Εκτύπωση του άρθρου

Θυμήθηκα τον ευφυέστατο αφορισμό: «Ποίηση είναι αυτό που χάνεται στη μετάφραση» και υπέκυψα στον πειρασμό να τον επεκτείνω καθ’ υπερβολήν και να ισχυριστώ πως «ποίημα είναι αυτό που χάνεται στη μελοποίηση», έστω και αν γεννά μεγαλοφυή τραγούδια (αναφέρομαι, φυσικά, στο ποίημα που προϋπάρχει, και όχι στους στίχους που γράφτηκαν για να μελοποιηθούν).

Με δεδομένη την αγάπη μου για το μουσικό είδος, είχα πάντα επιφυλάξεις για το τι διασώζεται από την ουσία, αλλά και τη λειτουργική δομή, του ποιήματος, και θεωρούσα το ηχηρό «σχόλιο» του τραγουδιστή σαν μια αδιάκριτη παραβίαση της ιδιωτικότητας των στίχων.Θυμήθηκα ένα παλαιότερο κείμενο του αγαπημένου ποιητή και φίλου, Μάρκου Μέσκου, που περιγράφει εύγλωττα τη μοναχικότητα του ποιήματος:

 «...το ποίημα του Ποιητή μαζί με τον εφαλτήριο-πυροδοτημένον κόσμο του, κάτι σαν η ανωνυμία του ανυπεράσπιστου ποιήματος βορά της έκθεσης και των ανέμων του χρόνου».

Μπορεί το ποίημα, ανυπεράσπιστο, να αντισταθεί στην πλαστοπροσωπία της μουσικής (και λέω πλαστοπροσωπία, μια και η μελοποιία προσθέτει μουσική στην ήδη ελλοχεύουσα στις λέξεις);

Τι κοινό ύφος Victor Hugo συντηρείται από μελοποιήσεις τόσο διαφορετικές όσο αυτές του Lalo, του Liszt, του Brassens, και πώς διασώζεται ο πραγματικός Verlaine μέσα από μουσικά παντρολογήματα του Reynaldo Hahn, του Ravel, του Léo Ferré;

«Το παντρεμένο ποίημα» γράφει ο Μέσκος, «σαν αρχαίο πρόβατο, αρνείται πεισματικά την άλλη στάνη.»

Η κυριότερη ένστασή μου στη μελοποίηση συνίσταται στο ότι η όποια μελωδία (όσο καλύτερη τόσο το χειρότερο) αλλάζει τη σχέση του βλέμματός μας με το ποίημα, το φωτίζει διαφορετικά και, εντέλει, το μεταβάλλει σε λυμένο γρίφο που μας στερεί τον αναγνωστικό, δημιουργικό τονισμό.

Χρειαζόμαστε τα τραγούδια, όποιο όνομα κι αν φέρουν (μπαλάντα, μαδριγάλι, lied, chanson, mélodie) ή όποια μορφή κι αν διαθέτουν.

Αναρωτιέμαι, όμως, αν τα τραγούδια χρειάζονται τη μεγάλη ποίηση για να υπάρξουν. Το ερώτημα είναι σχεδόν ρητορικό, μια και μερικά από τα πιο λαμπρά δείγματα του είδους υφάνθηκαν πάνω σε δεύτερης κατηγορίας ή και αφελή στιχουργήματα από ελάσσονες ποιητές.

Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει αν η μεγάλη ποίηση κέρδισε όποτε ο ιστός της μελωδίας πλέχθηκε περίτεχνα επάνω της.

Ανήκω σ’ εκείνους που υπερασπίζονται την «καθαρή» αυτοτέλεια των ποιημάτων και, ίσως  γι’ αυτό, θέλοντας να προφυλάξω τον εσωστρεφή (για το βλέμμα μόνο) ήχο του ποιήματος, αρνούμαι ακόμα και τη μεγαλόφωνη ανάγνωση που στερεί από τον αναγνώστη τη δυνατότητα της εσωτερικής περιπλάνησης και το δικαίωμά του στη σιωπηρή ρυθμολογία των στίχων.

Κατά συνέπεια, με παρηγορεί να ισχυρίζομαι πως, αφού κάθε συνθέτης προσφεύγει αναγκαστικά και σε σημαντικά ποιήματα, δε μελοποιεί το ίδιο το ποίημα, αλλά μόνο την εντύπωσή του.

Η μελοποίηση παραμένει, εντέλει, περισσότερο ένα σχόλιο πάνω στο ποίημα, μια διερεύνηση των συναισθημάτων που το ίδιο προκαλεί, αναζητώντας παράλληλα, μέσω της μουσικής, κάποιες ηθικές αντιστοιχίες.

Το έργο έχει μεταφερθεί πια σε μια ουτοπική σφαίρα όπου ο γρίφος της έννοιας έχει λυθεί, και αναθρώσκει μόνο το άρωμα των λέξεων – σαν ανάμνηση των στίχων. Λες και πραγματικά το ποίημα απουσιάζει, έστω και αν ακούς τα κομμάτια του, και παραμένει ωσεί παρόν με την ίδια έννοια που ο Μουσόργκσκι μεταφέρει σαν ερεθιστική μνήμη τούς χρωματικούς υπαινιγμούς του Χάρτμαν.

Επιχειρώντας ηθελημένα να ξενίσω, ισχυρίζομαι πως το ωραιότερο τραγούδι πάνω σε μεγάλο ποίημα παραμένει το «Πρελούδιο στο απόγευμα ενός φαύνου», καθώς ο Debussy ανασυνθέτει μαγικά όλους τους στίχους χωρίς να χρησιμοποιεί κανέναν, με έναν μεγαλοφυή αντικατοπτρισμό που επιτρέπει στο μεν αφτί ν’ ακούει, θαρρείς, τις λέξεις, στο δε βλέμμα ν’ απορροφά όλο το κείμενο του Mallarmé, αλώβητο.

Να με συμπαθάν οι διαφωνούντες, αλλά, στην ποίηση, από τη μουσική του συνθέτη προτιμώ τη μουσική του αναγνώστη.

Γιάννης Ευσταθιάδης
(
Κείμενο από το Δεύτερο Βιβλίο με τις Αντιστίξεις)

Εκτύπωση του άρθρου