Εκτύπωση του άρθρου

ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ 

Γιώργος Σεφέρης- Λόρδος Μπάιρον

                   Μια στάλα αίμα…  μια σταλιά μελάνι

Δύο ποιητικές φράσεις, η μία του Γιώργου  Σεφέρη –«μια στάλα αίμα» και η άλλη του Λόρδου Μπάιρον -«μια σταλιά μελάνι» με την παρεμφερή διατύπωσή τους,  συνιστούν βάση απορίας για περαιτέρω διερεύνηση πιθανών σχέσεων. Σχέσεις δια του ασχέτου που καταλήγουν σχετικές και δεν αστειεύομαι. 

Γιώργος Σεφέρης
                      Κυριακή
Δυο βαριά άλογα και ένα αργό αμάξι, αυτό ή κάτι
       άλλο,  έξω από το παράθυρό μου στο δρόμο
αυτός ο θόρυβος.
Σε λίγο θα ’χει νυχτώσει· βλέπω να με κοιτάζει ακόμη
     ένα αέτωμα γεμάτο αγάλματα ακρωτηριασμένα.
Πόσο βαριά είναι τα αγάλματα;
Προτιμώ μια στάλα αίμα από ένα ποτήρι μελάνι.

                (Λονδίνο, καλοκαίρι 1933)

Ανατρέχοντας στις ημερολογιακές εγγραφές του ποιητή, Μέρες Β΄ (24 Αυγούστου 1931- 12 Φεβρουαρίου 1934), η μόνη καλοκαιρινή Κυριακή του 1933 που καταγράφει ο Σεφέρης είναι η Κυριακή  της 18ης Ιουνίου. Το παράθεμα εντός παρενθέσεως που συνοδεύει το ποίημα μας δείχνει ότι ο Σεφέρης βρίσκεται στο Λονδίνο για υπηρεσιακούς λόγους και από τις καταγραφές φαίνεται ότι βιώνει μια αφόρητη μοναξιά και έχει κουραστεί. Ωστόσο γράφει συνεχώς. Μελετώντας την καταγραφή της Κυριακής της 18ης Ιουνίου, βλέπουμε πώς περνάει την ώρα του ο ποιητής. Πρόκειται για έναν τυπικό περίπατο, ο οποίος γίνεται για να σπάσει τη μοναξιά και την ανία του. Στον περίπατο αυτό παρατηρεί τα σπίτια που έζησαν επιφανείς άνθρωποι των  Γραμμάτων: το σπίτι της συγγραφέως Τζορτζ Έλιοτ, του Ντάνιελ Γκάμπριελ Ροσσέτι που ήταν και προραφαλητικός ζωγράφος, «ένα ρούσο κεφάλι με κοίταξε από ένα τζάμι- τα μαλλιά του μοντέλου του»,  το σπίτι του μποέμ ζωγράφου Γουίστλερ,  την «εκκλησιά του Τσέλσι», το ηλιακό ρολόι με την επιγραφή «ITA VITA FINIS ITA», το κοιμητήρι, έναν τάφο,  «ένα δέντρο που παλεύει με τον αγέρα και τη βροχή σαν να είχε βγει από το βιβλίο της Έμιλυ Μπροντέ» και άλλα. Το γενικότερο αίσθημα του ποιητή είναι η ανία, την οποία προσπαθεί να καταπολεμήσει με την περιπλάνησή του. Αυτά ως προς το δρόμο, έξω. Αργότερα στο  σπίτι, μέσα,  κάθεται στο γραφείο του και γράφει το ποίημα «Κυριακή».

Στο ποίημα ακούγεται ο ενοχλητικός θόρυβος απέξω. Όμως, από μέσα, όχι από το εσωτερικό του σπιτιού, αλλά από το εσωτερικό ψυχής, αναδύεται μια εικόνα που τον κοιτάζει: «ένα αέτωμα γεμάτο αγάλματα ακρωτηριασμένα». Μέσα στην κάμαρα, μόνος και θλιμμένος, μας θυμίζει τον Καβάφη, όταν, σε παρόμοια διάθεση και ώρα, είχε αφήσει να αναδυθεί  ο «Καισαρίων». Οι στιγμές προετοιμασίας είναι παρόμοιες. Οι δύο ποιητές  είναι μόνοι και θλιμμένοι. Ο παλαιότερος φέρνει για παρηγορία,  πικρή ωστόσο, τη μορφή του αδικοχαμένου, κατακρεουργημένου, γιου  της Κλεοπάτρας. Ο νεότερος φέρνει ένα αέτωμα με ακρωτηριασμένα αγάλματα. Η ψυχική διάθεση του Σεφέρη αντιστοιχεί στην εικόνα, εφόσον κατακερματισμένη σαν τα αγάλματα αισθάνεται τη ζωή του,  με ό,τι αυτά τα συγκεκριμένα συμβολίζουν, πέρα από αναφορές σε προσωπικό επίπεδο. Να μην ξεχνάμε ότι βρίσκεται στο Λονδίνο, όπου βρίσκονται και τα ελληνικά μάρμαρα που βιαίως απέσπασε από τον Παρθενώνα ο Έλγιν. Επομένως, το «αέτωμα» δεν είναι άλλο από αυτό που εκτίθεται στα υπόγεια του Βρετανικού Μουσείου.

Ένα χρόνο πριν, το 1932, «χωρίς τα βιβλία και τα χαρτιά» του, και τότε μόνος, με μόνες γνωριμίες «το πλήθος του δρόμου και τα μουσεία», επισκέφτηκε την Tate Gallery και στάθηκε μπροστά  στους πληκτικούς γι’ αυτόν προραφαηλητικούς ζωγράφους. Του συνέβη, λοιπόν, πολλές φορές να βγει τρέχοντας για να ξαναδεί «ένα κομμάτι από τα ελγίνεια μάρμαρα, ιδιαιτέρως, δεν ξέρω γιατί,  εκείνο που ονομάζουν Ιλισσό», ή στη National Gallery ένα μικρό πορτρέτο του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, που του «είχε κολλήσει την ανεξέλεγκτη ιδέα πως το μοντέλο ήταν ένας Κρητικός βαρκάρης» (Δοκιμές, τ. 2ος, σελ. 9-10). Τον ίδιο χρόνο, 23 Απριλίου 1932, ο Σεφέρης στέλνει ταχυδρομικό δελτάριο στον Γιώργο Κατσίμπαλη για την ονομαστική του εορτή, που εικονίζει τον «Κηφισσό» από το δυτικό αέτωμα του Παρθενώνα με το ακόλουθο σημείωμα: «Για τ’ όνομά σου διάλεξα το μάρμαρό μας, που αγαπώ περισσότερο εδώ πέρα. Τόσα χρόνια έζησε ο  ελληνισμός, θα ζήσει, θα μας ταράξει ακόμα κι εμάς και γενιές γενεών. Γεια και καλή καρδιά, σε φιλώ, Γιώργος» (Γ .Κ. Κατσίμπαλης και Γιώργος Σεφέρης, «Αγαπητέ  μου Γιώργο ».  Αλληλογραφία (1924-1970). Πρώτος τόμος. Επιμέλεια επιστολών-Σχόλια ∆ημήτρης  ∆ασκαλόπουλος, Ίκαρος, Αθήνα  2009, σ. 219).
(Να επισημάνουμε, εδώ ότι ο Σεφέρης χρησιμοποιεί τον όρο «ελγίνεια», όπως συνηθιζόταν τότε, πράγμα που εμείς σήμερα προσπαθούμε να αλλάξουμε με τη φράση «Ελληνικά Μάρμαρα» ή «Μάρμαρα του Παρθενώνα», θεωρώντας ότι το σωστό είναι τα «μάρμαρά μας» να έχουν το όνομα του δημιουργού τους ή της πατρίδας τους και όχι το όνομα του «κλέφτη»). 

Έχουμε λοιπόν την αναφορά του Σεφέρη στα δυο ποτάμια της Αθήνας, δηλωτικά της πατρίδας, σε ένα πρώτο επίπεδο νοσταλγίας, το 1932. Αλλά έχουμε και ένα αέτωμα και δυο «ακρωτηριασμένα αγάλματα», εξόριστα στο Λονδίνο, συνυποδηλωτικά μιας, σε δεύτερο επίπεδο, νοσταλγίας του πολιτισμικού παρελθόντος της πατρίδας, τα οποία αντιστοιχούν στην δική του ακρωτηριασμένη διάθεση.

Οτιδήποτε υπάρχει ελληνικό, εκεί  στο Λονδίνο, ακόμα και ακρωτηριασμένο, είναι παρηγοριά. Και το «μάρμαρό μας», ο «Κηφισσός», είναι η καλύτερη επιλογή για να ευχηθεί τα Χρόνια Πολλά  στον φίλο, στην πατρίδα, Κατσίμπαλη. Εκείνο το κτητικό «μας»  αποκτά για τον «εξόριστο» Σεφέρη μεγάλη σημασία και εκφράζει είτε τη συναισθηματικότητα και οικειότητα προς τον Κατσίμπαλη είτε  την υπόμνηση της εθνικής κληρονομιάς που βρίσκεται σε ξένο μουσείο. Η συναισθηματική αυτή νότα έχει τη σημασία της, για να κατανοήσουμε την ψυχική διάθεση του ποιητή, όταν όλοι ξέρουμε πόσο απεχθανόταν,  και γι’ αυτό απέφευγε, τους συναισθηματισμούς.

Οι επιφανείς, στων οποίων τα σπίτια απέξω περιδιαβάζει, είναι όλοι πεθαμένοι και όλοι οι χώροι γενικά και τα πράγματα, όπως και εκείνο το ρολόι με τη λατινική επιγραφή, είναι θλιβερή υπόμνηση της ματαιότητας των πραγμάτων, της διαρκούς ροής, που και ο Ηράκλειτος μας έχει παραδώσει. Όλα περνούν. Η διάθεση, επομένως,  διαμορφώνεται από τη μοναξιά αλλά και από έναν καημό που έρχεται σαν μακρινή ανάμνηση και αθεράπευτη νοσταλγία από την πατρίδα, όπως φαίνεται και στο ποίημα «Hamstead», γραμμένο σχεδόν δύο χρόνια πριν, το 1931: «θα μου ’φτανε μπροστά στο παράθυρό μου /ένα σεντόνι βουτημένο στο λουλάκι /απλωμένο σαν τη θάλασσα /θα μου ’φτανε στη γλάστρα μου/ έστω κι ένα ψεύτικο γαρούφαλο […] και θα ’πεφτα να κοιμηθώ/ γιατί δε θα ’χα/ ούτε ένα κερί ν’ ανάψω / φως/ να διαβάσω. Η ελάχιστη πραγματικότητα, όπως προβάλλει από την ανάμνηση  - λουλάκι και γαρούφαλο στη γλάστρα- είναι μια αλήθεια μικρή αλλά σημαντική για τη ζωτικότητά της, εδώ στην «ξενιτιά», όπου βρίσκεται «τριγυρισμένος από τη  μοναξιά». Με μια τέτοια διάθεση, η μνήμη εύκολα διολισθαίνει στο παρελθόν και βρίσκει πολλά δεινά να καταγράψει,  όσα η ιστορία γέννησε, συμπαρασύροντας τη ζωή του, τους ανθρώπους που αγάπησε, τα σπίτια του· όλα, όσα είχε και έχασε. Επομένως, ο καταληκτικός στίχος του ποιήματος  «Προτιμώ μια στάλα αίμα από ένα ποτήρι μελάνι» διευκρινίζει τη θέση του ανάμεσα στο λίγο και στο πολύ. Το λίγο αλλά αληθινό και ζωντανό, σαν το αίμα, σαν το  φτωχικό «λουλάκι» και το «γαρούφαλο» στη γλάστρα, που του θυμίζει την πατρίδα και θα κατέλυε την πάσης φύσεως μοναξιά του, ενώ  το πολύ, «ένα ποτήρι μελάνι», επαρκεί για να γράψει βάσανα πολλά. Και δειλά αλλά ευκρινώς προβάλλει η αρχαία μας σοφία του «ευ» που δεν έχει ανάγκη το «πολύ». 
                                                                   *
 Οι ποιητές είναι «ψεύτες». Με αυτή τη φράση ορμητήριο (Roderick Beaton, Ο πόλεμος του Μπάιρον, μτφ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. Πατάκη 2015, σ. 114 ) o Μπάιρον, ως ποιητής, παίρνει τη σκυτάλη από τον Πλάτωνα, όμως  δεν είναι ο ποιητής που μιλάει στους ακόλουθους στίχους αλλά αυτός που θέλει να γίνει νέος Προμηθέας: «Μα οι λέξεις είναι πράγματα, και μια σταλιά μελάνι/ πέφτοντας σε μια σκέψη σαν δροσιά, παράγει στη στιγμή / τροφή για πνεύμα χίλιων ίσως μύριων ανθρώπων (Δον Ζουάν).

Σ’ αυτούς τους στίχους πρέπει να κατανοήσουμε την ανάγκη που έχουν  οι λέξεις να γίνουν πράγματα, να πραγματοποιήσουν, δηλαδή, αυτά που λένε. Οπότε, «μια σταλιά μελάνι», έστω και τόσο λίγο, είναι αρκετό να κινητοποιήσει το πνεύμα χιλιάδων ανθρώπων. Αν και, ως  προς την ποσότητα του μελανιού, ο Μπάιρον βρίσκεται στον αντίποδα του Σεφέρη, η ουσία παραμένει η ίδια. Το ελάχιστο οδηγεί στο πολύ. Είτε αίμα είτε μελάνι είναι κινητοποιεί την ψυχή ή το πνεύμα,  και αυτό έχει μεγάλη σημασία. Η «σταλιά μελάνι», η «δροσιά» στη σκέψη, του Μπάιρον έχει την ίδια δυναμική που έχει η «στάλα αίμα» στην ψυχή του Σεφέρη. Γιατί «και η πιο ηρωική πράξη αποκτά νόημα μόνο αν ειπωθεί με αξιομνημόνευτο τρόπο, μόνο αν γίνει Λόγος. Αν δεν υπήρχε ο ποιητής της Ιλιάδας και της Οδύσσειας η φήμη του Αχιλλέα,  του Οδυσσέα και όλων των ηρώων του τρωικού πολέμου θα είχε εξαφανιστεί (Beaton, ό.π.). Σημασία, επομένως, έχει ο Λόγος, οι «πράξεις», οι μνημονευμένες. Θυμίζω εδώ ότι στην αγγλική καταγωγή του Μπάιρον υπάρχει η αντίστοιχη στάση απέναντι στην υστεροφημία, στον επίλογο του Άμλετ: «Θεέ μου! Οράτιέ μου,  ... Αν μ’ είχες στην καρδιά σου κάποτε…/να ειπείς την ιστορία μου» (μτφρ. Βασίλης Ρώτας). Η φήμη βαραίνει στην εκτίμησή του Μπάιρον,  η φήμη των κατορθωμάτων, όχι τα κατορθώματα χωρίς φήμη και το  μελάνι θα διαιωνίσει τη φήμη του ανθρώπου και του έργο του.

Επομένως, στο ερώτημα, «γιατί ήρθε ο Μπάιρον στην Ελλάδα;», η απάντηση μοιάζει εύκολη. Αισθανόταν πως είχε έρθει η ώρα να κάνει τις «λέξεις» του «πράγματα». Να πάρουν υπόσταση, να λάβουν σάρκα και οστά, οι χάρτινοι ήρωές του.  Ο Μπάιρον, όπως και όλοι οι φίλοι του, απόφοιτος της Οξφόρδης, είχε ελληνική παιδεία. Δέκα χρόνια πριν κατεβεί στο Μεσολόγγι είχε κάνει το Μεγάλο Τουρ, είχε γυρίσει τη Μεσόγειο, είχε καταλύσει στην Αθήνα, είχε  φρίξει με τις αγριότητες του Αλή στο Τεπελένι, είχε επισκεφθεί την Μικρασιατική παραλία, είχε περπατήσει στην Έφεσο, είχε αναζητήσει την Τροία, είχε κολυμπήσει στον Ελλήσποντο, για να γίνει  Λέανδρος που πάει να συναντήσει την Ηρώ του. Έζησε την Ελλάδα και είδε και τα δεινά της και την κακή πλευρά των κατοίκων της, θρήνησε πάνω στα αρχαία της, ερωτεύτηκε. Τα ποιήματα που έγραψε για την Ελλάδα επιστρέφοντας,  ήταν η ψυχική του προετοιμασία για να μπει στο ιερό της θυσίας.

Τα αγάλματα που ο Σεφέρης βλέπει κατακερματισμένα στο βρετανικό μουσείο, είναι εκείνα για τα οποία ο Μπάιρον ένοιωθε βαθιά ταπείνωση. Η βεβήλωση του Παρθενώνα, που δεν την είχαν κάνει αρχαίοι βάρβαροι ή κάποιος σύγχρονος Τούρκος αλλά ένας σύγχρονός του Άγγλος, ο Έλγιν, τον είχε εξοργίσει.  «Quod non fecerunt Goti, fecerunt Scoti». Ο Έλγιν ήταν Σκώτος, όπως και ο Μπάιρον ήταν Σκώτος εκ μητρός, γι’ αυτό θεωρούσε προσωπική την προσβολή. Και δεν ήταν το αισθητικό μέρος που τον τάραξε, αλλά η βαρβαρότητα του ανθρώπου. Την αντίδρασή του στη λεηλασία του Παρθενώνα αποτύπωσε στο ποίημα  «Η κατάρα της Αθηνάς», όπου η θεά καταγγέλλει αυτόν που  απέσπασε από τον Παρθενώνα  «Ότι, Γότθος, Τούρκος, Χρόνος είχε αφήσει», καταγγέλλοντας παράλληλα και την πατρίδα του. Με τα λόγια της Αθηνάς λέει επίσης:
«Η Παλλάδα πρώτος θα ’ναι της πατρίδας σου εχθρός …/ Απ’ των Τούρκων τη μανία γλύτωσα και των Βανδάλων/ Μα η χώρα σου ένα κλέφτη μούχει στείλει πιο μεγάλο».

 Την ίδια ιδέα επαναφέρει και στο «Τσάιλντ Χάρολντ»: «Αδύναμο είναι το μάτι που δε θα δακρύσει σαν δει τους ρημαγμένους τοίχους/τους καταρρέοντες βωμούς/από Βρετανικά χέρια κομμένους».

 Ο Μπάιρον, με το σύνολο του έργου του, θα μπορούσε να εξασφαλίσει μια θέση στην Λογοτεχνία Αγγλίας. Όμως, ο σκοπός που ανέλαβε, πάνω απ’ όλα, να υπηρετήσει, του εξασφάλισε μια θέση στην αιωνιότητα.  Η ελληνική υπόθεση τον μετακίνησε  από άνθρωπο των γραμμάτων,  των λόγων και της Ποίησης, σε άνθρωπο δράσης. Kαι αυτό έγινε όταν ωρίμασε ο καιρός και  ο ίδιος, μεταβάλλοντας τις «λέξεις» σε «πράγματα», εφαρμόζοντας την αρχαία ρήση «ρητήρ λόγων και πρηκτήρ έργων» που χαρακτηρίζει τον ικανό να μιλάει και τον ικανό να πράττει, άλλαξε. Η θυελλώδης ζωή του αποτυπώνεται στα μυθιστορηματικά του προσωπεία: Δον Ζουάν, Μάνφρεντ, Λάρα, Τσάιλντ Χάρολντ, Κρίστιαν. Η πραγματικότητα, ωστόσο, του επεφύλαξε μια μοίρα πιο αληθινή από εκείνην των χάρτινων ηρώων του.  Αποβάλλοντας  όλα τα προσωπεία, έρχεται στο Μεσολόγγι να πολεμήσει για την ιδέα της Ελευθερίας με το δικό του φωτεινό πρόσωπο: «Τον Μαραθώνα κοιτάζουν τα βουνά/ κι ο Μαραθώνας τη θάλασσα κοιτάζει/. Κι εγώ ρεμβάζοντας εκεί για ώρα μοναχός/ ελεύθερη ονειρεύτηκα ακόμα την Ελλάδα […] Εκεί τραγούδι ας πω όπως ο κύκνος και ας πεθάνω». «Πού είσαι συ πατρίδα μου;». Την Ελλάδα αποκαλεί «πατρίδα του», για το δικό της δίκιο έρχεται και σαν κύκνος τραγούδησε το 1824 το «τραγούδι» του.   Ο ερχομός του και ο θάνατός του στο Μεσολόγγι, το 1824, του εξασφάλισαν την αιωνιότητα. Ο Διονύσιος Σολωμός του αφιέρωσε ένα ποίημα –ποταμό, την «Ωδήν εις τον θάνατον του Λόρντ Μπάυρον» και η φήμη του εκτοξεύτηκε τόσο ώστε να τον αποκαταστήσει ακόμα και στην Αγγλία, όπου η προκλητική προηγούμενη ζωή του είχε ενοχλήσει τη συντηρητική κοινωνία. 

Τα δύο ποιήματα, του Σεφέρη και του Μπάιρον,  γραμμένα με εκατό χρόνια σχεδόν απόσταση μεταξύ τους, εκφράζουν διαφορετικές διαθέσεις. Ο ένας βαρύθυμος, ο άλλος ο  «ευγενής παράνομος» (noble autlaw ), επαναστατημένος, έξω από τα όρια, όμως με τα ίδια όπλα και οι δυο -τις λέξει- έδωσαν τη δική του ο καθένας μάχη και με την ίδια ποσότητα μελανιού και οι δύο κινητοποίησαν το πνεύμα και την ψυχή. Ο Έλληνας αναζητούσε μια «στάλα αίμα», ο Άγγλος έδωσε όλη του τη ζωή. Από την απόσταση που μας εξασφαλίζει ο χρόνος, κοιτάζοντας τον Έλληνα στην Αγγλία και τον Άγγλο στην Ελλάδα, βλέπουμε ότι και οι δύο με τον ίδιο καημό ζουν.  Ο Έλληνας   αναστοχάζεται  τον χαμένο αρχαίο ελληνικό μύθο και τις προεκτάσεις του στο παρόν, ενώ ο  Άγγλος ετοιμάζεται για τη δημιουργία του νέου ελληνικού μύθου, του οποίου δεν πρόλαβε να δει τη διάψευση στις εκατονταετίες που κύλησαν.

Ανθούλα Δανιήλ
                                                     

 

 

Εκτύπωση του άρθρου