Εκτύπωση του άρθρου

Στην ελληνική μυθολογία, ο Φόβος εμφανίζεται στον κόσμο από το ζευγάρωμα του Άρη με την ερωμένη του Αφροδίτη. Μαζί με τον αδελφό του Δείμο ή Τρόμο,  ακολουθεί πάντα τον πατέρα του σε  όλους τους μεγάλους πολέμους. « Ο φονικός Άρης ορμά στη μάχη κι έχει κοντά του τον Φόβο, τον δυνατό και ατρόμητο γιό του, που και τον γενναιότερο πολεμιστή φοβίζει» (Ιλιάδα, Ν299).

Αλλά και στο Ηλιακό μας Σύστημα, εδώ και δισεκατομμύρια χρόνια, ο Φόβος είναι ήδη παρών, ένας μικρός δορυφόρος που μαζί με τον προσόμοιο του Δείμο ή Τρόμο, συνοδεύουν τον πλανήτη Άρη στην περιφορά του γύρω από το μεγάλο, φωτεινό άστρο του Ήλιου. Η Γη καθώς περιστρέφεται συνεχώς ανάμεσα στη θερμή Αφροδίτη και τον ηφαιστειώδη κόκκινο  Άρη, γνωρίζει από τότε τον Φόβο.

«Φόβος Κυρίου, αρχή σοφίας» διδάσκει ο βασιλιάς του αρχαίου Ισραήλ Σολομών (Παροιμίες 7), προσδίνοντας μια διαφορετική υπόσταση στον Φόβο: άμορφος, ακαθόριστος αλλά συνεχώς παρών στις Ιερές Γραφές είναι ο κραταιός παραστάτης του Θεού στη σχέση του με τον άνθρωπο. «Δόξα και καύχημα», «ανώτερος από κάθε αρετή» (Σοφ.Σειράχ Κ1,11/ Σολ. 23,27) είναι ο  υπέρτερος παιδαγωγός του άνθρωπου στην πορεία του προς την καθαγίαση. «Το μεγαλύτερο αγαθό δεν είναι η απόκτηση χρημάτων, αλλά η απόκτηση φόβου για τον Θεό» συμπληρώνει ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος (Εις Ανδριάντας ομιλία Β).

Στη φιλοσοφία, την κοινωνιολογία, την ψυχολογία αργότερα,  ο Φόβος είναι πλέον μόνον ανθρώπινος και μάλιστα πανανθρώπινος. Ως  υπαρξιακή αγωνία διαφορετικά εκφραζόμενη σε κάθε άνθρωπο απασχολεί τον Δανό θεολόγο και φιλόσοφο Κίρκεγκωρ. Ο υπαρξιστής Μάρτιν Χάιντεγκερ τον ταυτίζει με το άγχος του ανθρώπου για τον μηδενισμό του μετά θάνατον, επίγνωση που μπορεί ωστόσο να τον οδηγήσει στην αυθεντικότητα της ύπαρξης του ενόσω ζει.  Ο  ψυχαναλυτής Φρόυντ τον συναντά και τον μελετάει στα βάθη της ταραγμένης ψυχής,  στις ασυνείδητες λειτουργίες  της ανθρώπινης προσωπικότητας.

Η Ποίηση συναντιέται και συνδιαλέγεται με τον Φόβο  από καταβολής κόσμου. Πανάρχαιοι και οι δύο, συμπορεύονται στον χρόνο, ο Φόβος ως έμφυτο αίσθημα που υπακούει στο αρχέγονο ένστικτο της αυτοσυντήρησης, η Ποίηση ως διέξοδος και έκφραση του. Πριν καν την ανακάλυψη της γραφής, στις πρωτόγονες ακόμα τελετουργίες, ο άνθρωπος εκτονώνει το δέος του για τη ζωή και τον θάνατο με επιφωνήματα, κραυγές, ιαχές και θρήνους. Ο άναρθρος αυτός πρώτος ποιητικό λόγος,  ενώ εξελίσσεται σε προφορική και γραπτή έκφραση συνεχίζει  τη στενή σχέση του με τον Φόβο σε μυθολογίες, κοσμογραφίες, ιερά συγγράμματα, φιλοσοφίες και επιστήμες, με κείμενα που αγγίζουν  συχνά την  υψηλή ποίηση.

Στην  Ποιητική του, ο  Αριστοτέλης,  στον ορισμό της Τραγωδίας, διακρίνει τον ‘Ελεο και τον Φόβο  ως μέσα κάθαρσης για την ψυχική αγωνία  του θεατή που μετέχει στα δρώμενα:  ο  ’Ελεος είναι το συναίσθημα της συμπόνιας  που αισθάνεται ο θεατής βλέποντας τον ήρωα να υποφέρει, ο Φόβος είναι η αγωνία του για την αβεβαιότητα της δικής του μοίρας καθώς ταυτίζεται με τον ήρωα.  Μέσα από τον Έλεο και τον Φόβο επέρχεται τελικά  η «κάθαρση» της ψυχής του θεατή, ένα «ξεκαθάρισμα» των συγκινήσεων που έχει νιώσει, η ανακούφιση από την αναγνώριση και επίγνωση τους, η επακόλουθη αίσθηση της ψυχικής γαλήνης.  Η Ποιητική μιλά για την ψυχολογική και ηθική αξία της τραγικής ποιητικής τέχνης, αξίες που αναγνωρίζει κανείς σε  κάθε μορφή της ποίησης.

….Φοβάμαι τους ανθρώπους/που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν/ και τώρα σε λοιδορούν/ γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο./Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους./Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.»..[Μανόλης Αναγνωστάκης «Φοβάμαι»]

…. Ήρθε ο φόβος και σάρωσε/ όλα τα πάθη./ Ο έρωτας τώρα μοιάζει/ πότε με ζητιάνο στη γωνιά/ και πότε με γελωτοποιό χωρίς δουλειά/ αφού κανέναν πια δεν κάνει να γελάσει / Ένα είναι το πάθος· ο φόβος/ π’ απλώνεται σαν σάβανο/ και όλα τα σκεπάζει./ Φόβος για την κατάρρευση της φύσης, του κορμιού, του κόσμου….[ Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ «Φόβος το νέο πάθος»]

…  Δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας,/ οἱ σπόροι τους φυτρώνουν δάσος σκοτεινό,/ στις λόχμες του ὁ φόβος ενεδρεύει./

Ζώα μικρά και ζώα άγρια το κατοικούν,/ ὄχεντρες έρπουν και ρημάζουν τις φωλιές μας,/ λιοντάρια ετοιμάζονται να μας ξεσκίσουν…[Ντίνος Χριστιανόπουλος «Το Δάσος»]

Ψες, εφοβήθηκα πολύ το θάνατο, –/ μέσ’ στο σκοτάδι και στο ψύχος – όλες εκείνες οι πόρτες ανοιχτές τον άφηναν ελεύθερον νάρθει κοντά μου./ Τον προμηνούσε το ψυχρό σκοτάδι./ Μονάχο ήταν το σώμα μου και φοβισμένο,/ που φοβούνταν, δεν μπορούσε/ με τη ζωή του να επιβληθεί,/ δεν πίστευε σ’ αυτή,… [Ζωή Καρέλλη «Φόβος»]

- Μάνα μου , σκιάζομαι πολύ/   Μη πεθαμένοι βγούνε./ - Σώπα , παιδάκι μου/  οι νεκροί/   Την πλάκα τους βαστούνε. [ Διονύσιος Σολωμός «Το κοιμητήρι»]

 …Τη μιαν ημέρα έτρεμα/ την άλλην ανατρίχιαζα/ μέσα στο φόβο/ μέσα στο φόβο /πέρασε η ζωή μου…» (Μίλτος Σαχτούρης)

Εκείνος που μ’ ανέκρινε/ ήξερε πως φοβόμουν/ μα δεν του αρκούσε / ήθελε να με κάνει/ κι άλλο να φοβηθώ/ αυτό ήταν το λάθος του/ γιατί είχα φτάσει πια/ εκεί που τελειώνει ο φόβος./ Δεν του απάντησα σε τίποτα/ έχει κι ο φόβος τα όριά του/ όμως αυτό δεν το ήξερε/ όπως δεν το ήξερα κι εγώ/ αργότερα το κατάλαβα/ πόσο φοβόταν κι εκείνος…[ Τίτος Πατρίκιος «Η ανάκριση»]

Μέσα στον φόβο και στες υποψίες,/ με ταραγμένο νου και τρομαγμένα μάτια,/ λυώνουμε και σχεδιάζουμε το πώς να κάμουμε/ για ν’ αποφύγουμε τον βέβαιο /τον κίνδυνο που έτσι φρικτά μας απειλεί./ Κι όμως λανθάνουμε, δεν είν’ αυτός στον δρόμο / ψεύτικα ήσαν τα μηνύματα (ή δεν τ’ ακούσαμε, ή δεν τα νοιώσαμε καλά)…. [Κ. Καβάφης «Τελειωμένα»]

Δεν έγραψα ποτέ ποιήματα./ Ό,τι διαβάζετε,/είναι ο τρόμος της ψυχής μου./ Δοσμένος σε παραλλαγές. [ Χρίστος Λάσκαρης «Ο τρόμος μου σε παραλλαγές»]

Τυχαία επιλεγμένα αποσπάσματα από την ελληνική ποίηση αποδίδουν μορφή και σχήμα σε «παραλλαγές» του πολυπρόσωπου Φόβου, έγκλειστου στην ανθρώπινη ψυχή: «φοβάμαι τους ανθρώπους’, «ήρθε ο φόβος και σάρωσε όλα τα πάθη», «δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας… ο φόβος ενεδρεύει», «ψες, εφοβήθηκα πολύ το θάνατο», «μάνα μου , σκιάζομαι πολύ μη πεθαμένοι βγούνε», «μέσα στον φόβο πέρασε η ζωή μου», «έχει κι ο φόβος τα όρια του», «ψεύτικα ήσαν τα μηνύματα (του φόβου)», «ό,τι διαβάζετε, είναι ο τρόμος της ψυχής μου»…

Σε όλες σχεδόν τις σελίδες της παγκόσμιας ποίησης  ο Φόβος δηλώνει παρών. Μέσω της ποίησης όμως  αλλάζει υπόσταση: ανακτά τις πραγματικές αναλογίες του όταν ο ποιητής  τολμά να ανελκύσει το φάντασμα του από τα βάθη του άλογου κόσμου στην επιφάνεια του εαυτού και να αντικρύσει το πραγματικό σχήμα του, ποτέ τόσο απειλητικό όσο φοβόταν. Και ο αναγνώστης, από την πλευρά του, ενώ ακολουθεί τα ψυχικά δρώμενα στο ποίημα, συμμερίζεται την εναγώνια εξέλιξη τους ταυτιζόμενος με τον ποιητή, ως  «όμοιος» του. Τελικά το ποίημα  οδηγεί και τον ποιητή και τον αναγνώστη στην  καίρια κίνηση τους προς τον  Φόβο, όχι πλέον υπό αυτόν. Είναι ίσως αυτή  η «καθαρτήρια» κίνηση της ψυχής  με την καθολικότερη σημασία του Αριστοτελικού όρου.

Μάρω Παπαδημητρίου

Κάθε άγγελος είναι τρομερός, λέει ο Ρίλκε, ενώ η διαχρονική πρωτοπορία ήθελε και θέλει το ποίημα να προκαλεί μια εσωτερική ταραχή, πολύ κοντά στην ανασφάλεια, επομένως και τον αδιόρατο φόβο.

Άρα, η ποίηση έχει σχέση με τον «φόβο», και προκαλεί σίγουρα το δέος, όταν είναι μεγάλη. Όπως ο άγγελος του Ρίλκε. Ή ο Έλιοτ όταν μουρμουρίζει τη φράση : I will show fear in a handful of dust. Εκφράζει επίσης αρκετές φορές τον εσωτερικό φόβο, την άκρα ευαισθησία, που και το παραμικρό τρέμουλο ενός φύλλου τη γεμίζει με ρίγος κι αγωνία. Κι αυτό δεν είναι από μαλθακότητα ή αδυναμία, αλλά από υπερβολική δεκτικότητα και αυτόματη ενεργοποίηση της καλπάζουσας φαντασίας. Ή ακόμα περισσότερο, εκφράζει τον παράξενο φόβο που νιώθουν κάποια άτομα αυτιστικά. Όταν τα αντικείμενα χάνουν κάθε σχέση με τη λογική και την όποια συναισθηματική τους αξία, και γίνονται υλικά της πιο απροσδόκητης, αδιανόητης μεταφορικής τόλμης, γυμνά και μεταφυσικά όπως στους πίνακες του De Chirico. Φόβος του παράδοξου της ζωής, όπως στις σκηνές των ονείρων λίγο πριν εξελιχθούν είτε σε στιγμές αβάσταχτης πληρότητας είτε σε στιγμές αφόρητου εφιάλτη, που όμως και τα δυο σε ξυπνούν στο τέλος με τον ίδιο απότομο τρόμο.

Κάθε άγγελος είναι τρομερός. Ακόμα κι αυτός που φέρνει την καλή είδηση, το δώρο του ποιήματος- χέρι που ευλογώντας ξεφυτρώνει μέσα απ’ το χρυσό του μανίκι απότομα σαν  κρίνο ασημένιο. Πώς αλλιώς ; Αφού η Ομορφιά δεν είναι παρά η αρχή του τρομερού….

Στρατής Πασχάλης

             σημειώσεις για τον Ανδρέα Κάλβο

Όσοι το χάλκεον χέρι
βαρύ του φόβου αισθάνονται,
ζυγόν δουλείας, ας έχωσι·
θέλει αρετήν και τόλμην
                η ελευθερία.   

Με τους παραπάνω πολύ γνωστούς στίχους ο Ανδρέας Κάλβος αρχίζει την Ωδή «Εις Σάμον». Το χέρι του φόβου όχι μόνο στον προαναφερθέν, αλλά σε όλα τα ποιήματά του είναι βαρύ και αιωρείται πάνω από τον άνθρωπο με τον κίνδυνο να τον διαλύσει. Κι όμως ο άνθρωπος που μάχεται, εκείνος μόνο που ενδιαφέρει και αναδεικνύεται στα ποιήματα του Κάλβου, από τον φόβο γεννά την ελευθερία του, την ατομική και συλλογική του συνείδηση, τη γενναία του απάντηση στα μεταφυσικά ερωτήματα και στην προσπάθεια τοποθέτησής του στον κόσμο.

Η θέση και η σημασία του φόβου στην ποίηση του Ανδρέα Κάλβου φαίνεται καθαρά και αποκτά ευρύτερες διαστάσεις στο ποίημα «Εις θάνατον». Εκεί ο ποιητής βρίσκεται γονατισμένος μέσα σε ένα ναό χωρίς να γνωρίζει γιατί, ενώ γύρω του η Οικουμένη είναι σκοτεινή και ήσυχη μέσα στην απόκοσμη νύχτα. Γύρω λείψανα, ο θάνατος τον περικυκλώνει και ένας μυστηριώδης άνεμος που ανοίγει τα παράθυρα, ενώ η σελήνη λούζει τις μορφές. Και να τότε ο τρόμος:

τί εναι; τί παθαίνω;
ρθα ες τν κεφαλήν μου
στέκονται τρίχες!... λείπει
ναπνοή μου!

Ο ποιητής βρίσκεται μπροστά σε ένα όραμα: η ταφόπλακα σείεται και από ένα θυμίαμα δημιουργείται μια μορφή. Ο ποιητής παρά τον φόβο δεν φεύγει. Αναρωτιέται περί τίνος πρόκειται:

Τί εσαι; επέ μου; πλάσμα,
φάντασμα το νοός μου
τεταραγμένου;
ζωντανς εσ᾿ νθρωπος,
κα κατοικες τος τάφους;
χαμογελάεις;.... ν φηκας
τν δην.... παράδεισος
επέ μου ν σ᾿ χ.

Η απάντηση της μυστηριώδους μορφής είναι κάθετη – για τον θάνατο ο ζωντανός δεν πρέπει να μάθει περισσότερο από όσο του αρμόζει -  ενώ συγχρόνως αποκαλύπτεται και η ταυτότητά της:

-Mη μ᾿ ρωτς· τ νέκφραστον
μυστήριον το θανάτου
μν ρευνς· τ στήθη,
τ στήθη πο σ᾿ βύζασαν
μπρός σου βλέπεις.

Ο φόβος από αυτό τον σημείο ξεδιαλύνεται και γίνεται πόνο βαθύς, γιατί είναι αδύνατον ο ποιητής να αγκαλιάσει τη μάνα. Κλαίει και η μητέρα τον παρηγορεί:

Μειδίασον, χαίρου φίλε μου,
μλλον· λλ᾿ ν πίκρα,
τι τν λιον φηκα,
τώρα σ κυριεύ,
παρηγορήσου.

Και στη συνέχεια η παραμυθία της θυμίζει τον Σωκράτη στον Φαίδωνα», ο οποίος όταν όλοι γύρω του κλαίνε γιατί θα τον χάσουν, εκείνος απαντά πως δεν υπάρχει λόγος λύπης, αφού η ψυχή του δεν θα πάθει κάτι χειρότερο από αυτό που της συμβαίνει μέσα στον εγκλωβισμό της θνητής κατάστασης. Έτσι και η μητέρα του ποιητή αφήνει να εννοηθεί ότι η κατάσταση της ψυχής είναι καλύτερη τώρα από ό,τι στην επίγεια ζωή:

Τί κλαίεις; τν κατάστασιν
γνοες τς ψυχς μου·
κα ες τοτο τ μνμα
τ σμα μου ναπαύεται
π τος κόπους.

Στη συνέχεια η αναφορά στον φόβο επιστρέφει, αφού η νεκρή λέει ότι οι φόβοι των θνητών είναι μόχθος και μαζί με όλα τα όλα συναισθήματα, ακόμη και με τις χαρές, το μόνο που κάνουν είναι να βασανίζουν. Αντίθετα οι νεκροί:

παντοτινν ερήνην
πολαύσαμεν, φοβοι,
λυποι, δίχως νειρα
χομεν πνον.

Το μεγάλο κέρδος του θανάτου λοιπόν είναι η απαλλαγή από τον φόβο.Στο επόμενο μέρος του ποιήματος μέσα από τα λόγια της νεκρής μητέρας ο ποιητής τινάζει οριστικά από πάνω του τον φόβο. Συνειδητοποιεί ότι είναι μάταιο να στέκει κανείς δειλός και φοβισμένος μπροστά στο άφευκτο. Εξάλλου ακόμη και οι στιγμές της ασφάλειας είναι ψευδαισθήσεις, αφού να πώς περιγράφει την ανθρώπινη μοίρα η νεκρή σε μια από τις ωραιότερες στροφές της νεοελληνικής ποίησης:

Υέ μου πνέουσαν μ᾿ εδες
λιος κυκλοδίωκτος,
ς ράχνη, μ᾿ δίπλωνε
κα μὲ᾿ φς κα μὲ᾿ θάνατον
καταπαύστως.

Η νύκτα τελειώνει, τα φάντασμα χάνεται και ο ποιητής μένει μόνος. Δεν είναι όμως πια ο ίδιος. Μπορεί να λυπάται ακόμη, μπορεί να νοσταλγεί τη μητρική αγκαλιά όπως τότε που ήταν παιδί, αλλά δεν φοβάται πια, νίκησε το μεγάλο όριο που η φύση έβαλε στον άνθρωπο:

Τώρα, τώρα τ χείλη μου
δύνανται ν φιλήσουν
το θανάτου τ γόνατα·
ν στέψω τ κρανίον του
δύναμαι τώρα.
Πο εναι τ ρόδα; φέρετε
στεφάνους μαράντους·
τν λύραν δότε· μνήσατε·
φοβερς χθρς
γινε φίλος.

Δεν νικήθηκε ο θάνατος, αλλά ο φόβος αυτού και ο άνθρωπος έτσι ελευθερώθηκε και μπορεί να επιλέξει τον δρόμο του, με τον ίδιο τρόπο που οι «Ελεύθεροι πολιορκημένοι» επιλέγουν τον δικό τους δύσκολο δρόμο. Γράφει ο Κάλβος για τον καινούριο του εαυτό στις τελευταίες συγκλονιστικές στροφές:

Ποος νθρωπος ες κίνδυνον
εναι; τώρα πο βλέπω
τν θάνατον μὲ᾿ θάρρος,
γ κρατ τν γκυραν
τς σωτηρίας.
γ τώρα ξαπλώνω
σχυρν δεξιν
κα τν τιμον σφίγγω
πλεξίδα τν τυράννων
δολιοφρόνων.
γ τ σκπτρα στάζοντα
αματος κα δακρύων
καταπατ· κα καίω
τς δεισιδαιμονίας
τ βαρ βάκτρον.
πάνω ες τν βωμν

τς ληθείας, τ σφάγια
τώρα γ ρίπτω· μ᾿ φθονα
τν λίβανον σωρεύω,
μ᾿ φθονα χέρια.
ς π᾿ να βουνν
ετς ες λλο
πετάει, καγ τ δύσκολα
κρημν τς ρετς
οτω πιβαίνω.

Ο Ανδρέας Κάλβος λοιπόν μας διηγείται τη μοναδική, την αιώνια ιστορία του ανθρώπου, μια ιστορία που συμπυκνώνεται στη λεπτή εκείνη στιγμή που ο τρόμος μετατρέπεται σε δύναμη εσωτερική και κατανόηση. Όπως όταν οι γιαγιάδες μας διηγούνταν τα πιο τρομακτικά παραμύθια, για να συμφιλιωθούμε με τον φόβο και να περάσουμε αργά το κατώφλι της ωριμότητας.

Άννα Γρίβα

Ο φόβος του
(σχέδιο πρωτεϊνικής διασώσεως)

πως θα χαθεί σε απόμακρα εμπορικά κέντρα
με τη νύχτα που πέφτει
τερατώδες σκοτάδι
κτήρια από κουτιά μακαρονιών
μόνο αυτός να ξέρει για το φόβο
που κάνει μικρές εμφανίσεις
μέχρι να βρει τον οικείο του κύκλο
σαν από θαύμα γλυτώνοντας
σε πλάγιο φως
στις ήσυχες αντανακλάσεις
αλλά και πάλι μπορεί
αυτό που φοβάται
να τον έκλεισε
για μετά.

Ο φόβος του 2
(ο εξορκιστής)

Επιτέλους βράδυ Παρασκευής
θα χτυπήσει την πόρτα
ταλαίπωρος πραματευτής
το κακό θα βρίσκεται βολεμένο
θα μυρίζει χαλβά
τι μας πουλάτε
ή μάλλον σε ποιον
κι ενώ θ’ απαντά
άλλα θα πει.
Μας τιμάτε.

Ελισάβετ Αρσενίου

Στο Εξιλαστήριο θύμα, έργο που έγραψε στα ’70s’, o Rene Girard καταγγέλλει την αποϊεροποίηση του σύγχρονου πολιτισμού: αν κυνηγήσουμε το τέρας και στο τελευταίο του καταφύγιο, ίσως το εξαγριώσουμε διά παντός. Αναφερόμενος στον Ευριπίδη εξαίρει την ταλάντευση του τραγικού ποιητή μεταξύ «τόλμης» και «φόβου», την άρνησή του να παραβιάσει το ταμπού, να διαπράξει μια ύβρη πιο επικίνδυνη από εκείνη των ηρώων του και να αποκαλύψει το ρόλο της βίας στις ανθρώπινες κοινωνίες… Είναι ο φόβος, πράγματι, το ταπεινότερο ανθρώπινο κίνητρο. γίνεται μήπως εδώ όμως και ένας ασφαλής μηχανισμός οριοθέτησης ή ιεροθέτησης; 

Η διελκυστίνδα φόβου-τόλμης, βρίσκεται, νομίζω, στη βάση της ποιητικής αλλά και σύνολης της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Η διαλεκτική ανάμεσα στο κεκρυμμένο και το αποκεκαλυμμένο∙ ένα  παιχνίδι. Η Hannah Arendt μας λέει πως η τόλμη συνίσταται στο να αφήνει κανείς την ιδιωτική του κρυψώνα και να εκτίθεται. Να ανεβαίνει στη σκηνή. Να αναμετράται με μια κόλλα χαρτί. Να δαμάζει το τέρας μέσα του. Τον εαυτό του.

***
Το 1968 οι Beatles ηχογραφούν το Blackbird. Ο Paul McCartney είχε δηλώσει τότε πως έγραψε τους στίχους εμπνεόμενος από τις φυλετικές αναταραχές στην Αμερική. Στην επικράτεια ενός φόβου που παραλύει αλλά και καταλύεται με βήμα ταχύ, ο θάνατος, ο χρόνος, η ελευθερία, μερικοί από τους κοινούς τόπους της ποίησης, είναι εδώ.

Blackbird singing in the dead of night
Take these broken wings and learn to fly
All your life
You were only waiting for this moment to arise

Blackbird singing in the dead of night
Take these sunken eyes and learn to see
All your life
You were only waiting for this moment to be free

Blackbird fly
Blackbird fly
Into the light of the dark black night

Μαύρο πουλί στη μαύρη νύχτα τραγουδά
Μάθε να πετάς με σπασμένα φτερά
Μια ζωή
Ήθελες μονάχα να φανεί αυτή η στιγμή

Μαύρο πουλί στη μαύρη νύχτα τραγουδά
Μάθε να κοιτάς με τα μάτια τυφλά
Μια ζωή
Ήθελες μονάχα μια ελεύθερη στιγμή

Πέτα
Μαύρο πουλί
Μέσα στο φως της μαύρης νύχτας

(μετ. Σάρα Θηλυκού)

***

Είναι η τέχνη μια αδιαμεσολάβητη καταγραφή; Είναι η έκθεση μια αδιαμεσολάβητη εμπειρία; Είναι η ζωή ένας αδιαμεσολάβητος φόβος;  Στη ζωή μου, το μόνο μου πάθος ήταν ο φόβος, λέει ο Thomas Hobbes. Συνιστά ασυγχώρητο comme il faut για την τέχνη ο φόβος της έκθεσης; Όμως και αυτή η ίδια η υπερ-έκθεση της εποχής μας, όπου κανείς δεν φαίνεται να φοβάται καμία πρόκληση αλλά και καμία πρόκληση δεν φαίνεται να προκαλεί κανέναν, δεν συνιστά την άλλη όψη του ίδιου πράγματος;  Όταν τα λες όλα, δεν λες τίποτε. ‘Η, όπως ο Slavoj Žižek το θέτει, ορισμένες φορές, το να είναι κανείς απόλυτα ειλικρινής είναι ο πιο αποτελεσματικός και πανούργος τρόπος να εξαπατήσει τον Άλλο. 

Σήμερα αμβλυμμένα τα αισθητήριά μας μαρτυρούν το κατεξοχήν σύμπτωμα  της εποχής: κόρος, το όνομά του. Για την θεωρία του για τον κόρο, μεταξύ –πολλών- άλλων, καταδικάστηκε ο Ωριγένης από την Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο, τρεις αιώνες μετά τον θάνατό του. Ιδού το αρχέγονο αμάρτημα, όπως, νομίζω, το συνέλαβε ο Roberto Benigni, και όπως το θυμάμαι, στην ταινία του Ο διαβολάκος (Il piccolo diavolo, 1988).

Ένας καθολικός ιερέας, ο Walter Matthau, ζητά από έναν διαβολάκο, τον Μπενίνι, να του εξηγήσει γιατί εξέπεσε. Εκείνος του προτείνει να κάνουν μια αναπαράσταση. Μόνο που οι ρόλοι θα αντιστραφούν. Ο ιερέας θα παίξει τον διαβολάκο ενώ ο διαβολάκος τον Θεό. Ο ιερέας-διαβολάκος καλείται να αρχίσει να δοξολογεί τον Θεό-διαβολάκο, χορεύοντας γύρω του, προσκυνώντας τον κ.ο.κ. Όταν μετά από αρκετή ώρα ο Ματάου διαμαρτύρεται ότι κουράστηκε και θέλει να σταματήσει ο Μπενίνι αναφωνεί: Είδες; Αυτό έπαθα κι εγώ.          

Αν η θέα του Θεού στην αιωνιότητα προκαλεί μιαν άφατη μακαριότητα που δεν γνωρίζει κορεσμό, δεν ισχύει το ίδιο για τη θέα του τέρατος σήμερα. Ας το φοβόμαστε λίγο. Και ας αφήνουμε κάτι στο σκοτάδι. Κάτι που να μπορεί ακόμη να μας συγκινεί. Όπως φωτίστηκε, σε μια σκηνή από την παράσταση Μορφές από το έργο του Βιζυηνού, το πρόσωπο της Άννας Κοκκίνου: το μισό.

Σάρα Θηλυκού       

Εκτύπωση του άρθρου