Εκτύπωση του άρθρου

 

 

Α.  Διονύσιος Σολωμός.

Στην λατινική η λέξη vates δηλώνει αξεχώριστα και τον ποιητή και τον προφήτη. Αυτή η διττή φύση του ποιητικού λειτουργήματος  προβάλλεται, για πρώτη φορά στα νεώτερα γράμματά μας, στο τρίτο σχεδίασμα των  Ελεύθερων Πολιορκημένων  του Σολωμού:

Μητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα
κι αν στο κρυφό μυστήριο ζουν πάντα τα παιδιά σου
με λογισμό και μ’ όνειρο, τι χάρη έχουν τα μάτια, 
τα μάτια τούτα να σε ιδούν μες το πανέρμο δάσος, 
που ξάφνου σου τριγύρισε τ’ αθάνατα ποδάρια.
Κοίτα, με φύλλα της Λαμπρής, με φύλλα των Βαϊώνε!
Το θεϊκό σου πάτημα δεν άκουσα, δεν είδα, 
ατάραχη σαν ουρανός μ’ όλα τα κάλλη πώχει, 
που μέρη τόσα φαίνονται και μέρη `ναι κρυμμένα.
Αλλά, Θεά, δεν ημπορώ ν’ ακούσω τη φωνή σου
κι ευθύς εγώ του Ελληνικού κόσμου να τη χαρίσω;
Δόξα `χ’ η μαύρη πέτρα του και το ξερό χορτάρι.

Η ξαφνική εμφάνιση της  μεγαλόψυχης Μητέρας, που στη μορφή της αναγνωρίζουμε τη θεοποίηση μιας πλατωνικής ιδέας, είναι μια “επιφάνεια”, τέτοιαν όπως τη συλλάμβαναν και τη βίωναν οι αρχαίοι. Μορφή άυλη -το πάτημά της δεν ακούγεται- θεϊκή (“το θεϊκό σου πάτημα”) κι υπερουράνια (“ατάραχη σαν ουρανός”), η μεγαλόψυχη αυτή Μητέρα δεν παρουσιάζεται στον καθένα, δεν μπορούν να την αντικρύσουν όλοι, παρά μονάχα όσοι εμφορούνται από την μανία της προφητικής έκστασης, όσοι είναι vates. Ο Σολωμός αναλαμβάνει τον ρόλο του vates, που εδώ είναι ρόλος μεσάζοντος, medium: καλεί την μεγαλόψυχη Μητέρα να του πει το μήνυμά της, που στη συνέχεια θα το μεταφέρει εκείνος στα παιδιά της, τους υπόδουλους Έλληνες.

Β. Άγγελος Σικελιανός.

Απόλλων και Διόνυσος, από την έκδοση της Γέννησης της Τραγωδίας και μετά, είναι οι δύο αντιμαχόμενες θεότητες στην κονίστρα του αρχαιοελληνικού Πανθέου. Από τη μια μεριά στέκεται, ενθρονισμένος στους Ολυμπίους, ο Θεός του φωτός, της συμμετρίας, της λογικής, της φρόνησης και της αρμονίας κι από την άλλη, στεφανωμένος μ’ αμπελόφυλλα και φορώντας νεβρίδα,  ο έπηλυς θεός, ο Διόνυσος, κρατώντας τα δώρα της μέθης, της βακχείας, της χορευτικής φρενίτιδας. Ο ένας δείχνει στον άνθρωπο τα όριά του· ο άλλος θραύει αυτά τα όρια, οδηγεί τον άνθρωπο έξω απ’ τον εαυτό του. «Γνώθι σ’ αυτόν», συμβουλεύει ο Απόλλων. «Λησμόνησε στον εαυτό σου», ο Διόνυσος.

Το δυαρχικό αυτό σχήμα είναι, πράγματι, πολύ γοητευτικό και υποβλητικό. Ανταποκρίνεται όμως στην αλήθεια; Φοβάμαι πως όχι. Λησμονούμε πως ο Απόλλων, πέρα από μουσηγέτης,  ήταν και προστάτης της μαντικής μανίας. Ο Απόλλων ενέπνεε τις Πυθίες, τις Σίβυλλες, τις ιέρειες της Δωδώνης.  Η μαντική έκσταση ανοίγει την εσωτερική όραση. Πυρπολημένοι από ένθεη μανία, οι μάντεις προφητεύουν το μέλλον.

Ο Πλάτων στον Φαίδρο διαχωρίζει σοφά την απολλώνια από τη διονυσιακή μανία.  Ο Πλάτωνας, γράφει ο Dodds στο κορυφαίο έργο του Οι Έλληνες και το Παράλογο, διέκρινε προσεκτικά την απολλώνια πνευματιστική μεσολάβηση (μέντιουμ), που αποσκοπεί στη γνώση του μέλλοντος ή του κρυφού παρόντος, και τη διονυσιακή δοκιμασία, που επιζητείται είτε ως αυτοσκοπός είτε ως τρόπος πνευματικής θεραπείας, κι όπου το μαντικό στοιχείο απουσιάζει ή έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Η κατάσταση του μέντιουμ είναι σπάνιο χάρισμα των εκλεκτών. Η διονυσιακή εμπειρία, αντίθετα, είναι συλλογική, ακόμα κι αγελαία. Κι όχι μόνο δεν αποτελεί μοίρα των εκλεκτών , αλλά αντιθέτως είναι τρομερά μεταδοτική. Δεν διαφέρουν μόνον οι σκοποί τους, αλλά κι οι μέθοδοί τους: τα δύο βασικά βοηθήματα της διονυσιακής μέθης, το κρασί κι ο χορός, απουσιάζουν παντελώς στην απολλώνια έκσταση- πάντα κατά Dodds. Εγώ θα προσέθετα πως η απολλώνια έκσταση είναι επώδυνη- μέχρι και στον θάνατο μπορεί να οδηγήσει. Ας θυμηθούμε τον προφητικό οδυρμό της αισχυλικής Κασσάνδρας. Αντίθετα, η έκσταση του Διονύσου είναι μια χαρούμενη έκσταση. 

Η  αρχαία γραμματεία παρουσιάζει μια λαμπρή πινακοθήκη μάντεων και μαντισσών, από την αισχυλική Κασσάνδρα ως την Σίβυλλα του Βιργιλίου. Η λογοτεχνία του εικοστού αιώνα, ανασκάπτοντας εκ νέου την αρχαιότητα, ανέτρεξε σ’ αυτή την μαντική  παράδοση και προσπάθησε να τη φωτίσει εκ νέου.  Ένα λαμπρό  παραδείγματα: η Σίβυλλα του Άγγελου Σικελιανού.

 Για τον Σικελιανό η Μαντοσύνη αποτελεί την άκρα σκοπιά, την συνισταμένη όλων των άλλων ψυχικών λειτουργιών. Η Μαντοσύνη δεν είναι απλώς μεταφυσική θεώρηση· εκπηγάζει από τα βαθύτερα κοιτάσματα της ανθρώπινης ψυχής. Γι’ αυτό και στην αρχαιότητα κατείχε μια πνευματική και δημιουργική ταυτόχρονα πρωτοβαθμίδα. Η αλήθεια συνιστά την ενδότερή της υπόσταση. Η μαντεία  συλλαμβάνει την αλήθεια με ταχύτητα διαισθητικής αστραπής, ενώ η γνώση, για να την προσπελάσει, πρέπει να διανύσει έναν μακρύ δρόμο:                                                  

                                           η γνώση
πάντοτε αργά μετράει τα βήματά της,
μα η προφητεία, σαν λέαινα, μ’ ένα μόνο
πήδημα φτάνει στον τρανό σκοπό της.

Στην τραγωδία του Σικελιανού η ίδια η Σίβυλλα εκθέτει τους αναβαθμούς της προφητικής της μύησης, από τότε που, μικρό κορίτσι, οι γονείς της την οδήγησαν στην κορυφή της Ανεμώρειας κι εκεί άνοιξε μέσα της για πρώτη φορά η εσωτερική όραση ως τα εφηβικά της προαισθήματα, σαν ένιωθε να την τυλίγει η αναπνοή του Θεού, κι από εκεί ως τον προφητικό προσανατολισμό της ωριμότητάς της, όταν ολόκληρή η ύπαρξή της άρχισε να πλέει, σαν νικητήρια τριήρης, στον άνεμο του μέλλοντος. 

Υπάρχουν και μέσα στο έργο  σκηνές προφητικής έκστασης. Στην πρώτη, η Σίβυλλα ξεσκεπάζει τα εγκλήματα του Νέρωνα- τη δολοφονία της Αγριππίνας και της Οκταβίας- μπροστά στον ίδιο τον αυτοκράτορα. Στη δεύτερη, προαγγέλλει, λίγο πριν σωριαστεί νεκρή, μια νέα άνοιξη του πνεύματος και μια βαθύτερη απελευθέρωση: «Να τη, να τη / της Λευτεριάς η θάλασσα, π’ ολοένα /  κυλάει τα σμάραγδά της.»

Επ’ αυτών δύο παρατηρήσεις. Πρώτον: η Σίβυλλα του Σικελιανού δεν είναι μόνον προφήτις. Εκφράζει την άγρυπνη συνείδηση του ελληνισμού, που αντιπαρατίθεται στον καισαρισμό  (η τραγωδία δραματοποιεί την επίσκεψη του Νέρωνος στους Δελφούς) και στηλιτεύει την ηθική και πνευματική σήψη της εποχής.

Δεύτερον: ο Σικελιανός μάλλον ασπάζεται την θεωρία του Rohde, πως η προφητική μανία ήταν άγνωστη στην Ελλάδα πριν την έλευση του Διονύσου, που επέβαλε την Πυθία στους Δελφούς, αφού η απολλώνια θρησκεία αντιτίθετο σε κάθε τι εκστατικό. Στους Δελφούς Απόλλων και Διόνυσος συναδελφώνονται. Η συμβολική χειραψία των δύο θεών στον δελφικό τρίποδα επισφραγίζει αυτή τη συναδέλφωση. Η Σίβυλλα του Σικελιανού είναι μια βακχεύουσα Πυθία.

Γ.  Οδυσσέας Ελύτης

Ο Ρεμπώ, διακηρύσσοντας πως επιδιώκει να γίνει «voyant», δηλαδή να δει προφητικά οράματα, θεωρεί ως βασικό συστατικό της ποίησης το ενορατικό στοιχείο και με βάση αυτό αξιολογεί την ευρωπαϊκή ποίηση ως τις μέρες του. Το συμπέρασμά του είναι πως μέχρι τους ρομαντικούς ποίηση ουσιαστικά, δηλαδή ενορατική ποίηση που, κατά την άποψή του, είναι κι η μόνη πραγματική, δεν υπήρξε. Στην πραγματικότητα, μέχρι τότε οι ποιητές υπήρξαν απλοί λόγιοι και στιχοπλόκοι.  Ο Ρεμπώ κατατάσσει τους ποιητές του καιρού του ανάλογα με την ενορατική τους ικανότητα: ο Ουγκώ στους τελευταίους του τόμους “είδε καλά”, ο Λαμαρτίνος είναι κάποτε ενορατικός,  ο Μπωντλαίρ  είναι ο πρώτος πραγματικός «voyant».

Η ποίηση του Ελύτη διαπνέεται απ' αυτή την ενορατική διάσταση, όπως την ορίζει κι οριοθετεί  ο Ρεμπώ. Ένα έκτυπο παράδειγμα: το “Προφητικόν” ανάγνωσμα απ' το Άξιον Εστί. Να τονίσω δύο στοιχεία: πρώτον, τον βιβλικό τόνο που διαπερνά κι ετούτο το ανάγνωσμα, το τελευταίο από τα “Πάθη”, και δεύτερον, την εμφατικά επαναλαμβανόμενη χρήση του “βλέπω”, που διατρανώνει  τη θεώρηση  του ποιητή ως voyant:

- Βλέπω τους Στρατοδίκες να καίνε σαν κεριά, στο μεγάλο τραπέζι της Αναστάσεως.
- Βλέπω τους Χωροφυλάκους να προσφέρουν το αίμα τους, θυσία στην καθαρότητα των ουρανών.
- Βλέπω τη διαρκή επανάσταση φυτών και λουλουδιών.
- Βλέπω τις κανονιοφόρους του Έρωτα.

Τελειώνω ετούτη την  κάπως πρόχειρη και πληροφοριακή επισκόπηση με μια καίρια ρήση του Saint-John Perse από την ομιλία που έκανε όταν του απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ. “Από την  ποιητική ανάγκη, ανάγκη πνευματική, γεννήθηκαν οι ίδιες οι θρησκείες, κι από την ποιητική χάρη η σπίθα του θεϊκού ζει για πάντα μέσα στην ανθρώπινη χάλικα (silex). Όταν οι μυθολογίες καταρρέουν, το θείον βρίσκει καταφύγιο στην ποίηση”. Νομίζω πως κι οι τρεις ποιητές που συνεξέτασα επιβεβαιώνουν αυτή την άποψη.

Γιώργος Βαρθαλίτης

Εκτύπωση του άρθρου