Εκτύπωση του άρθρου

ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Ορέστη, Κοίτα! Η χρυσαφένια Μυκήνα όλη μπροστά μας!(1)                                  

 

Ο Γιώργος Σεφέρης είναι γνωστό ότι χρησιμοποίησε τον αρχαίο μύθο ως όχημα για την ποίησή του. Είναι επίσης γνωστό ότι κάθε ποίημα είναι μια αφήγηση ενός περιστατικού,  του οποίου τα σημαινόμενα βρίσκουν εφαρμογή σε σύγχρονα γεγονότα. Τα ποιήματά του, επομένως, δεν είναι απλώς η «ανάπτυξη ενός επιφωνήματος», όπως έλεγε ο Βαλερύ, αλλά ο νους της αληθείας που κρύβει ο μύθος πίσω του, όπως έλεγε ο Κάλβος. Έτσι το ΙΣΤ΄ ποίημα της συλλογής Μυθιστόρημα, με τον υπότιτλο «όνομα δ’ Ορέστης», φράση ειλημμένη από τον στίχο 694 της Ηλέκτρας του Σοφοκλή, κρύβει μιαν αλήθεια την οποία επιβεβαιώνουν οι εποχές και οι περιστάσεις. Από το συγκείμενο πληροφορούμαστε ότι στους «ένδοξους αγώνες των Δελφών … μπήκε στο στάδιο λάμποντας και … όλους τους κέρδισε και ζητωκραύγαζαν όλοι ‘‘Ζήτω ο Ορέστης ο Αργείος γιος του δοξασμένου Αγαμέμνονα’’» (2) . Την άλλη μέρα όμως στην Αρματοδρομία σκοτώθηκε. Βεβαίως, το μήνυμα είναι ψευδές και ο Ορέστης είναι ζωντανός και έρχεται κρυφά στις Μυκήνες να βάλει τάξη στο βασίλειο του πατέρα του.

Ο Κώστας  Γεωργουσόπουλος έλεγε πως κάθε εποχή χρωστάει μιαν ανάγνωση της Ορέστειας, επομένως και η δική μας, και όχι μόνο της Ορέστειας. Ο Νάσος Βαγενάς (3) λέει πως Τα μυθικά ποιήματα «είναι γραμμένα με τη μυθική μέθοδο» και περιέχουν  «τη μυθική μέθοδο», ότι η φωνή είναι προσωπείο που θα μπορούσαμε να το «φανταστούμε με τα χαρακτηριστικά ενός οποιουδήποτε νεοέλληνα» και ότι το ποίημα εκφράζει «μια σύγχρονη εκδοχή του αρχαίου μύθου». Ο Έντμουν Κίλι λέει πως στο Μυθιστόρημα ο Σεφέρης επιστρατεύοντας την ομηρική μυθολογία επιχειρεί «έναν αδιάκοπο παραλληλισμό ανάμεσα στον σύγχρονο κόσμο και την αρχαιότητα»(4) και πως έχει επιδράσει πάνω του η Έρημη Χώρα του Έλιοτ. Ο Ορέστης, λοιπόν, είναι  πρόσωπο με πληθυντική σημασία και προσωπείο  του κάθε νεοέλληνα. Οπότε στη  «σφενδόνη» είναι ο  ήρωας ή ο λαός που γυρίζει, τρέχει, αγωνίζεται, ματώνει και προσπαθεί να νικήσει την αρματοδρομία, στην οποία θα σκοτωθεί γιατί άλλοι πριν από αυτόν έχουν σωριαστεί στο διάδρομο όπου τρέχουν τα άρματα (στη μνήμη του αναγνώστη εύκολα φτάνει η σκηνή από την ταινία Μπεν Χουρ, όπου πάρα πολύ παραστατικά δίνεται το περιεχόμενο των στίχων του Σοφοκλή). Ο ήρωας θα σκοτωθεί, δεν θα σκοτωθεί σύμφωνα με τη διπλή αλήθεια της ποίησης και της ζωής. 
 

Στη σφενδόνη, πάλι στη σφενδόνη, στη σφενδόνη,

πόσοι γύροι, πόσοι αιμάτινοι κύκλοι, πόσες μαύρες

σειρές· οι άνθρωποι που με κοιτάζουν,

που με κοιτάζαν όταν πάνω στο άρμα

σήκωσα το χέρι λαμπρός, κι αλάλαξαν.                                               5

Οι αφροί των αλόγων με χτυπούν, τ’ άλογα πότε θ’ αποστάσουν;

Τρίζει ο άξονας, πυρώνει ο άξονας, πότε ο άξονας θ’ ανάψει ;

Πότε θα σπάσουν τα λουριά, πότε τα πέταλα 

θα πατήσουν μ’ όλο το πλάτος πάνω στο χώμα

πάνω στο μαλακό χορτάρι, μέσα στις παπαρούνες όπου                        10

την άνοιξη μάζεψες μια μαργαρίτα.

Ήταν ωραία τα μάτια σου μα δεν ήξερες πού να κοιτάξεις

δεν ήξερα πού να κοιτάξω μήτε κι εγώ, χωρίς πατρίδα

εγώ που μάχομαι εδώ πέρα, πόσοι γύροι;

και νιώθω τα γόνατα να λυγίζουν πάνω στον άξονα                               15 

πάνω στις ρόδες πάνω στον άγριο στίβο,

τα γόνατα λυγίζουν εύκολα σαν το θέλουν οι θεοί,

 κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει, τί να την κάνεις τη δύναμη, δεν μπορείς

να ξεφύγεις τη θάλασσα που σε λίκνισε και που γυρεύεις 

τούτη την ώρα της αμάχης, μέσα στην αλογίσια ανάσα,                             20   

με τα καλάμια που τραγουδούσαν το φθινόπωρο σε τρόπο λυδικό,

τη θάλασσα που δεν μπορείς να βρεις όσο κι αν τρέχεις

όσο κι αν γυρίζεις μπροστά στις μαύρες Ευμενίδες που βαριούνται,

χωρίς συχώρεση.

Οι δυο τελευταίοι στίχοι του ποιήματος μας θυμίζουν ένα περιστατικό από το 26ο άσμα της «Κόλασης» του Δάντη και είναι γνωστό ότι ο Σεφέρης διάβαζε  Δάντη. Στο άσμα αυτό ο ποιητής αναγνωρίζει τους φαύλους προύχοντες της Φλωρεντίας στις πυγολαμπίδες (συμπαθητικά ζωύφια στην εξοχή, στα χωράφια, στα αμπέλια και αλλού), στον όγδοο κύκλο της «Κόλασης», κύκλο των πολιτικών. Οι πυγολαμπίδες συμβολίζουν το ελάχιστο φως στο αιώνιο σκοτάδι της Κόλασης, ενώ το  φως του Παραδείσου είναι άπλετο και απλώνεται παντού.

Ο Σάντρο Μποτιτσέλι στα διαγράμματά του για τη «Θεία Κωμωδία», ζωγράφισε μικρά πρόσωπα που μορφάζουν ή ικετεύουν μέσα στη φωτιά της κόλασης. Όμως ο ζωγράφος δεν μπόρεσε να αποδώσει στο ουδέτερο φόντο της σύνθεσής του τις πυγολαμπίδες, παρά σαν μικρά μαύρα στίγματα.  Και αυτή είναι η θλιβερή «δόξα» των πυγολαμπίδων πολιτικών· να σέρνονται αιωνίως στο σκοτάδι με μια τιμωρία χωρίς τέλος(5). Αυτή η τιμωρία χωρίς τέλος, μοιάζει να έχει την αναλογία της στους στίχους του Σεφέρη «όσο κι αν τρέχεις. Όσο κι αν γυρίζεις μπροστά στις μαύρες Ευμενίδες που βαριούνται, χωρίς συχώρεση». Ο Δάντης μιλάει για τιμωρημένους στον άλλο κόσμο χωρίς συχώρεση, όπως κάνει ο Σεφέρης και στον μύθο του Τύραννου Αρδιαίου  που δεν μπορεί να βγει από τον Τάρταρο για τα εγκλήματά του κατά της πατρίδας, στο «Επί Ασπαλάθων». Παρομοίως και  ο Ορέστης που έχει εγκληματήσει κατά της μητέρας και δεν βρίσκει ησυχία και συχώρεση επί γης. Γιατί ο Ορέστης που μπαίνει κρυφά στις Μυκήνες, παρακινούμενος από την αδελφή του την Ηλέκτρα, σκότωσε τους μιαρούς Αίγισθο και Κλυταιμνήστρα.

Και για τον Αίγισθο δεν γεννάται λόγος, γεννάται όμως για την Κλυταιμνήστρα που είναι μάνα του και τον βαραίνει το αίμα της. Ο Ορέστης βέβαια, έχει την προτροπή του θεού Απόλλωνα. Υπακούει στο χρησμό του. Όμως, όσο κι αν έχει λάβει εντολή, η ευθύνη βαραίνει αυτόν προσωπικά. Κι εδώ αρχίζει το μαρτύριό του και το έργο των Ερινύων, οι οποίες τον κυνηγούν μέχρις εξουθενώσεως και τον φτάνουν μέχρι τη χώρα των Ταύρων, σύμφωνα με τον Ευριπίδη. Στον Άρειο Πάγο, τελικά, με την επέμβαση της Αθηνάς, θα επέλθει η συμφωνία με τις Ερινύες,  οι οποίες  θα σταματήσουν τη δίωξη και θα μετατραπούν σε Ευμενίδες και έτσι θα  επέλθει και η έξοδος από το δράμα. Όμως στο ποίημα του Σεφέρη οι Ευμενίδες καθισμένες στις κερκίδες παρακολουθούν τη θανάσιμη αρματοδρομία  και «βαριούνται χωρίς συχώρεση».

Ο Σεφέρης δανείζεται το μύθο αλλά τον χειρίζεται όπως θέλει, όπως τον εξυπηρετεί. Και αυτό που εκείνος θέλει να αναδείξει  είναι η αγωνία του ήρωα που δεν συγκινεί τις βαριεστημένες χωρίς συχώρεση Ευμενίδες, που δεν λαβαίνουν υπόψη τους ότι έπραξε σύμφωνα με τον χρησμό του θεού. Γιατί ο ποιητής βλέπει ένα ήρωα μπλεγμένο στα γρανάζια της ανάγκης, πέρα από το δίκιο ή άδικο, της οποίας το «αδήριτον σθένος» δεν μπορεί ο άνθρωπος να αποφύγει, λέει ο Αισχύλος. Θεά η ανάγκη, πάνω από τους θεούς, στο βάθρο. Και Ευμενίδες/ Ερινύες είναι η ανάγκη. Η ευθύνη για την πράξη του είναι προσωπική και το μαρτύριό του θέμα και μάλιστα βαρετό για το κοινό που παρακολουθεί.

                                                  *

Στο σονέτο του Βάρναλη «Ορέστης» έχουμε την παραπλήσια ιδέα και τον ήρωα μπλεγμένο στις μυλόπετρες του χρέους αφενός και της ανάγκης να δράσει αφετέρου, η οποία προσδιορίζεται από τους στίχους «μια και κανένα τρόπο δεν έχεις άλλονε» (δεν έχεις επιλογή) και «άμε… και το έργο σου σα να ’ταν άλλος κάμε» (απαλλάξου από το άγχος), αφού ό,τι και να κάνεις «θα παίρνει σε από πίσου για  το αίμα της μητρός σου για η ντροπή σου». Ήτοι, ό,τι και να κάνεις  θα αντιμετωπίσεις συνέπειες:  

Σέλινα τα μαλλιά σου μυρωμένα,

λύσε τα να φανείς, ως είσαι, ωραίος

και διώξε από το νου σου πια το χρέος

του μεγάλου χρησμού, μια και κανένα
 

τρόπο δεν έχεις άλλονε! Και μ’ ένα

χαμόγελον  ιδές πως σ’ έφερ’ έως

στου Άργους την πύλη ο δρόμος σου ο μοιραίος

το σπλάχνο ν’ αφανίσεις που σ’ εγέννα.
 

Κανείς δε σε θυμάτ’ εδώ. Κι εσύ όμοια

τον εαυτό σου ξέχανέ τον κι άμε

στης χρυσής πολιτείας τα σταυροδρόμια
 

και το έργο σου σα να ’ταν άλλος κάμε.

Έτσι κι αλλιώς θα παίρνει σε από πίσου

για  το αίμα της μητρός σου για η ντροπή σου.

Ο Βάρναλης μένει πιστός στις αρχαίες πηγές του (Ηλέκτρα του Σοφοκλή  και Χοηφόρους του Αισχύλου), κατανοεί πως άλλος τρόπος δεν υπάρχει, παρά να κάνει ό,τι επιβάλλουν οι χρησμοί, οι θεοί, οι θεσμοί. Και οι δύο ποιητές αντιλαμβάνονται ότι ο ήρωας κατεπείγει να υπακούσει σε μια άνωθεν εντολή και πιέζεται στανικώς να δράσει. Οι Ερινύες όμως δεν το καταλαβαίνουν αυτό.  Όπως θα δούμε και αργότερα στην «Ελένη»,   οι τρέλες των θεών και των ανθρώπων, αλλιώς οι τρέλες των δυνατών, είναι εκείνες που θα επιβάλλουν έναν άσκοπο τον αγώνα για «ένα πουκάμισο αδειανό», όπως άσκοπη είναι και αρματοδρομία. Ο μύθος διαβάζεται έτσι όπως οι επικαιρικές περιστάσεις και οι συγκυρίες το απαιτούν. Με το πέρασμα του χρόνου οι περιστάσεις είναι άλλες, ωστόσο «Τ’ όνομα μόνον ν’ αλλαχθεί», λέει ο Καβάφης, και «λαμπρά ταιριάζουν όλα» («Εν δήμω της Μικράς Ασίας»), και σε άλλες εποχές και στην εποχή μας.  Κάπως έτσι ο ήρωας κάθε εποχής έχει να αντιμετωπίσει τους ισχυρούς που «Βαριούνται χωρίς συχώρεση». 

Ο Γιώργος Χειμωνάς στη μελέτη του για τον Μάκβεθ  του Σαίξπηρ λέει ότι «ο φονιάς γίνεται μέτοχος μιας γνώσης ασύλληπτης όσο και δυσβάσταχτης»(6).  Ο Μάκβεθ ακούει την προφητεία των μαγισσών και σκοτώνει τους πολιτικούς του αντιπάλους,  σκοτώνοντας και τον ύπνο του, όπως ο Ορέστης, υπακούοντας στον χρησμό του Απόλλωνα σκοτώνει τη μάνα και τον δικό του ύπνο: «Έξι μέρες απ’ τη σφαγή .. ούτε φαΐ ούτε πλύθηκε· στα στρωσίδια χωμένος. Όταν τον αφήνει η μανία οδύρεται/ … πηδάει απ’ το στρώμα και ορμάει»(7), λέει ο ποιητής. Πίσω και από τους δύο ήρωες βρίσκεται η ανάγκη. Για τον Μάκβεθ είναι η εμμονή της εξουσίας  μέχρι θανάτου. Για τον Ορέστη το αίμα του πατέρα. Και  οι δύο ήρωες είναι δέσμιοι δυνατών παρορμήσεων που τους επιβάλλονται. Στον αγγλικό μύθο τη λύση στο δράμα θα τη δώσει ένας ήρωας που έρχεται και θα σκοτώσει τον φονιά Μάκβεθ. Ο Ορέστης που έχει έρθει για λύση το δράμα των Μυκηνών μπλοκάρεται στις ενοχές που του φορτώνουν οι δυνατοί.  

Ποια είναι η αλήθεια που κρύβει στις μέρες μας ο μύθος του Ορέστη; Ποιος είναι ο θεός που του λέει πήγαινε και κάνε το χρέος σου και αφού το έκανε, μόλις ήρθε  αναλαμβάνουν οι Ερινύες επειδή το έκανε;  Ποιες είναι οι Ερινύες; Κάθε εποχή οφείλει την ερμηνεία της στο μύθο, είπαμε, και η σημερινή πολύ περισσότερο. Στις εποχές των μεγάλων κρίσεων όσοι ανέλαβαν πρωταγωνιστικό ρόλο, όσο κι αν τους επευφήμησαν  και αλάλαξαν, πλήρωσαν το τίμημα της λάμψης τους, έστω και αν ο χρόνο ο δίκαιος κριτής αργά πολύ αργά τους δικαίωσε ή θα τους δικαιώσει, παράλληλα όμως έδειξε πως η  « Μυκήνα» μόνο από μακριά είναι «χρυσαφένια». Από κοντά και από μέσα μαστιγώνεται από θεία ή ανθρώπινη μανία και θέλει αίμα για να λάμψει το χρυσάφι της, ειδικά η Μυκήνα που γέννησε την Ιφιγένεια και η εποχή μας που γέννησε άπειρες πυγολαμπίδες και μακρά σειρά απογόνους πυγολαμπίδων που για να υπάρχουν πρέπει να ζούμε στο σκοτάδι.  

Σημειώσεις

[1]. Σοφοκλής, Ηλέκτρα, Μετάφραση-εισαγωγή-Σχόλια, Κώστας Τοπούζης, εκδ. Επικαιρότητα, 1992.

2.Σοφοκλής, Ηλέκτρα, Μετάφραση-εισαγωγή-Σχόλια, Κώστας Τοπούζης, εκδ. Επικαιρότητα, 1992.

3. Ο ποιητής κι ο χορευτής, εκδ. Κέδρος, 1980,  σελ. 154- 155.

4 .Μύθος και Φωνή, μετ. Σπύρος Τσακνιάς, εκδ. Στιγμή, 1987,σελ. 121.

5.GeorgeDidi-Huberman, Επιβίωση των Πυγολαμπίδων, μετ. Μήνα Πατεράκη-Γαρέφη, εκδ. Vesta, 2015.

6. Μάκβεθ, εκδόσεις Κέδρος, σ. 168.

7.Ευριπίδης, Ορέστης,  Μετάφραση-εισαγωγή-Σχόλια, Κώστας Τοπούζης, εκδ. Επικαιρότητα, 1992, στ. 40-45.

 

ΑΝΘΟΥΛΑ  ΔΑΝΙΗΛ

 

Εκτύπωση του άρθρου