του αφηγητή του Μανούσου Φάσση, βλ. το άρθρο της Β. Αποστολίδου, ό. π.

[9] Ο Αναγνωστάκης νιώθει άβολα με τον περιορισμό της κριτικής του εικόνας στην πολιτική ποίηση και ορίζει τον εαυτό του ως «ερωτικό και πολιτικό» ποιητή (βλ. Είμαι αριστερόχειρ ουσιαστικά, συνέντευξη στον Μισέλ Φάις, Αθήνα: Πατάκης, 2011, σ. 59).

[10] «Αφιέρωμα στον Μανούσο Φάσση» (επιμέλεια: Θ. Ιερωνυμάκη & Λίλια Διαμαντοπούλου), Ο αναγνώστης 2 (2015), σ. 9-70. Σημειωτέον ότι στην ημερίδα για τον Αναγνωστάκη που αναφέρθηκε παραπάνω (σημ. 5) ασχολήθηκαν με τον Μανούσο Φάσση τρεις ανακοινώσεις: Αντώνης Καρτσάκης, «Ο κριτικός Μανόλης Αναγνωστάκης και η ‘προοδευτική’ ποίηση», Λίλια Διαμαντοπούλου, «Ο Μανούσος Φάσσης στο φως του Βορρά» και η ανακοίνωση της Βενετίας Αποστολίδου, «Η κριτική του λογοτεχνικού θεσμού στο δοκιμιακό σχεδίασμα του Μανόλη Αναγνωστάκη Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης. Η ζωή και το έργο του», που ήδη αναφέρθηκε· βλ., επίσης, Ε. Γαραντούδης, «Ο σατιρικός Αναγνωστάκης», Ο αναγνώστης, 13 Δεκεμβρίου 2015,
http://www.oanagnostis.gr/o-satirikos-anagnostakis/ και Σ. Βούλγαρη, «Ο ποιητής Μανούσος Αναγνωστάκης», στον τόμο: Ο ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης και η μεταπολεμική αριστερή διανόηση, επιμ. Κ. Βούλγαρης, Γ. Παππάς, Πάτρα: Εκδόσεις Διαπολιτισμός, 2016, σ. 55-66.

[11] Αναφέρομαι στην ανθολογία Και με τον ήχον των για μια στιγμή επιστρέφουν… Η ελληνική ποίηση τον εικοστό αιώνα, ανθολόγηση-πρόλογος: Δώρα Μέντη, εισαγωγικά σημειώματα: Ευριπίδης Γαραντούδης, Αθήνα: Εκδόσεις Gutenberg, 2016,  σ. 314.

[12] Βλ. την παρατήρηση του Ξ. Α. Κοκόλη ότι «η πολλαπλή και διασταυρούμενη υπονόμευση που πετυχαίνει ο Φάσσης, μαζί με την αυτοϋπονόμευση που επιδιώκει ­– όλα αυτά κάνουν τον Φάσση ένα πολύ χρήσιμο μέγεθος στα πολιτισμικά μας πράγματα» και τη δήλωσή του ότι εκτιμά βαθύτατα το Μανούσο Φάσση και ως μαρτυρία και ως χειρονομία στιγμιαία και ως διαρκέστερη στάση πνευματική»  («Μια δισκελής ανάγνωση», εφ. Η Αυγή, 11.10.1987 [= «Σε τί βοηθά λοιπόν ...». Η ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη, Αθήνα: Νεφέλη, 2001, σ. 173-174]).

[13] Βλ. σχετικά, Robert Holub, «Θεωρία της πρόσληψης: η Σχολή της Κωνσταντίας» στον τόμο Από τον φορμαλισμό στον μεταδομισμό (Ιστορία της θεωρίας της λογοτεχνίας /8), επιμ. Raman Selden, θεώρηση μετάφρασης: Μ. Πεχλιβάνος, Μ. Χρυσανθόπουλος, Θεσσαλονίκη Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών [Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη],¨2004,  κυρίως σ. 445-455 και Χανς Ρόμπερτ Γιάους, «Η ιστορία της λογοτεχνίας ως πρόκληση για τις γραμματολογικές σπουδές», στον τόμο Η λογοτεχνική θεωρία του εικοστού αιώνα, Ανθολόγιο κειμένων, επιμ. K. M. Newton, μτφρ. Α. Κατσικερός & Κ. Σπαθαράκης, Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2013, σ. 332-340.

[14] Το πνεύμα της καρναβαλικής σχετικότητας και απελευθέρωσης, την εναντίωση σε κάθε δογματισμό βλέπει στον Μανούσο Φάσση και ο Αλέξανδρος Μπαζούκης (ό. π., σ. 28).

 


Η Σοφία Βούλγαρη είναι επίκουρη καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. Έχει δημοσιεύσει άρθρα και μελέτες πάνω σε θέματα σχετικά με τον ελληνικό μοντερνισμό. Το βιβλίο της Η γραφή του ανέφικτου: για την πεζογραφία του Γιώργου Χειμωνά κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μανδραγόρας (2015).

   

Εκτύπωση του άρθρου