Εκτύπωση του άρθρου

ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ


Κώστας Μόντης ( Αμμόχωστος, 1914-Λευκωσία, 2004)
 

Ακόμα και στα χρόνια τα πριν από τον β΄ παγκόσμιο πόλεμο ήταν εμφανής η προτίμηση του Μόντη σ΄ έναν ποιητικό λόγο λιτό και πυκνό που κινείται με επάλληλες εικόνες και εκφράζει τον προβληματισμό του μέσου και ανώνυμου ανθρώπου. Με τις Στιγμές (1958) που θεωρείται κομβικής σημασίας συλλογή, τόσο για το μετέπειτα έργο του όσο και για την μεταπολεμική κυπριακή ποίηση, στο σύνολό της, εγκαινιάστηκε ένας μεγάλος κύκλος γνωμικών, αποφθεγματικών, δραματικών, σατιρικών ή και αυτοσατιρικών ποιημάτων, σύντομων σε έκταση και εξαιρετικά λιτών στο ύφος τους. Με την πάροδο του χρόνου οι μικρές αυτές συνθέσεις που συνήθως δεν υπαινίσσονται αλλά εκφράζουν με γνωμική συμπύκνωση και πολλές φορές αντιλυρική διάθεση, σκέψεις, άμεσες αντιδράσεις, σχόλια για τη ζωή, την ιστορία ή τις ανθρώπινες επιθυμίες, απέκτησαν μια οργανική εσωτερική σχέση. Έτσι ώστε πολλές φορές να μοιάζουν με (χωρίς ωστόσο να είναι) διαδοχικές παραλλαγές αυτοσχέδιων μικρο-μικρο αφηγήσεων από τις οποίες έχει απομείνει μόνο ο πυρήνας τους, ή στίχων-φράσεων που θυμίζουν μορφολογικά τα σολωμικά αποσπάσματα. Πάντως, η σχετική έλλειψη εσωτερικής επεξεργασίας, το ποίημα κατά κύριο λόγο ως καλειδοσκοπική εικόνα και δευτερευόντως ως σύνθεμα, η ποσοτική αφαίρεση και μαζί ο εκτοπισμός συμβόλων και υπαινιγμών προς χάριν της άμεσης επικοινωνίας, δεν έχουν περιορίσει τον πλούτο των μεταφορικών μηνυμάτων του Μόντη. Ένα από αυτά είναι η λαχτάρα, η πίκρα και η πληγωμένη αντίδραση για τη ματαιωμένη εθνική ενότητα που, ας μην το ξεχνάμε, ως συλλογικό, διαχρονικό πάθος στην κυπριακή ποίηση έρχεται κατευθείαν από την αλυτρωτική παράδοση των συνθέσεων του γενάρχη της κυπριακής ποίησης Βασίλη Μιχαηλίδη, της Ανεράδας, της Χιώτισσας και των άλλων.
 
Ο λόγος του Μόντη, ακόμα και σε ευρύτερες συνθέσεις  ποιημάτων, όπως στο Γράμμα στη μητέρα βρίσκεται σε άμεση, συναισθηματική ανταπόκριση με τα σύγχρονα πάθη και τις επιθυμίες της λαϊκής Κύπρου ή σε ειρωνική αντίστιξη με τον ασυγκίνητο,απαθή λόγο της ιστορίας, μεταφέροντας τη δραματική αποτύπωση του απρόσωπου στο προσωπικό. Χωρίς ενισχύσεις από δάνειες ρυθμικότητες, ακολουθώντας τη ροή ενός προφορικού, μικροπερίοδου μονόλογου, που πολλές φορές χρησιμοποιεί ενσυνείδητα την επανάληψη μιας φράσης, παραλλάσσοντάς την ελαφρά για να εντυπώσει καλύτερα και βαθύτερα το ήδη διαπιστωμένο, η ποίησή του, ιδίως μετά τη συλλογή Και τότʼ εν εναλίη Κύπρω (1974), κινείται συνεχώς από την ελεγειακή, τραυματική αναδίπλωση στην οργισμένη και πονεμένη, επιθετική εκδίπλωση. Πρόκειται για μια αναδίπλωση και μια εκδίπλωση που ανεξάρτητα από τα αίτιά τους, προσωπικά ή συλλογικά, ορισμένοι νεότεροι μελετητές του έργου του Μόντη, όπως ο Γ. Π.Σαββίδης, θεώρησαν πως συγγενεύουν με την καρυωτακική σάτιρα και άρνηση. Η αλήθεια είναι ότι πολύ πριν την εισβολή, πολύ πριν η διχοτόμηση ρίξει τη βαριά σκιά της στην ποίησή του, υπήρχε σ΄ αυτήν μια διαρκής αίσθηση ματαίωσης, ήρεμης και στοχαστικής απελπισίας, ειρωνείας ή αυτοσαρκασμού, που φαίνεται πως πήγαζε από τη δυσαρμονική σχέση του ποιητή με το περιβάλλον της πόλης, αφήνοντας δίοδο σε μια έντονη αγάπη και νοσταλγία για το πρωτογενές, το φυσικό, το αρχέγονο της κυπριακής ενδοχώρας και της αχάλαστης ζωής. Έτσι, ακόμα και αν υποθέσουμε ότι ο αποφθεγματικός του τρόπος πήρε κάποια μαθήματα από την καβαφική ποιητική, από όπου μοιάζει ο Μόντης να διδάχθηκε τη λιτή και άκρως οικονομημένη έκφραση, είναι πολύ περισσότερο βέβαιο ότι η σκωπτική διάθεση, το χιούμορ, η ευστροφία και η ευρηματική του έμπνευση προέρχονται από την μακρά και γόνιμη θητεία του στον λαϊκό γνωμικό λόγο, αλλά όχι λιγότερο και στο λαϊκό θέατρο και την επιθεώρηση που τα υπηρέτησε επί σειρά ετών.

ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ

Εκτύπωση του άρθρου