Εκτύπωση του άρθρου

ΜΑΡΙΑ ΚΟΚΟΡΗ *

 


Καβαφικός «Βυζαντινισμός»: σχόλιο σε ένα «σχολικό» ποίημα

 

«ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Την εκκλησίαν αγαπώ – τα εξαπτέρυγά της,
τ’ ασήμια των σκευών τα κηροπήγιά της,
τα φώτα, τες εικόνες της, τον άμβωνά της.

Εκεί σαν μπω, μες σ’ εκκλησία των Γραικών .
Με των θυμιαμάτων της τες ευωδίες,
μες τες λειτουργικές φωνές και συμφωνίες,
τες μεγαλοπρεπείς των ιερέων παρουσίες
και κάθε των κινήσεως τον σοβαρό ρυθμό –
λαμπρότατοι μες στων αμφίων τον στολισμό –
ο νους μου πηαίνει σε τιμές μεγάλες της φυλής μας,
στον ένδοξό μας Βυζαντινισμό»
.[1]

 

Αυτό το ποίημα δημοσιεύτηκε το 1912 αλλά ο πυρήνας της πρώτης γραφής του τοποθετείται στο 1892,[2] δηλαδή σε μία ακόμη εποχή κρίσης τόσο για τον ελληνισμό του ελλαδικού κράτους όσο και για τον συνδεόμενο με αυτόν περιφερειακό ελληνισμό των παροικιών, της αλεξανδρινής παροικίας περιλαμβανομένης. Εδώ ο οικουμενικός Καβάφης παρουσιάζεται αρκούντως εθνοκεντρικός, στοιχείο που μας οδηγεί γενικότερα να σκεφτούμε ότι στην καβαφική ποίηση η αναμφισβήτητα πανανθρώπινη διάσταση συνυπάρχει με άξονες ελληνοκεντρικούς. Τόσο ο αποκλειστικά οικουμενικός Καβάφης όσο και ο αποκλειστικά ελληνικός Καβάφης αποτελούν δύο ακόμη κριτικά στερεότυπα, γιατί η καβαφική ποίηση αξιοποιεί σαν όχημα το εθνοτικά, βιωματικά και ιστορικά προσδιορισμένο, για να φτάσει στο υπερτοπικό, στο διαχρονικό, στο πανανθρώπινο, συγκροτώντας ένα λειτουργικό κράμα[3] και όχι ένα υλικό θεματικά αμιγές και τεχνοτροπικά αποστειρωμένο.

Σε εποχές γενικότερης κρίσης, οικονομικής και αξιακής ως προς τον ηθικό κώδικα, παρατηρείται και μία στροφή προς το παρελθόν, μία ενασχόληση με τα «ένδοξα» περασμένα. Αυτό το στοιχείο ανιχνεύεται και στον νεοελληνικό κοινωνικό και πολιτισμικό ιστό και σήμερα (σαφής ένδειξη οι λαϊκίστικες υπερ-πατριωτικές κορώνες , των οποίων συχνά γινόμαστε δέκτες  αφότου η κρίση εδραιώθηκε), αλλά είναι ορατό και στην ιστορική φάση που καθορίζεται από το τέλος του 19ου και από τις απαρχές του 20ου αιώνα.[4] Το 1892 ήμασταν στις παραμονές της κήρυξης της χρεωκοπίας του κράτους (1893) από τον Χαρίλαο Τρικούπη. Ο παράλογα υψηλός δανεισμός, εξωτερικός και εσωτερικός, και τα σοβαρά πολιτικά λάθη αρκετών παραγόντων οδήγησαν αναπόδραστα σε αυτήν εξέλιξη. Το «Κάθε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα και καταστάσεις είναι εντελώς συμπτωματική», το οποίο αξιοποιείται στο ζενερίκ κινηματογραφικών ταινιών και τηλεοπτικών σίριαλ, ενδέχεται να αφορά και τη σχέση του χτες με το σήμερα ως προς τα ιστορικά δρώμενα και ορισμένες ιδεολογικές κατευθύνσεις. Ανεξαρτήτως του αν είναι συμπτωματική ή όχι, η αναλογία ανάμεσα στο μεταίχμιο 19ου-20ου αιώνα και στις αρχές του 21ου αιώνα είναι έκδηλη στο πεδίο της νεοελληνικής κοινωνίας ως προς το θέμα «κρίση». Επιπρόσθετα, θα σημειώναμε ότι εάν εστιάσουμε το βλέμμα και στο 1912, έτος οριστικής διαμόρφωσης και δημοσίευσης του καβαφικού ποιήματος, θα εντοπίσουμε μεν πως η Ελλάδα είχε τότε διαμορφωθεί σε βαλκανική δύναμη, αλλά ακριβώς στο πλαίσιο των Βαλκανικών Πολέμων και εντελώς αναμενόμενα και αιτιολογημένα, οι πατριωτικές εξάρσεις και η πρόσληψη του ένδοξου παρελθόντος ως λαμπρού δείγματος για τις μελλοντικές κοινωνικές και εθνικές επιδιώξεις βρίσκονταν στο αποκορύφωμά τους. Η δυναμική αυτών των εξελίξεων έφτανε και ως τον παροικιακό ελληνισμό και επηρέαζε έναν ποιητή σαν τον Κ. Π. Καβάφη, ο οποίος στο ώριμο έργο του κατακτά το οικουμενικό, ξεκινώντας από το εθνοτικά προσδιορισμένο, αλλά παρέμεινε βαθύτατα και καθ’ ομολογίαν του «ελληνικός» σε όλες τις  πτυχές της ιδεολογικής πορείας του και σε όλες τις εκφάνσεις της καλλιτεχνικής του δραστηριότητας.

Την εποχή που έγραφε ο Καβάφης, εποχή σημαντικών ιστορικών ανακατατάξεων και εθνικών αναζητήσεων, ο προσδιορισμός της εθνικής ψυχής, κυρίαρχο στοιχείο της οποίας ήταν το πολιτισμικό παρελθόν, υπήρξε κεφαλαιώδες ζητούμενο και όχι μόνο για την ελληνική διανόηση, η οποία αναζητούσε το περιεχόμενο της «ελληνικότητας» (στα αντίστοιχα πολιτισμικά πεδία, αναζητήθηκαν η ιταλικότητα, η γαλλικότητα, η ισπανικότητα, η βρετανικότητα, κ.ο.κ.). [5] Υπήρξε, επίσης, τουλάχιστον για τους διανοουμένους, που χρονολογικά τοποθετούνται στη γενιά του 1880, άρα και για τον Καβάφη, μία ισχυρή πίστη στην αδιάκοπη συνέχεια του ελληνισμού ανά τους αιώνες.[6] Το ιστορικό σχήμα που επέβαλε ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος με την Ιστορία του ελληνικού έθνους (1853 κ. εξ.), εκφράζοντας προφανώς και μία ισχυρότατη τάση της νεοελληνικής κοινωνίας του 19ου αιώνα, εκτός από τον Κωστή Παλαμά,[7] προφανώς έβρισκε σύμφωνο και τον εκλαμβανόμενο σαν μεγάλο του αντίπαλο στο ποιητικό πεδίο, τον Κ. Π. Καβάφη.[8]

Ο Καβάφης, βέβαια, παιδί που γαλουχήθηκε και με «την ποικίλη δράση των στοχαστικών  προσαρμογών» ενός «μεγάλου, ελληνικού καινούριου κόσμου»,[9] δεν θεωρεί τον σύγχρονό του ελληνισμό, όπως αρκετοί διανοούμενοι του τότε ελληνικού κράτους, απευθείας απόγονο του αρχαίου κλασικού μεγαλείου, αλλά συμπεριλαμβάνει και το βυζαντινό μεγαλείο ως συστατικό στοιχείο τόσο της προσωπικής του ταυτότητας, ποιητικής και ιστορικής, όσο και του έθνους των Ελλήνων.  Είναι φανερό πως ο συνδεδεμένος και με τα χριστιανορθόδοξα θρησκευτικά δρώμενα βυζαντινός πολιτισμός θεωρείται από την ποιητική φωνή λαμπρός («ένδοξος» χαρακτηρίζεται) και κοινό κτήμα των «Γραικών» (το δηλώνει η κτητική αντωνυμία α΄ πληθυντικού προσώπου μετά το επίθετο «ένδοξος»), ενώ με τον όρο «Βυζαντινισμός» εννοείται το μεγαλείο της βυζαντινής περιόδου  και όχι, βέβαια, «η σχολαστική συζήτηση ή ενασχόληση με θέματα επουσιώδη και χωρίς πρακτική αξία» ούτε «η προσήλωση στον τύπο και τη λεπτομέρεια».[10] Οι τρέχουσες σημασιολογικές φορτίσεις της λέξης δεν αφορούν τη συγκεκριμένη καβαφική χρήση, η οποία επιβεβαιώνει σε έναν βαθμό τον Γιώργο Σεφέρη, ο οποίους συγκαταριθμούσε και τον Καβάφη στους μεγάλους ποιητές μας, που «δεν ήξεραν ελληνικά»[11] με όρους λεξικογραφικής και μορφολογικής ορθότητας.

Επειδή, φυσικά, στην ποίηση τον πρωταγωνιστικό ρόλο δεν τον επιτελούν η τήρηση των κανόνων της γραμματικής και η λεξικογραφική συνέπεια, αλλά η αξεδιάλυτη και δραστική ενοποίηση φθογγικών σημαινόντων και ποιητικών σημαινομένων, ο Κ. Π. Καβάφης θεωρείται και είναι ο μεγαλύτερος ποιητής της νεοελληνικής λογοτεχνίας: τον διάβασαν και τον διαβάζουν πολλοί αναγνώστες (ας σημειωθεί πως ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στις περισσότερες γλώσσες του κόσμου), οι κριτικοί και οι φιλόλογοι έχουν γράψει εκατοντάδες πραγματείες και μελετήματα, για να εξηγήσουν και να ερμηνεύσουν την ποίησή του,[12] ενώ άσκησε πολύ μεγάλη επίδραση τόσο σε Έλληνες όσο και σε ξένους ομοτέχνους του.[13]

Ξέρουμε πως τα βασικά χαρακτηριστικά της πρωτοποριακής και αναγνωστικά ελκυστικής καβαφικής ποίησης είναι: 1)Η ιδιότυπη στιχουργία του, που βασίζεται σε έμμετρα φορτία αλλά δεν έχει αυστηρές ισοσυλλαβίες μεταξύ των στίχων και παρουσιάζει κυματισμούς και παραβιάσεις του αυστηρά έμμετρου ρυθμού. 2) Η δραματικότητα, που συχνά ενισχύεται με σκιαγράφηση σκηνικού εκτύλιξης της ποιητικής πλοκής και με ομιλούσες φωνές, πέρα από την φωνή του ποιητή. 3) Η προσωπική γλώσσα, κράμα λογιοσύνης, αρχαιομάθειας, δημοτικισμού και εκφράσεων της κοινής νεοελληνικής, αλλά και του ιδιώματος της ελληνικής αλεξανδρινής παροικίας. 4) Η αξιοποίηση της ιστορικής μεθόδου, υπό την έννοια πως χρησιμοποιεί το ιστορικό πρόσωπο, γεγονός ή στοιχείο σαν όχημα, για να δώσει συγκίνηση διαχρονική και να συνδέσει το βαθύ χτες με το εκάστοτε παρόν. 5) Η διαμόρφωση και η χρήση της περίφημης καβαφικής ειρωνείας, κατά την οποία με υπαινιγμούς και ποικίλες λεπτομέρειες εννοείται κάτι διαφορετικό (μερικές φορές, το αντίθετο) από το εκ πρώτης όψεως διατυπωμένο. Το ποίημα «Στην εκκλησία» έχει τον συνηθισμένο και αναγνωρίσιμο γλωσσικό τόνο του Καβάφη και έναν ικανό βαθμό δραματικότητας, εφόσον η χριστιανορθόδοξη εκκλησιά και τα λειτουργικά δρώμενα συγκροτούν ένα έντονο σκηνικό, ενώ ανιχνεύεται και σαφής δυναμική κίνηση από το «βλέπω» προς το «σκέπτομαι» με μοχλό τη μνήμη και τη γνώση της ιστορίας, καθώς και της βυζαντινής παράδοσης. Τα υπόλοιπα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της καβαφικής ποίησης δεν εντοπίζονται: οι στίχοι είναι  ιαμβικοί, ενώ το ότι δεν είναι ισοσύλλαβοι, ρυθμικά λειαίνεται από την εμφαντική ύπαρξη της ομοιοκαταληξίας. Υπάρχει μεν αναφορά στο ιστορικό παρελθόν αλλά όχι χρήση της ιστορικής μεθόδου ως νεωτερικού εργαλείου που συγχωνεύει παρόν και παρελθόν στην προοπτική του μέλλοντος, ενώ αυτό που γράφει ο Καβάφης, αυτό και εννοεί (δεν νιώθουμε, διαβάζοντας, πως υποσκάπτει την υψηλότονη αποδοχή της βυζαντινής δόξας).

Επομένως, στο ερώτημα «είναι το ποίημα “Στην εκκλησία” από τα αντιπροσωπευτικότερα και καλύτερα του Κ. Π. Καβάφη;» η απάντηση είναι «όχι», αλλά στο ερώτημα «αυτό το ποίημα μπορεί να αξιοποιηθεί ως διδακτικό υλικό;» η απάντηση θα μπορούσε να δοθεί και διαμέσου ερώτησης: «Γιατί όχι;». Το ποίημα ανθολογείται στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας  Β΄ Γυμνασίου, ενταγμένο στη θεματική ενότητα λογοτεχνημάτων «Θρησκευτική ζωή»[14]. Θα μπορούσε να διδαχτεί και με όρους τοποθέτησής του στην περιρρέουσα ιστορική-πολιτική ατμόσφαιρα μέσα στην οποία εκκολάφθηκαν η δημιουργία του και η δημοσιοποίησή του, με όρους αντιρρητικούς ως προς τον υψηλού τόνου εθνοκεντρισμό της βασικής ποιητικής θέσης, ως δείγμα ατελέστερης ποιητικής συνεισφοράς σε σύγκριση με άλλα καβαφικά ποιήματα, που επίσης ανθολογούνται σε σχολικά λογοτεχνικά εγχειρίδια,[15] και ως δείγμα του ότι η καβαφική ποιητική είναι σύνθετη, περιλαμβάνοντας καταθέσεις οικουμενικές-πανανθρώπινες αλλά και εθνοκεντρικές, και κυρίως του ότι όλοι οι καλλιτέχνες, ακόμη και οι μεγάλοι, τη χορεία των οποίων αναμφισβήτητα κοσμεί και ο Κ. Π. Καβάφης, δεν έδωσαν αποκλειστικώς αριστουργήματα, αλλά και έργα δυσλειτουργικά, τα οποία δεν είναι ανώφελο να μελετούμε. Άλλωστε, το υλικό για διάλογο και όξυνση της κριτικής σκέψης, που τα τελευταία παρέχουν, αποτελεί δυναμικότερο αναγνωστικό και εκπαιδευτικό διακύβευμα από την εκδήλωση θαυμασμού μπροστά στα επιτεύγματα  μιας αδιαφιλονίκητα αναγνωρισμένης καλλιτεχνικής ιδιοφυίας.

-------------------------------------------------------------------------------------------------------

*Τελειόφοιτη του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ.

 


[1] Κ. Π. Καβάφη Ποιήματα Α΄ (1896-1918), φιλολογική επιμέλεια: Γ. Π. Σαββίδης, Αθήνα, Ίκαρος, 131980, σ. 48.

[2] Βλ. Κ. Π. Καβάφης: Ποιήματα, εισαγωγή – σχόλια: Δημήτρης Ελευθεράκης, Αθήνα, Πατάκης, 2011, σ. 261.

[3] Βλ. ενδεικτικά, τις μελέτες του σύμμεικτου τόμου Η ποίηση του κράματος. Μοντερνισμός και διαπολιτισμικότητα στο έργο του Καβάφη, επιμέλεια: Μιχάλης Πιερής, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2000.

[4] Βλ. σχετικά, Νίκος Γ. Σβορώνος, Επισκόπηση της νεοελληνικής ιστορίας, μετάφραση: Αικατερίνη Ασδραχά, Αθήνα, Θεμέλιο, 71983, σ. 102-105, 115-118.

[5] Βλ. ενδεικτικά και ως προς τη χρονική συνέχεια αναζητήσεων που ξεκινούν πριν από την αρχή του 20ου αιώνα και φτάνουν έως και την εποχή του Μεσοπολέμου, Δημήτρης Τζιόβας, Οι μεταμορφώσεις του εθνισμού και το ιδεολόγημα της ελληνικότητας στο Μεσοπόλεμο, Αθήνα, Οδυσσέας, 1989.

[6] Για τη διαμόρφωση και την πρόσληψη της «συνέχειας» και της «εθνικής ψυχής», βλ. Βενετία Αποστολίδου, Ο Κωστής Παλαμάς ιστορικός της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Αθήνα, Θεμέλιο, 1992, σ. 111-120.

[7] Αποστολίδου, ό.π. σ. 111.

[8] Νάσος Βαγενάς, «[Παλαμάς – Καβάφης;] Διαφορετικοί, αλλά πόσο;», εφ. Το Βήμα, 16.03.2003.

[9] Στίχοι και λέξεις από το ποίημα «Στα 200 π.Χ.», βλ. Κ. Π. Καβάφη Ποιήματα Β΄ (1919-1933), φιλολογική επιμέλεια: Γ. Π. Σαββίδης, Αθήνα, Ίκαρος, 131980,  σ. 88-89.

[10] Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Θεσσαλονίκη, ΑΠΘ – Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών [Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη], 1998, σ. 290.

[11] Γιώργος Σεφέρης, Δοκιμές, τόμος Ι, επιμέλεια: Γ. Π. Σαββίδης, Αθήνα, Ίκαρος, 41981, σ. 63.

[12] Βλ. Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Βιβλιογραφία Κ. Π. Καβάφη (1886-2000), Θεσσαλονίκη, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2003.

[13] Βλ. χαρακτηριστικά τον τόμο Συνομιλώντας με τον Καβάφη. Ανθολογία ξένων καβαφογενών ποιημάτων, επιμέλεια: Νάσος Βαγενάς, Θεσσαλονίκη, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2000.

14Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Β΄ Γυμνασίου, συντακτική ομάδα: Ευριπίδης Γαραντούδης, Σοφία Χατζηδημητρίου, Θεοδώρα Μέντη, Αθήνα, ΟΕΔΒ, 2016, σ. 60-61.

[15] Βλ. για παράδειγμα την ανθολόγηση του ποιήματος «Στα 200 π.Χ.» (ό.π.): Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Γυμνασίου, συντακτική ομάδα: Παναγιώτης Καγιαλής, Χριστίνα Ντουνιά, Θεοδώρα Μέντη, Αθήνα, ΟΕΔΒ, 2016, σ. 123-124.

Εκτύπωση του άρθρου