Εκτύπωση του άρθρου


ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗΣ



ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΦΡΑΣΗ


Αν και παρατηρείται, τα τελευταία χρόνια, μια ανάκαμψη της ποιότητας του ποιητικού λόγου, θεωρώ πως η ποίηση που γράφεται σήμερα δεν βρίσκεται στο επίπεδο  των προπολεμικών γενεών και της γενιάς του τριάντα. Τα ταλέντα δεν λείπουν, αλλά σπανίζει και το δούλεμα του στίχου -η τεχνική μαεστρία- και η μαγεία που απέπνεαν τα καλύτερα έργα άλλων εποχών. Το γενικό χαμηλό επίπεδο αλλά και ο ποσοτικός πληθωρισμός που δημιουργούν οι εκατοντάδες εκδιδόμενες κάθε χρόνο ποιητικές συλλογές  προκαλούν δυσθυμία.

Εξ ίσου δυσοίωνη φαίνεται πως είναι κι η κατάσταση στην πεζογραφία, με όλα αυτά τα τερατώδη πολυσέλιδα μυθιστορήματα που διοχετεύει στην αγορά η σύγχρονη εκδοτική βιομηχανία.

Το δοκίμιο, αντίθετα, βρίσκεται σε καλή περίοδο, χάρη σε μια ευάριθμη κατηγορία λογίων, οι οποίοι το θεραπεύουν, μακριά από τους καταναγκασμούς που επιβάλλει η ακαδημαϊκή βιομηχανία μαζικής παραγωγής μελετών κι επιστημονικών εργασιών. Μιλάω για εκείνους τους λογίους που τους απασχολεί  η μάχη των ιδεών περισσότερο από τη μάχη της καθέδρας. Αναφέρω ενδεικτικά, τον Κωστή Παπαγιώργη, τον Αντώνη Ζέρβα, τον Φώτη Τερζάκη, τον Κώστα Κουτσουρέλη. Το πόσο θα αντέξει αυτό το προπύργιο του ελεύθερου στοχασμού μέσα στη γενική επέλαση των πανεπιστημιακών ερπυστριοφόρων δεν το γνωρίζω. 

Θα σταθώ στο δοκίμιο του Αντώνη Ζέρβα για τον Λορεντζάτο, που φέρει τον τίτλο «Ο Ζήσιμος Λορεντζάτος και το πρόβλημα της νεοελληνικής έκφρασης» και δημοσιεύθηκε το 1995 στον τόμο Αντί Χρυσέων, αφιέρωμα στον Ζήσιμο Λορεντζάτο από τις εκδόσεις Δόμος και τη Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, γιατί αποτολμά μια ενδιαφέρουσα συνολική θεώρηση της ελληνικής παράδοσης.

Αφετηρία αυτής της ανασκόπησης είναι δύο φράσεις του Σεφέρη: η διαπίστωσή του πως δεν έχουμε μυστικούς και η ομολογία του πως δεν κατάφερε να μεταφράσει τα Κουαρτέτα του Eliot, επειδή τον σταμάτησε το φάσμα του Σολωμού. 

Ας αφήσουμε πως προς το παρόν την δεύτερη ομολογία, η οποία θα μας οδηγήσει σε αγκαθερό δρόμο, κι ας επικεντρωθούμε στην πρώτη σεφερική ρήση. Τι σημαίνει ο λόγος του Σεφέρη πως τον σταμάτησε το φάσμα του Σολωμού; Επεξεργαζόμενος τις απόψεις των Ζέρβα- Λορεντζάτου θα προσπαθήσω να δώσω μιαν απάντηση. Σημαίνει πως ο Σεφέρης κληρονόμησε απ’ τον Σολωμό μιαν αντίληψη για την ποιητική έκφραση, αλλά και για την γλώσσα που αρμόζει σ’ αυτήν, εκ διαμέτρου αντίθετη με την αντίληψη που   διαπνέει τις ελιοτικές Τετραφωνίες. Η ποιητική αντίληψη που τρέφει τα Κουαρτέτα Έλιοτ εκπηγάζει από την  παράδοση του θεολογικού λόγου, ιδιαίτερα όπως  την κατεργάστηκαν ποιητικά οι άγγλοι μεταφυσικοί ποιητές του 17 αιώνα. Πρόκειται για μια ποίηση «απρόσωπη», που μεταχειρίζεται αντικειμενικά το θέμα, όπου οι λέξεις διατηρούν την κυριολεκτική σημασία τους και δεν εξαϋλώνονται σε σύμβολα και κυρίως για μια ποίηση που στοχάζεται και θεολογεί, άρα που χρησιμοποιεί αφθόνως  αφηρημένες έννοιες. Από τον Σολωμό και μετά, αντίθετα, ο λόγος εσωτερικεύεται, οι λέξεις γίνονται σύμβολα, ο αφηρημένος φιλοσοφικός ή θεολογικός στοχασμός εξοβελίζεται από την σφαίρα της ποίησης ως κατ’ εξοχήν «αντιποιητικός». Και, βέβαια, η κληρονομιά της δημοτικής όπως αυτή μεταπλάστηκε από τον Σολωμό, δηλαδή από μια γλώσσα που εκφράζει το απτό σε μια γλώσσα που εκφράζει το άυλο, πάντως όχι το αφηρημένο, είναι το πιο ακατάλληλο όργανο για να αποδοθεί ο Έλιοτ των Τετραφωνιών. 

Ωστόσο, στην ιστορία των ελληνικών γραμμάτων  υπάρχει  και μια μεγάλη παράδοση θεολογικού λόγου (η βυζαντινή), που επέτρεπε να μεταφράζονται απρόσκοπτα τα θεολογικά έργα της δύσης στην ελληνική (ας θυμηθούμε την μετάφραση του Ακινάτη από τον Δημήτριο Κυδώνη και του Αυγουστίνου από τον Μάξιμο Πλανούδη), μια παράδοση που έδωσε και πολλά έργα θεολογικής ποίησης. Αυτή η καθ’ ημάς παράδοση είναι το αντίστοιχο της παράδοσης από την οποία αντλεί ο όψιμος Έλιοτ και άρα, όπως λέει ο Ζέρβας, «μόνον η συνοικείωση με την ελληνική θεολογία και την ιδιαίτερη ρητορική και λογική επεξεργασία της θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις έννοιες και τα αφηρημένα ουσιαστικά που στοιχειώνουν  το φιλοσοφικό και θεολογικό ποίημα του Έλιοτ». Ακριβώς, εδώ στέκεται το φάσμα του Σολωμού και εμποδίζει αυτή την συνοικείωση. Μόνο αν παρακάμψουμε το φάσμα του και αντλήσουμε από το λόγιο χρυσωρυχείο, θα μπορέσουμε να αρθρώσουμε και στην ποίηση λόγο φιλοσοφικά και θεολογικά φορτισμένο ( όπως κάνει ο Παπατσώνης).

Η ραχοκοκαλιά του δοκιμίου είναι, νομίζω, η  ριζική αντίθεση ανάμεσα στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη λογοτεχνία σήμερα και στον τρόπο με τον οποίο την αντιλαμβάνονταν οι αρχαίοι κι οι βυζαντινοί, μια αντίθεση που υποβάλλεται κι απ’ την αλλαγή της σημασίας της λέξης «έκφραση». Για τους βυζαντινούς και τους αρχαίους, η έκφραση δηλώνει την περιγραφή του αντικειμενικού κόσμου –για τους νεώτερους την έκφραση συναισθημάτων, την αποτύπωση του υποκειμένου. «Το νευρικό σύστημα της ελληνικής έκφρασης είναι δικτυωμένο από παρόμοιες ανταποκρίσεις με ένα και μόνο εγκεφαλικό κέντρο: την αντικειμενική μεταχείριση της γλώσσας και την αντικειμενική παράσταση του θέματος». Η σύγχρονη αντίληψη, που την ασπάζεται κι ο Σεφέρης, θέλει τη λογοτεχνία να είναι έκφραση του υποκειμένου. Για αυτό και διστάζει να αναγνωρίσει λογοτεχνικότητα σε έργα, όπως αυτά των βυζαντινών, όπου πραγματώνεται η έκφραση με την πρώτη σημασία της. 

Μια τέτοια αντίληψη για την έκφραση, που εδώ οριοθετείται από τους αυστηρούς κανόνες της ελληνικής ρητορικής, θα σήμαινε την υπαγωγή του συγγραφέα σε μια παράδοση που τον υπερβαίνει. Ετούτη η παράδοση είναι και παράδοση λόγου αλλά και παράδοση πνευματική, πιο σωστά: χριστιανική. Ο Λορεντζάτος επιζητεί  την υπαγωγή σε αυτή την χριστιανική παράδοση, στο «χαμένο κέντρο», όπως την πραγματώνει (την υπαγωγή), τηρουμένων των αναλογιών, ο Έλιοτ στα Κουαρτέτα του. Ο Ζέρβας πηγαίνει ένα βήμα παρακάτω και θέτει το αίτημα της υπαγωγής στην προνεωτερική αντικειμενική έκφραση (κάτι που επιχείρησαν ένας Καβάφης κι ένας Παπατσώνης).

Το σχήμα που προτείνει ο Ζέρβας είναι  πιο απλά το εξής: Αρχαία και Βυζαντινή λογοτεχνία= έκφραση του αντικειμενικού, νεώτερη λογοτεχνία= έκφραση του υποκειμενικού. Σύνθεση των δύο παραδόσεων= Καβάφης, όψιμος  Έλιοτ.

Βέβαια, η πραγματικότητα είναι πάντα πιο περίπλοκη από τα θεωρητικά σχήματα που επιχειρούν να την περιγράψουν. Η έκφραση προσωπικών συναισθημάτων δεν απουσιάζει από την αρχαιότητα (π.χ. στα ποιήματα της Σαπφούς), ενώ στο Βυζάντιο σε μια σειρά εξομολογητικών «εις εαυτόν» κειμένων προσεγγίζεται η υποκειμενική έκφραση των Νέων Χρόνων. Παραθέτω  ενδεικτικά ένα ποίημα του Ιωάννη Γεωμέτρη:

 Βασίλισσά μου, βασιλέα μου, άρχοντές μου,
πόσο  θα βλέπετε τον δούλο σας ακόμα
παρατημένο, πεταμένο, δίχως φίλους,
δίχως συντρόφους, συγγενείς,  ζωή κι αδέρφια,
από τον κόσμον όλο εξόριστο με μόνη
τον φθόνο απόλαυσή του, πείτε, ως πότε θα ’μαι
εδώ περίγελως κι ως πότε  για τη χλεύη
του ήλιου το φως θα βλέπω, εγώ σκόνη και χώμα,
απ’ τους εχθρούς μου μισητός, εξαθλιωμένος,
και σαν την κόπρο σιχαμένος απ’ τους πάντες;
Με προσπεράσαν κι ο ιερέας κι ο Λευίτης.
Κι αν με προσπέρασαν, πια μ’ έχουνε τσακίσει,
κι αφού με πάτησαν σκληρά και μ’ ατιμώσαν,
μ’ αφήσαν άθλιο και γυμνό και μοναχό μου.
Κι αν με παράτησαν και μόνο μ’ ατιμώσαν,
τη δυστυχία μου να χλευάσουν ήρθαν τώρα,
χειροκροτούν,  πηδούν, καγχάζουνε, γλεντάνε.
Κι εγώ κουφός και στερημένος τώρα, Λόγε,
χωρίς καρδιά και λογισμό, λαλιά και χείλη,
νεκρός σωριάστηκα. Οικτίρμων δες με, Λόγε,
στρέψε το βλέμμα σου, ξεσφράγισε τα αυτιά σου
και την καρδιά σου. Δούλος σου είμαι, κοίταξέ με!
Να κράζω απόκαμα· Χριστέ μου, μην αργήσεις,
μήτε συ, Δέσποινά μου, Μάνα και Παρθένε,
Κόρη, Βασίλισσά μου, ελπίδα, σώτειρά μου.

Ωστόσο, ακόμα κι όταν μιλάει για τον εαυτό του ο αρχαίος κι ο βυζαντινός, η παντοδυναμία της αντικειμενικής (βλέπε ρητορικής) έκφρασης δεν διασαλεύεται. Αντίθετα, ο νεώτερος λυρικός, είναι υποκειμενικός ακόμα κι όταν μιλάει για τον αντικειμενικό κόσμο, για τη φύση π.χ.. Μ’ άλλα λόγια, σ’ όλη αυτή την εκ βαθέων  εξομολόγηση ο βυζαντινός ποιητής, όπως κι ο αρχαίος, περιγράφει πως νιώθει. Αυτή ακριβώς είναι η ρητορική μέθοδος, που εφαρμόζεται εξ ίσου και στην έκφραση(περιγραφή) του εσωτερικού κόσμου (των ψυχικών καταστάσεων και συναισθημάτων) και του εξωτερικού. Όταν όμως ο νεώτερος ποιητής μιλά ακόμη και για τον εξωτερικό κόσμο, αυτός λειτουργεί ως καθρέφτης ψυχικών καταστάσεων. Όπως λ.χ. στο γνωστό «Τοπίο» του Μήτσου Παπανικολάου:

Στον θλιμμένο κάμπο βρέχει,
βρέχει στις ελιές τις γκρίζες·
το νερό σα ρίγος τρέχει
από τα κλαδιά στις ρίζες.

Γκρίζα η ώρα, γκρίζα η χώρα.
Σκοτεινά κάτω κι απάνω·
Ξεχωρίζουν μες τη μπόρα
Τα τσαντίρια των τσιγκάνων.

Εδώ η μελαγχολία της ψυχής έχει εμποτίσει όλη τη φύση. Άρα στην μια περίπτωση (στον Γεωμέτρη και γενικά στους αρχαίους και τους βυζαντνούς)το εσωτερικό «αντικειμενικοποιείται», ενώ στην άλλη (τον νεώτερο λυρικό) εσωτερικεύεται ακόμα και το εξωτερικό. Η μετάβαση από την αντικειμενική στην υποκειμενική έκφραση είναι η μεγάλη κοπερνίκειος αντιστροφή που συντελέστηκε στη δυτική λυρική ποίηση τον 19 αιώνα από τους ρομαντικούς. 

Σε εμάς, για πρώτη φορά, την υποκειμενική έκφραση την έφερε ο Σολωμός. Στον Σολωμό ακόμα κι ο έξω κόσμος είναι γεμάτος ψυχή (ας διαβάσουμε τον πειρασμό και το πρώτο απόσπασμα του Γ΄ Σχεδιάσματος των Ελεύθερων Πολιορκημένων).  Στον Σολωμό, γράφει ο Ζέρβας, για πρώτη φορά οι λέξεις παύουν να είναι καθρέφτες και γίνονται σύμβολα. «Στα χέρια του η ατομική φωνή εξατομικεύεται και αποκτά ένα είδος πρωτόγνωρης εσωτερικότητας».

Το εν λόγω δοκίμιο (όπως κι η εν γένει δοκιμιογραφία του Αντώνη Ζέρβα)  θέτει ζητήματα, προκαλεί σε συζήτηση και αντίλογο, σίγουρα βαραίνει περισσότερο ακόμα κι από μια καλή, με τα τρέχοντα κριτήρια, ποιητική συλλογή και για αυτό αξίζει, πιστεύω, τον κόπο να το ανασύρουμε.

     

  

Εκτύπωση του άρθρου