Εκτύπωση του άρθρου

Είναι ο Jean-Paul Sartre ο μεγαλύτερος θεολόγος του 20ου αιώνα όπως θα ήθελε, ίσως, ο καθηγητής Χρήστος Γιανναράς; Είναι οι οπαδοί άλλων θρησκειών ανώνυμοι Χριστιανοί (anonymous Christians), δηλαδή Χριστιανοί χωρίς να το γνωρίζουν, όπως πρότεινε ο ρωμαιοκαθολικός θεολόγος Karl Rahner; ‘Eχει δίκιο η Hannah Arendt, όταν μας διαβεβαιώνει πως δεν ήταν ο αθεϊσμός του 18ου ούτε ο υλισμός του 19ου αιώνα που υπέσκαψαν τη χριστιανική πίστη, αλλά μάλλον το διαποτισμένο από αμφιβολία ενδιαφέρον για τη σωτηρία αυθεντικά θρησκευτικών ανθρώπων όπως ο Pascal ή ο Kirkegaard, για τους οποίους το παραδοσιακό περιεχόμενο και η επαγγελία του Χριστιανισμού είχαν γίνει κάτι “παράλογο”; Δικαιούμαστε από τον τρυφερό, όπως τουλάχιστον εγώ αντιλαμβάνομαι, “ιμπεριαλισμό” των παραπάνω επισημάνσεων να οδηγηθούμε στο (αντίστροφο) συμπέρασμα, ότι μπορεί η ποίηση και γενικότερα η τέχνη από τις αρχές του 20ου αιώνα - καθώς αποσκοπεί στην αναζήτηση νοήματος μέσα σε έναν κόσμο αταξίας και μεταβολών, στη δημιουργία μιας πνευματικότητας χωρίς Θεό ή υπερβατικό, όπως το έθεσε η Karen Armstrong - να συνιστά μία αυθεντική, εναγώνια, δημιουργική, πρωτότυπη ένθεη αναζήτηση, τη στιγμή ακριβώς που την αρνείται;        

Το ένθεο στοιχείο δεν εξαντλείται ασφαλώς στα χριστιανικά και γενικότερα θρησκευτικά ή ηθικά συμφραζόμενά του. Ωστόσο από κάπου ξεκινά κανείς. Ποια είναι η φύση και η πηγή της δημιουργικής δύναμης του καλλιτέχνη; Τι πραγματεύεται το έργο του; Στην Ιστορία των Αισθητικών Θεωριών του Monroe C. Beardsley βρίσκουμε πως από τον Όμηρο ακόμη υπάρχει ο πειρασμός να ταυτιστούν ο ποιητής με τον μάντη ή προφήτη καθώς μια ανεξήγητη μαγική δύναμη κάνει τα λόγια τους να προξενούν συγκίνηση. Οι ποιητές εκφράζουν βαθιές και κρυμμένες αλήθειες ενώ η ποίηση συνεπάγεται κάτι υπερφυσικό. Η ελληνική θεολογία δίδασκε ότι οι θεοί είχαν εφεύρει την ποίηση και τη μουσική για να ψυχαγωγούνται και κατόπιν τη δίδαξαν στους ανθρώπους εκλεκτά πνεύματα. Ο Παρμενίδης και ο Πίνδαρος θεωρούν πως το ταλέντο και η έμπνευση είναι δώρα των θεών, ενώ ο Πλάτων ομιλεί για δαιμόνιο και μανία (τρέλα) και θέτει θέμα παραλληλισμού ανάμεσα στον καλλιτέχνη ως δημιουργό και τον θεϊκό δημιουργό στο τριώροφο πλατωνικό σύμπαν: νόηση (κόσμος των αρχετύπων, των ιδεών), αίσθηση (φύση, ως είδωλο του νοητού) και τέχνη (ως μίμηση της φύσης). Οι θεοί έφτιαξαν τον κόσμο από αγάπη για τα πολύ ωραία πράγματα, ενώ η αγάπη (έρως) επινόησε τις τέχνες.

Ο Αριστοτέλης, μολονότι προσπαθεί να δει την ποίηση ανεξάρτητα από την πλατωνική διασύνδεσή της με την ηθική και την πολιτική, φαίνεται να αποδίδει στην τραγική  ποίηση την ψυχολογική επενέργεια ενός οιονεί θρησκευτικού εξαγνισμού. Οι Στωικοί απηχούν την αντίληψη για την ποίηση ως ένα είδος αλληγορικής φιλοσοφίας, ως φορέα υπέρτατων αληθειών. Ο Λογγίνος στο Περί Ύψους ορίζει το ευγενικό πάθος στην ποίηση ως τη θεϊκή πνοή του Φοίβου. Στον νεοπλατωνισμό η θεώρηση της τέχνης ως μέθεξης της ψυχής στο θεϊκό θέτει τις βάσεις για μεταγενέστερες μυστικιστικές και ρομαντικές θεωρίες. Η πλατωνική αγάπη εδώ, ο έρως για το ωραίο και η χαρά που φέρνει, κατευθύνουν προς το θεϊκό. Στην μεσαιωνική πατερική σκέψη η λογοτεχνία χαρακτηρίζεται άλλοτε ως μωρία στα μάτια του Θεού (Τερτυλλιανός) και άλλοτε εκτιμάται για λόγους εκπαιδευτικούς (Ωριγένης, Κλήμης Αλεξανδρεύς, Μέγας Βασίλειος). Ο Αυγουστίνος πιστεύει πως η αισθητική εμπειρία, στην ανώτατη μορφή της, οδηγεί στη θρησκευτική σοφία. Έλληνες Πατέρες άλλωστε, όπως ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός και ο Ιωάννης Δαμασκηνός, υπήρξαν οι ίδιοι ποιητές. Σύμφωνα με την αλληγορική ερμηνευτική μέθοδο, κάθε λογοτεχνικό έργο είναι ένα είδος συμβόλου με νόημα πνευματικό.  Για τoν Bonaventura ολόκληρος ο κόσμος είναι σαν ένας καθρέφτης που αστράφτει από την ανταύγεια της θείας σοφίας, θεώρηση που συναντούμε ξανά στον ιδεαλισμό και τον ρομαντισμό. Οι όντως σοφοί ερμηνεύοντας την ομορφιά των κτισμάτων ανατρέχουν προς τον δοτήρα του κάλλους Θεό, κατά τον Κύριλλο Αλεξανδρείας.

Στα 1254 ο Θεόδωρος Β’ Δούκας Λάσκαρις απευθύνει προς τους επιστήμονες και τους φιλοθέους έναν κατάλογο εκατοντάδων θεωνυμίων ερανισμένων από τα ομηρικά έπη και ύμνους, την Παλαιά και Καινή Διαθήκη, την εκκλησιαστική υμνογραφία και τα πατερικά κείμενα. Ο Θεός αποκαλείται - μεταξύ άλλων - ο πλάστης, ο δημιουργός, ο των όντων παραγωγεύς, ο διοσημείας ποιών, ο λογοτερπής, ο φιλόλογος, ο φιλολόγιος, ο ποιών θαυμάσια μόνος, ο ατύπωτος, ο λόγος ο άρρητος, ο επιστήμων, ο ετεροιότησι ποιητικός, ο ποιητής των ορατών… Η Αναγέννηση με τον Marsilio Ficino αποδίδει ένα υπερβατικό στοιχείο σε καθετί το ωραίο, το οποίο γίνεται έτσι ένα μονοπάτι που οδηγεί στη θέα του θεϊκού, ενώ με τον Giordano Bruno αποθεώνει τον ποιητή ανακηρύσσοντας την ομορφιά σε θρησκεία. Ο συμβολισμός αυτός παρακμάζει στα χρόνια του Διαφωτισμού. Για τον Shaftesbury, ωστόσο, το αισθητικό βίωμα του υπέροχου προκύπτει από το θρησκευτικό βίωμα της παραδοχής του Απείρου ως δημιουργούσας αρχής της απεραντοσύνης της φύσης. Για τον Ιδεαλισμό του Solger η καλλιτεχνική φαντασία έχει πολλές αναλογίες με τη δημιουργική δραστηριότητα του Θεού. Η ρομαντική ποίηση εκφράζει την επιδίωξη του απείρου και πηγάζει από τον Χριστιανισμό.

Ο William Blake μιλά για τη φαντασία ως το θείο όραμα, τη δύναμη που κάνει τον ποιητή. Για τον Novalis και τον Victor Hugo ο ποιητής είναι ένας ιερέας, ενώ για τον Goethe είναι χρισμένος από τον Θεό. Κατά τον Shelley ο ποιητής είναι νομοθέτης και προφήτης, ενώ κατά τον Emerson ο αληθινός και μοναδικός σοφός. Ο ποιητής μπορεί όμως να γίνει, σύμφωνα πάντα με τη ρομαντική αντίληψη, και μια προμηθεϊκή φυσιογνωμία, αντίζηλος της φύσης και του Θεού. Στην ηθική φιλοσοφία του Arthur Schopenhauer, η τέχνη παραλληλίζεται με την ανώτερη αγιότητα του ασκητισμού και της απάρνησης των επιθυμιών και του εγωισμού. Ο Friedrich Nietzsche μιλά για τη σύζευξη διονυσιακού και απολλώνειου στοιχείου στην τραγική ποίηση. Για αισθητικό μοναχισμό κάνει λόγο ο Sainte-Beuve, ενώ και ο Τheophile Gautier του δόγματος η τέχνη για την τέχνη οικτίρει τους ανθρώπους που προτιμούν τους μύλους από τις εκκλησίες, την τροφή του κορμιού από την τροφή της ψυχής και που τους αξίζει να είναι οικονομολόγοι σε αυτόν τον κόσμο καθώς και στον άλλο. Εδώ, ωστόσο, η ηθική διάσταση της τέχνης παραθεωρείται, ενώ για την κοινωνιστική αισθητική του Leon Tolstoi το κριτήριο της καλλιτεχνικής δημιουργίας είναι θρησκευτικό.  H μεταφυσική αισθητική του Henri Bergson αποδίδει ένα μυστικιστικό, ειδικό γνωστικό ρόλο στις τέχνες ενώ η αντίστοιχη του Jacques Maritain κάνει το ωραίο υπερβατικό όρο. Στην μεταφυσική φυσιοκρατία των George Santayana και John Dewey η τέχνη χωρίς να είναι ηθικολογική έχει μία θρησκευτική ποιότητα, μία ηθική αξία καθώς προάγει την επικοινωνία και συνιστά μία μείζονα εξανθρωπιστική δύναμη. Η ψυχολογική αισθητική του Carl Jung εντάσσει και το υπερβατικό στα συλλογικά αρχέτυπα της λογοτεχνίας. Για την σημειολογία του Ernst Cassirer η ποίηση είναι συγκαλυμμένη μεταφυσική. Η ρωμαλέα κατά τα άλλα μαρξιστική αισθητική επιφυλάσσει για την τέχνη μια θεώρηση ανάλογη αυτής του Ludwig Feuerbach για τη θρησκεία ως εποικοδομήματος των κυρίαρχων τάξεων. Τέλος, για την υπαρξιακή  φαινομενολογία του Martin Heidegger η τέχνη βοηθά τον άνθρωπο να πετύχει την αυθεντικότητα της ύπαρξής του.

Μεγάλη Δευτέρα του 2014, στο καφέ Φίλιον, για μια βραδιά αφιερωμένη στο θείο πάθος. Μόλις έχει κυκλοφορήσει ο τόμος με τα Άπαντα της αγαπημένης μου Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ. Ανοίγω το βιβλίο της. Πριν ξεκινήσω με το Δος μοι τούτον τον ξένον του Γεωργίου Ακροπολίτη και το Έκστηθι φρίττων ουρανέ της Κασσιανής, απαγγέλω το Αν τουλάχιστον πίστευα στο Θεό. Είναι το ανθρώπινο πάθος. Ο ποιητής πάσχει στην προσπάθειά του να συναντήσει τον άνθρωπο. Να συναντήσει τον έρωτα. Τον Θεό.

ΑΝ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΠΙΣΤΕΥΑ ΣΤΟ ΘΕΟ

Αν τουλάχιστον πίστευα  στο Θεό
θα 'χαν τα χέρια σου
άπειρες ερμηνείες
όταν κινούνται
και μ' ανεβάζουν στον ουρανό
έναν ουρανό σαν του Ρίλκε
με λυπημένους αγγέλους
να φυσούν τη μοναξιά
κάτω στη γη
υπονοούμενα φτερά
και ντροπαλή η μιλιά τους
γιατί δεν υπάρχουν.

Αν τουλάχιστον πίστευα στο Θεό
θα μου είχε εξηγηθεί η παράλογη
επιμονή μου να βασανίζομαι
να πατάω έξω απ’ τον άσπρο κύκλο
της μικρής ευτυχίας
θα’ χα πέτρα μέσα μου
δύναμη
για την ατέλειωτη ελεγεία
της ζωής μου

Μα θα μείνω
με τους αγκώνες στο τραπέζι
να σε κοιτώ ακίνητη να τρως
ελπίζοντας σε μια μνήμη αφύσικη
μικρότερη απ’ όσο φως
θα ζήσεις.

Όταν θα’ χεις βασιλέψει
μες στο χρόνο
με φουντωμένο σγουρό βασιλικό
το γκρίζο της κεφαλής σου
ανήμπορος, τυφλός
θα φωνάζεις το γιό σου τον Βενιαμίν
στο σκοτάδι
καταρράχτης ο θάνατος
θα σου θαμπώνει τα γυαλιά
κι όπως αθόρυβα θα κλείνουν
τις πόρτες οι νοσοκόμες
στον εγκέφαλό σου
θα κατρακυλούν οι συλλαβές
θα σε κουφαίνει η φωνή μου
σαν φώναζα τ’ όνομά σου
πέρα απ’ τη θάλασσα.

Αν τουλάχιστον πίστευα στο Θεό
ο χωρισμός απ’ το σώμα σου
- το σώμα μου -
θα’ ταν προσωρινός
κι ο θάνατος δε θα’ χε
άλλες συνέπειες.     

Άλλες φορές η παραδοχή της μετά θάνατον ζωής συνιστά απλώς μία σχεδόν νιτσεϊκή κατάφαση της επίγειας ζωής μέσα στην τέχνη, όπως στην περίπτωση του Αμερικανού ποιητή David Ignatow (1914 -1997) (μτφ. Σ. Θ.) 

ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΟΛΑ

Ευχήθηκα τον θάνατο συχνά
μα τώρα που βρίσκομαι στην πόρτα του
άλλαξα γνώμη για τον κόσμο.
Πρέπει να προχωρήσει, είναι όμορφος,
ως όνειρο έστω, γεμάτος νερό και σπόρο,
φυτά και ζώα, άλλους σαν και εμένα,
πλοία και κτίρια και μηνύματα
να γεμίζουν τον αέρα – μια ομορφιά
αν έχω δει ποτέ καμιά.
Στον επόμενο κόσμο, θα θυμάμαι μάλλον
αυτόν εδώ, θα τον δοξάζω
πάνω από όλα.

O Αββάς Δωρόθεος (6ος αι.) στα Έργα Ασκητικά του μας λέει πως πολλές φορές η αμαρτία ενός ανθρώπου συνιστά σχεδόν αρετή στα μάτια του Θεού, όταν ο άνθρωπος έχει τόσο αντισταθεί χωρίς τελικώς να καταφέρει να μην υποκύψει. Μια τέτοια αναίρεση του ηθικισμού και της ενοχής φαίνεται πως προτείνει ο Ντίνος Χριστιανόπουλος (από Το κορμί και το σαράκι):      

αν ποτέ με τρακάρετε
να τριγυρνάω ύποπτα
σε πάρκο ή ερημιά

μην με παρεξηγήσετε
μην πείτε μέσα σας
«το ταγκαλάκι!»

δεν μπορείτε να ξέρετε
πόσο αγωνίστηκα
πριν λυγίσω

Στον Γιάννη Βαρβέρη βρίσκουμε απηχήσεις της αισθητικής του Cassirer για την τέχνη και τη θρησκεία ως συμβολικών μορφών στις οποίες δεν ανακαλύπτουμε την έσχατη πραγματικότητα, αλλά τη δική μας ανθρώπινη δύναμη:

ΚΑΘΩΣ ΠΛΗΣΙΑΖΕΙ Η ΩΡΑ

Λένε πως πλησιάζει η ώρα
κι ίσως να’ ναι αλήθεια.
Ποιος όμως πρέπει να κριθεί;
Μήπως κι εμείς που ζήσαμε
μόνο με το άκουσμα των πρώτων Σου θαυμάτων;
Εκείνους μόνο γιάτρεψες
για να πιστέψει τώρα ο κόσμος
των υγειών σε Σένα.
Εκείνους μόνο
γιατί εμείς που ακολουθήσαμε
στρατιές στρατιών
ανάπηροι της Ιστορίας
ζήσαμε
άλλοι μέσα στις μάταιες προσευχές
κι άλλοι μέσα στον πόνο απεγνωσμένοι.
Ουδέτερος ελεήμων σαν ελπίδα ωχρή
μας άφησες να σε αντικαταστήσουμε.

Είμαστε προ της κρίσεως υπερήφανοι
γιατί το θαύμα ήταν πως ζήσαμε
χωρίς το θαύμα.

Κομβικός, νομίζω, στίχος του ποιήματος: ανάπηροι της Ιστορίας. Η ανθρώπινη ιστορία: εφάμαρτη, βέβηλη, παράλογη… Οι άνθρωποι: εξαχρειωμένες εικόνες, έχοντας απωλέσει το κάλλος της αρχικής τους καταγωγής, ανάπηροι… Η αμηχανία σχεδόν πουριτανική και αυτή: πώς συνδυάζεται το ιερό με το βέβηλο μέσα στο ίδιο σώμα; Ένα βήμα μόνο μας χωρίζει από τον Richard Dawkins που απαριθμεί φιλότιμα όλες τις χριστιανικές παρεκτροπές στην ιστορία και μοιάζει να κατηγορεί τον μαρξισμό για τα γκουλάγκ καταπώς την αθεΐα του πρώτου αντιλαμβάνεται ο μαρξιστής Terry Eagleton.

Άλλο ένα, εν κατακλείδι, Θαύμα [Μiracle], του Ιρλανδού ποιητή Gabriel Rosenstock (1949-), (μτφ. Σ.Θ.)

ΘΑΥΜΑ

Ήταν ένα μεγάλο θαύμα
Ακούστηκες καθαρά
στα βήματά μου
Ήσουν ορατός
στην αναπνοή μου

Η απλότητα και η ένταση της εικονοποΐας θυμίζουν θρησκευτική ποίηση. Μία σχεδόν μυστικιστική κατάφαση στην ένωση των διεστώτων: υποκειμένου και αντικειμένου, εγώ και εσύ, ιστορίας και αιωνιότητας, Θεού και ανθρώπου... 

Σάρα Θηλυκού

Η "θεΐζουσα πανθεΐα" του Νεοπλατωνικού Πρόκλου διαφαίνεται εις το σύνολον του ποιητικού έργου του. Ύμνοι προς τους παλαιούς θεούς (ύμνος Διός Αθηνάς... Ηφαίστου, Αφροδίτης κλπ)

Η προσευχή κατά τον Πρόκλο (Τιμ. 164) είναι "Πράξις" νοερά που εξυψώνει τον Νου μέχρι το θείον, η κλίμαξ δια την ανάνηψη της ψυχής προς τα ανώτερα πεδία δια να επιτύχει την "θέασιν" και την επανασύνδεση με την "άρρητον ενότητα" το Εν.

Στο Λειτουργικό Φιλοσοφικό ποίημα Ύμνο προσευχή προς τους θεούς, ο Πρόκλος δεν προσδιορίζει κάποια θεότητα, αλλά σε μιαν "υπέρβασιν" ενσωματώνει όλο το θείον προς το οποίον αποτείνεται.

Ο "Ύμνος" εγκλείει όλη την φιλοσοφική θεωρία του Πρόκλου και δη και: α) σηματοδοτώντας μια "μυητική διαδικασία" αναφέρεται σε σύμβολα αρχετυπικά.

β) Ήδη στους πρώτους στίχους οι θεοί χρησιμοποιούν το πηδάλιο της Σοφίας διοχετεύοντας στις ψυχές των ανθρώπων το "Πυρ" την "υπάτη μονάδα" ώστε με Μυστηριακές άρρητες Τελετές να εγκαταλείψουν το "σκοτεινόν άντρον" το σκότιον κευθμώνα και Ορφική και Πλατωνική επιδίωξη της "πεπτωκοΐας ψυχής" η επάνοδος εις την θεϊκήν Μονάδα "το Εν" όχι ως αριθμητική έννοια, αλλά ενδότερα ηθική. Προϋπόθεση βέβαια η "αυτογνωσία" η διάλυση της ομίχλης δια μέσου του "Αγνού Φωτός" ώστε να σπάσουν τα δεσμά του βίου (η ειρκτή του Πλάτωνα). Ο ποιητής αναζητεί την θεϊκή βοήθεια δια μέσου των προσευχών και τελετών "αρρήτων", ιεροπραξιών των Ιερών Μύθων.

Όλος ο Ύμνος είναι μια επίκλησις προς το θείον. Ο Πρόκλος ως ένθεον άτομον μέσα από την ποίησή του προσεύχεται εις το Ανώτερο Ον, ακολουθεί άλλωστε και τον Πλάτωνα που στους διαλόγους του συχνά βάζει τον Σωκράτη να προσεύχεται εις τους θεούς.

Στον "Φαίδρο" έχουμε μια θαυμάσια προσευχή προς τον Πάνα (τοπικό θεό της Αθήνας)

"Αγαπημένε μου Πάνα και σεις οι άλλοι θεοί αυτού εδώ του τόπου, δόστε μου να γίνω όμορφος μέσα μου. Και όσα έχω έξωθέν μου να είναι φιλιωμένα με όσα έχω μέσα μου. Πλούσιος όμως να μου φαίνεται ο σοφός. Και χρυσού πλήθος να χω όσο μήτε να σηκώση μήτε να βαστάξη επάνω του άλλος παρά ο φρόνιμος.

Χρειαζόμαστε τίποτε άλλο ακόμα, Φαίδρε μου; Γιατί εγώ τα κράτησα σωστό μέτρο στην προσευχή μου."

Φαίδρος LXIV (64)

Ο Πρόκλος ο δεινότερος σχολιαστής του πλατωνικού έργου (ιδιαίτερα του "Τιμαίου") ακολούθησε πιστά τον αρχαίο φιλόσοφο στους λειτουργικούς ύμνους. Άλλωστε η ποίηση  και μάλιστα η "θεΐζουσα" μεταμορφώνει τον αναγνώστη από "ναρθηκοφόρο σε βάκχο".
Φαίδων ΧΙΙΙ d                                                                       

ΥΜΝΟΣ ΚΟΙΝΟΣ ΕΙΣ ΘΕΟΥΣ.

4.16

Κλῦτε, θεοί, σοφίης ἱερῆς οἴηκας ἔχοντες,
οἳ ψυχὰς μερόπων ἀναγώγιον ἁψάμενοι πῦρ
ἕλκετ' ἐς ἀθανάτους, σκότιον κευθμῶνα λιπούσας
ὕμνων ἀρρήτοισι καθηραμένας τελετῇσι.
κλῦτε, σαωτῆρες μεγάλοι, ζαθέων δ' ἀπὸ βίβλων
νεύσατ' ἐμοὶ φάος ἁγνὸν ἀποσκεδάσαντες ὁμίχλην,
ὄφρα κεν εὖ γνοίην θεὸν ἄμβροτον ἠδὲ καὶ ἄνδρα·
μηδέ με ληθαίοις ὑπὸ χεύμασιν οὐλοὰ ῥέζων
δαίμων αἰὲν ἔχοι μακάρων ἀπάνευθεν ἐόντα,
μὴ κρυερῆς γενέθλης ἐνὶ κύμασι πεπτωκυῖαν
ψυχὴν οὐκ ἐθέλουσαν ἐμὴν ἐπὶ δηρὸν ἀλᾶσθαι
Ποινή τις κρυόεσσα βίου δεσμοῖσι πεδήσῃ.
ἀλλά, θεοί, σοφίης ἐριλαμπέος ἡγεμονῆες,
κέκλυτ', ἐπειγομένῳ δὲ πρὸς ὑψιφόρητον ἀταρπὸν
ὄργια καὶ τελετὰς ἱερῶν ἀναφαίνετε μύθων.

 

(Εισακούστε με, θεοί που κρατάτε τα πηδάλια της ιερής σοφίας,
και ανάβοντας πυρ στις ψυχές των μερόπων ανθρώπων,
τις κάνετε να αφήσουν τη σκοτεινή κρυψώνα
και  αφού καθαρθούν μέσω των άρρητων τελετών των ύμνων,
τις έλκετε προς τους αθανάτους...
Εισακούστε με, μεγάλοι σωτήρες,
διαλύστε την ομίχλη και χαρίστε μου αγνό φως από τα ιερά βιβλία,
προκειμένου να αναγνωρίζω καλά άμβροτο θεό και άνθρωπο.
Και κανείς κακοποιός δαίμονας να μη με κρατάει μακριά από τους μακάριους,
μέσα στα ποτάμια της λήθης,
και καμία παγερή Ποινή να μην κρατήσει με τα δεσμά του βίου την ψυχή μου,
που έχει πέσει μέσα στα κύματα της παγερής γένεσης,
αλλά δεν θέλει για πολύ καιρό να περιπλανιέται.
Όμως ,θεοί, ηγεμόνες της πολύλαμπρης σοφίας,
εισακούστε με και φανερώστε τα μυστήρια και τις τελετές των ιερών μύθων σε μένα που βιάζομαι να ανέβω το μονοπάτι που οδηγεί ψηλά.)

https://www.youtube.com/watch?v=QwOcA89AqDs

Hρώ Τζιοβάρα-Ζάραγκα

H Σάρα Κόπια Σούλαμ (1592-1641) είναι μια από τις πιο ιδιαίτερες περιπτώσεις των ιταλικών γραμμάτων, μια Εβραία από το γκέτο της Βενετίας που κατάφερε με τη δύναμη του πνεύματός της και την περιπετειώδη ζωή της να περάσει στην ιστορία της νεότερης ιταλικής λογοτεχνίας.  Ανήκε σε μία από τις πιο επιφανείς οικογένειες της εβραϊκής κοινότητας της Βενετίας, με ιδιαίτερη παιδεία στα εβραϊκά, τα κλασικά ελληνικά, τα λατινικά και τα ιταλικά κείμενα. Παντρεύτηκε τον Ιακώβ Sullam, γνωστό τοπικό αξιωματούχο και επιχειρηματία. Τον Μάιο του 1618, όταν διάβασε το δράμα Εσθήρ του Γενοβέζου συγγραφέα και μοναχού Ansaldo Cebà (1565–1623), η Sara αποφασίζει να του γράψει για να του εκφράσει τον βαθύ πνευματικό θαυμασμό της, αναφέροντας χαρακτηριστικά πως έχει πάντα το βιβλίο του κάτω από το μαξιλάρι της. Εκείνος της απαντά πως επιθυμεί να συνεχιστεί η αλληλογραφία τους και της δηλώνει την ελπίδα του να την προσηλυτίσει στον χριστιανισμό. Η αλληλογραφία τους συνεχίζεται τακτικά, ανταλλάσσουν εικόνες, σονέτα και δώρα, χωρίς όμως ποτέ να επιδιώξουν μια μεταξύ τους συνάντηση.

Η Sara συγκέντρωνε συχνά στο σαλόνι της ανθρώπους των γραμμάτων. Οι περισσότεροι ήταν μέλη της περίφημης Accademia degli Incogniti (Ακαδημία των Αγνώστων), μιας βενετικής λογοτεχνικής ομάδας, στη συγκρότηση της οποίας η ίδια είχε παίξει καθοριστικό ρόλο. Ο Cebà, αν και Γενοβέζος φαίνεται να είχε επαφές με αυτόν  τον κύκλο διανοουμένων, όπου σύχναζαν επίσης  ο συγγραφέας-ποιητής Numidio Paluzzi, ο ζωγράφος- ποιητής Alessandro Berardelli, ο ποιητής-νομικός και ιερέας Baldassare Bonifacio, ο Giovanni Francesco Corniani και ο Leon Modena, ραβίνος, συγγραφέας και λόγιος, ο οποίος διατηρούσε στενές επαφές με την οικογένεια.  Σε αυτές τις συναντήσεις, η οικοδέσποινα απολάμβανε τον θαυμασμό των φίλων της,  γνώριζε όμως ότι  πολλοί μέσα στον ίδιο αυτόν κύκλο την υποτιμούσαν, όπως συχνά συνέβαινε στις γυναίκες οι οποίες συνδέονταν με αυτούς τους αντρικούς κατά κύριο λόγο λογοτεχνικούς χώρους. Στα 1619 ο ραβίνος Leon Modena έγραψε επίσης ένα θεατρικό έργο με θέμα την Εσθήρ και το αφιέρωσε στη Σάρα.

Δύο χρόνια αργότερα, ο ιερέας Bonifacio, μετά από συζητήσεις με τη Σάρα μέσα από συνεχή αλληλογραφία, δημοσίευσε το κείμενο Immortalità dellanima (Αθανασία της ψυχής), στο οποίο υποστήριζε ότι η Copia Sullam δεν πίστευε στην αθανασία της ψυχής. Εκείνη, διαβάζοντας το ενώ ανάρρωνε από σοβαρή ασθένεια, απάντησε μέσα σε δύο μέρες με ένα κείμενο που η ίδια τιτλοφόρησε Manifesto. Στο έργο αυτό, που δημοσιεύτηκε σε τέσσερις διαφορετικές εκδόσεις μέσα στον ίδιο χρόνο, η συγγραφέας παρουσίαζε τις απόψεις της, κάνοντας συγχρόνως σφοδρή επίθεση στις εναντίον της κατηγορίες του Bonifacio. Στο Manifesto η Σάρα εκδηλώνει το χιούμορ της,  αξιοποιεί την κλασική και εβραϊκή της παιδεία με αναφορές στην Παλαιά και Καινή Διαθήκη, τον Αριστοτέλη και τον Δάντη, παρεμβάλλει  τέσσερα σονέτα. Οι κινήσεις του Bonifacio όμως είχαν δημιουργήσει πλέον για εκείνη τον κίνδυνο να περάσει από την Ιερά Εξέταση με κατηγορίες την βλασφημία και την αίρεση.

Αυτό δεν έγινε, αλλά ο Bonifacio συνέχισε να προσβάλλει τη Σάρα γράφοντας πως ο πραγματικός συγγραφέας του Μανιφέστου είναι ένας ραβίνος, τον οποίο δεν κατονόμαζε. Η Σάρα στέλνει τότε το Μανιφέστο στον Cebà.  Εκείνος δεν απαντά για εφτά μήνες και όταν της απαντά δεν έχει καμιά διάθεση να της προσφέρει πραγματική βοήθεια, επιμένει μόνο στην προσπάθεια του να τη μεταστρέψει στον χριστιανισμό. Στα επόμενα χρόνια και μέχρι τον θάνατο του Cebà ανταλλάσσουν μόνο κάποιες επιστολές, ποτέ πια ποιήματα. Και οι  δύσκολες στιγμές συνεχίζονται. Ο Paluzzi με τον Berardelli επινοούν την ύπαρξη ενός Γάλλου θαυμαστή της Σάρας και αρχίζουν να τις γράφουν γράμματα υποτίθεται από εκείνον, ενώ τις απαντήσεις της όπως και τα  συχνά ακριβά  δώρα που έστελνε στον θαυμαστή της, τα λάμβανε ο Paluzzi.  Σύντομα η Σάρα ανακάλυψε την αλήθεια και κατήγγειλε τον Paluzzi στις δημόσιες αρχές, δυστυχώς όμως τα αρχεία αυτής της υπόθεσης δεν έχουν βρεθεί.  Στην συνέχεια ο Paluzzi με τον Berardelli την κατηγόρησαν για λογοκλοπή γραπτών του Paluzzi, κατηγορίες που έγιναν εύκολα δεκτές και από άλλους, με αποτέλεσμα να καταλήξει το θέμα στο δικαστήριο.  

Η Sara Copia Sullam πέθανε ύστερα από τρίμηνη ασθένεια τον Φλεβάρη του 1641, σε ηλικία 49 ετών..

Δύο σονέτα της Sara Copia Sullam

ΙΙΙ

Αν μια λύρα σπουδαία μπορούσε να κάνει
την Στύγα, τον Άδη να στραφούν προς το έλεος,
Κύριε, η δική σας, που τρανότερη δόξα στοχεύει
απ’ τα ύψιστα ουράνια μπορεί τις ψυχές να τραβήξει.                           4

Βλέπω πως παύουν όλες οι σφαίρες την αιώνια κίνηση
για να θαυμάσουν φωνές όλο χάρη του θρήνου σου
για τον νεκρό αδερφό σου. Κι εκείνος στενάζει,
γιατί τον τρομάζει να γυρίσει στο βάσανο του χειμώνα, της ζέστης.       8

Φοβάται ότι η μοίρα το τραγούδι σου ακούγοντας που είναι όλο πόνο,
θα βάλει το πνεύμα του σε σάρκα θνητή
και πως θ’ αναβάλει την ευλογημένη ζωή του.                                      11

Ω, σταμάτα τον θρήνο, το πένθος που απλώνεται εντός σου,
άκου να λέει πώς με το κλάμα σου, ενώ ευτυχεί,
μπορεί τη χαρά να στερείται.                                                                 14

 

Σχόλιο: Το ποίημα απευθύνεται στον Cebà προσπαθώντας να τον παρηγορήσει για τον θάνατο του αδελφού του Λανφράνκο. Στους στίχους του φαίνονται οι απόψεις της ποιήτριας για τη μεταθανάτια ύπαρξη.  Η λύρα που προσπαθεί να ελκύσει τους νεκρούς από τον Άδη είναι ίσως μια έμμεση αναφορά στον Ορφέα. Ο Cebà επίσης με τη λύρα της ποίησής του προσπαθεί να τραβήξει από τον ουρανό την ψυχή του νεκρού αδελφού του (στιχ.1-4). Φαίνεται πως το τραγούδι του Cebà μπορεί να ανατρέψει τους αιώνιους νόμους. Η Σάρα όμως παρουσιάζει τον νεκρό αδελφό του, Λανφράνκο, να μην επιθυμεί να επιστρέψει στα βάσανα της επίγειας ζωής (στιχ.10-11). Η Σάρα παροτρύνει τον Cebà να νιώσει ευτυχής για την ευτυχία που έχει βρει η ψυχή του αδελφού του στον ουρανό (στιχ.12-14).
 

VIII

Ω μορφή θεϊκή της θνητής ζωής
και ύψιστο τέλος στου Θεού τα έργα,
σε σένα αυτός αποκαλύπτεται, τη δύναμή του δείχνει,
για να σε κάνει Αρχόντισσα των όσων δημιούργησε.                             4

Νου, τον άνθρωπο διαπλάθεις, να συνορεύει μέσα του
το αθάνατο με το θνητό, κι ανάμεσα στα πρώτα όντα
εδρεύεις στο φτερούγισμα από τα πιο βαθιά τα μέρη
μέχρι εκεί που ο Ουρανός σε σένα υποκλίνεται:                                     8

Ανόητε λογισμέ, εσύ που τώρα παραιτείσαι
απ’ το να ερευνάς τον εαυτό σου και ζεις μέσα σε πράγματα σαθρά,
μονάχα αποκαλύπτεσαι όταν  σιμώνεις τον Θεό,                                   11

και για να είναι εδώ γαλήνια τ’ ανθρώπινα τα στήθη,
αρκεί να ξέρεις ότι οι Άγγελοι είναι αυτοί που εκλέχθηκαν
να είναι υπηρέτες σου μαζί και φύλακές σου.                                         14

 

Σχόλιο: Μέσα στο θνητό σώμα υπάρχει το ένθεο στοιχείο, που είναι η ψυχή.
Η τελείωση του έργου του θεού έρχεται όταν μέσα στο σώμα εμφυσηθεί η αθάνατη ψυχή (στιχ.1-2). Ο Νους, το Πνεύμα μεσολαβεί ανάμεσα στην ψυχή, που είναι το θείο στοιχείο στον άνθρωπο, και στο φθαρτό κομμάτι του που είναι το σώμα (στιχ.5 )  Με τη βοήθεια του Νου ο άνθρωπος μπορεί να φτάσει από τα βάθη της άγνοιας μέχρι τον ουρανό της γνώσης, μέχρι την επαφή με το θείο. Στο σημείο αυτό φαίνεται η επιρροή από την πλατωνική φιλοσοφία, η οποία εξαπλώθηκε στην Ιταλία με την συμβολή του Marsilio Ficino και άλλων λογίων (στιχ.7-8)  Η ποιήτρια κάνει ένα διαχωρισμό ανάμεσα στον Νου που έχει βρει την σωστή του κατεύθυνση με την έρευνα των αιώνιων Ιδεών και σε ένα πνεύμα που χάνεται μακριά από την αναζήτηση της ουσίας (στιχ.9-11).

Άννα Γρίβα [ Εισαγωγή – Μετάφραση – Σχόλια ]

 

Ο Ραλφ Γουάλντο Έμερσον (1803–1882), αμερικανός ποιητής, φιλόσοφος, δοκιμιογράφος, λέκτορας, γεννήθηκε στη Βοστώνη της Μασαχουσέτης σε οικογένεια πρεσβυτεριανών ιερωμένων. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Χάρβαρντ, δίδαξε για ένα διάστημα θεολογία, αργότερα υπηρέτησε την ιεροσύνη ως κληρικός, αλλά τελικά παραιτήθηκε (1831). Μετά από ένα χρόνο ταξίδεψε στην Ευρώπη. Επισκέφθηκε το Παρίσι και έμεινε δύο μήνες στην Αγγλία, όπου γνώρισε και συνδέθηκε φιλικά με τους ρομαντικούς ποιητές Γουίλιαμ Γουέρντσγουερθ και  Σάμιουελ Τέηλορ Κόλεριτζ,  και με τον συγγραφέα-φιλόσοφο Τόμας Καρλάιλ, επικριτή του υλισμού, ρομαντικό υπερασπιστή των ανθρώπινων δυνατοτήτων. Η φιλία αυτή που συνεχίστηκε χρόνια επηρέασε βαθιά τo πνεύμα και τη γραφή του Έμερσον,  παράλληλα με την εντρύφηση του στην Ασιατική σκέψη, τις μεταφυσικές ιδέες και τις ιερές μυθολογίες.

Ο Έμερσον έγινε γνωστός ως κύριος εκπρόσωπος του λογοτεχνικού-φιλοσοφικού κινήματος του αμερικανικού Υπερβατισμού, στη Νέα Αγγλία του 19ου  αιώνα. Μια ομάδα από μεταρρυθμιστές συγγραφείς – οι περισσότεροι από τον χώρο της θεολογίας- κοινωνοί των ιδεών της κοσμοθεωρίας του  Έμερσον, αποτέλεσαν  τους υπέρμαχους  του Υπερβατισμού, ως αντίλογο στον δογματικό  ορθολογισμό, τον  επιστημονισμό και την υλιστική νοοτροπία της εποχής. Η θεωρία τους όριζε τον κόσμο ως μέρος μιας συμπαντικής ενότητας, όπου ο Θεός δεν είναι  υπερκόσμιος, απόμακρος και άγνωστός, αλλά ενυπάρχει σε όλα τα όντα και πράγματα του φυσικού χώρου. Στον άνθρωπο, η εντύπωση της θεϊκής παρουσίας γίνεται διαισθητικά συνειδητή όταν ο ίδιος έρχεται σε επαφή με τη περιβάλλουσα φύση. Στο ιερό της φύσης, μακριά από οικοδομημένους ναούς και εκκλησιαστικές τυπολατρίες, αποκαλύπτεται από το βάθος του το ενυπόστατο θείο της ανθρώπινης ψυχής. Το πρώτο βιβλίο του Έμερσον «Φύση» (1836) θεωρείται η καλύτερη διατύπωση των αρχών του Υπερβατισμού, μια μορφή ιδεαλισμού όπου η διαίσθηση και η ελεύθερη βούληση του ανθρώπου εναρμονίζονται με τα μυστήρια του κόσμου.

Το ροδόδεντρο του δάσους είναι  ένας πολύ μικρός θάμνος με ροζ-μωβ ανθάκια που εύκολα προσπερνά κανείς χωρίς να τον προσέξει. Στα Ποιήματα (Poems, 1847 ), πρώτη ποιητική συλλογή του Έμερσον, περιλαμβάνεται το ποίημα «Ροδόδεντρο», όπου ο ταπεινός θάμνος μετουσιώνεται σε σύμβολο της Ομορφιάς και κατ’ επέκταση της κινητήριας  Δύναμης του συμπαντικού μηχανισμού.

            Στο ερώτημα, Από  πού το Άνθος

Τον Μάη, όταν τις μοναξιές τρυπά θαλασσινός αέρας,
Συνάντησα το δροσερό Ροδόδεντρο στο δάσος,   
Ν’ απλώνει τ’ άφυλα άνθη του στη μουσκεμένη γούβα 
Για να χαρεί  το έρημο και σιγανό ρυάκι.
Καθώς τα μαβιά πέταλα έπεφταν στο νερό
η ομορφιά τους φώτιζε το σκοτεινό του το χρώμα-         6

…Ροδόδεντρο! αν οι σοφοί σε ρώταγαν γιατί                 9
Αυτή η γητειά ξοδεύεται σε ουρανό και γη,
Πες τους, καλό μου, αν έγιναν τα μάτια για να βλέπουν,
Τότε είναι η Ομορφιά κι ο λόγος που υπάρχει-

Εσύ πώς βρέθηκες εδώ, αντίζηλε ω του ρόδου !
Δε σκέφθηκα ποτέ μου να ρωτήσω- ούτε γνώριζα-   
Αλλά,  μες στην απλοϊκή μου άγνοια , θεωρώ
Πως ίδια Δύναμη-εαυτού που μ’ έφερε εδώ, έχει φέρει κι εσένα.                         

Το Ροδόδεντρο», από τα πιο  θαυμασμένα ποιήματα του Έμερσον, με το ερώτημα του υπότιτλου «από  πού το Άνθος», εισάγει τον αναγνώστη στην αναζήτηση της έννοιας των στίχων πέρα  από την περιγραφή ενός θάμνου στο δάσος δίπλα σ’ ένα ρυάκι. Το ταπεινό  «ροδόδεντρο» όπως και οι λέξεις «ομορφιά» και «δύναμη», καθώς γράφονται από τον ποιητή με αρχικό γράμμα κεφαλαίο, δηλώνουν την κύρια σημασία τους στο ποίημα. Η Ομορφιά ως απόλυτη διάσταση του κόσμου και η ενυπάρχουσα στον άνθρωπο θεϊκή Δύναμη είναι μαζί η ποιητική ανταπόκριση στο υπαρξιακό ερώτημα:  «πώς βρέθηκε εδώ το ροδόδεντρο, πώς βρέθηκα  κι εγώ εδώ».

Ο Θεός του Έμερσον δεν  είναι ο κατά τις γραφές Πλάστης του κόσμου.  Είναι αυτή καθεαυτή η Υπόσταση της Πλάσης, η Υπέρτατη Ψυχή της η οποία μετουσιώνεται σε όλα τα πλάσματα σε μια μυστηριακή διαδικασία  ενότητας και αρμονίας. Στο ποίημα Ενότητα, ακόμα και τα αντίθετα ανατολή-δύση, χλόη-πέτρα, νύχτα-ημέρα αποτελούν ζεύγη που υπηρετούν την θεϊκή παρουσία στην ολότητα της Πλάσης.

Ενότητα

Πολύ είναι το διάστημα, δύση κι ανατολή ,
Αλλά δυό δυό δεν παν μαζί,
Δεν γίνεται δίπλα κι  οι δυό σ’ αυτό  να ταξιδεύουν:      3

…Μία μαγεία απλώθηκε στη χλόη και στην πέτρα,        7
Νύχτα και Μέρα άλλαξαν μες,
Από κάθε αξία κάθε ουσία
Δυναμωμένες και βαριές από μια δύναμη
Που ασκεί τη θέληση της σε ώρες κι εποχές.

…………………………………………………………………………………

Στο απόσπασμα του ποιήματος  που ακολουθεί (στ.11-19), ο ποιητής αναζητεί τον ψυχικό καθαρμό στον βόμβο μιας μέλισσας.  H μέλισσα, «σοφότερη κι από τον οραματιστή άνθρωπο, μια κιτρινόσωμη φιλόσοφος» (στ. 53-54,) απολαμβάνει τη θεϊκή ωραιότητα του κόσμου. Το πέταγμα της, ελεύθερο μέσα στην ομορφιά της φύσης αλλά και εκλεκτικό καθώς «βλέπει  μόνο ό,τι δίκαιο και ρουφάει μόνο ό,τι γλυκό»(στ. 55-56),  παραπέμπει στην Επικούρεια ηθική που αξιώνει τη σπουδαιότητα της ψυχική ηρεμίας και γαλήνης.

…Έντομη ερωμένη του ήλιου,         11
Χαρά του βασιλείου σου!
Ιπταμένη της ατμόσφαιρας-
Κολυμβήτρια των κυμάτων του ανέμου-
Ταξιδεύτρα του φωτός και του καταμεσήμερου-    15
Επικούρεια του Ιουνίου-
Στάσου, σε ικετεύω, μέχρι  να ‘ρθω
Στο άκουσμα του  βόμβου σου,--
Όλα χωρίς αυτόν είναι μαρτύριο.………………………………………………………………………………....    

Μια χιονοθύελλα μέσα στη νύχτα, αν και συνηθισμένο φαινόμενο  στη Νέα Αγγλία, εμπνέει τον Έμερσον να αναδείξει ποιητικά τη δημιουργική δύναμη της φύσης. Το χιόνι με τη βοήθεια του δυνατού  αέρα καταφέρνει μόνο σε μια νύχτα να δημιουργήσει έργα τέχνης που αιώνες ανθρώπινης προσπάθειας δεν επέτυχαν. Η φυσική αρχιτεκτονική του χιονιού υποβάλλει τη θειότητα στην ψυχή του θεατή-αναγνώστη.

Αναγγελμένο απ΄όλες τις τρομπέτες τ΄ουρανού,
Φτάνει το χιόνι, κι όπως περνά από τους αγρούς,
Δεν φαίνεται κάπου να σταματάει: λευκός ο αέρας
Κρύβει λόφους και δάση, το ποτάμι, και τον ουρανό,
Σκεπάζει το αγροτόσπιτο στην άκρια του κήπου.
Το έλκηθρο κι ο ταξιδιώτης στάθηκαν, ο ταχυδρόμος
Έχει μείνει πίσω, οι φίλοι αποκλείστηκαν, μέσα στο σπίτι 
Γύρω απ’ το φεγγοβόλο τζάκι κάθονται όλοι,  εσώκλειστοι
Σε μια ταραγμένη  από τη θύελλα απομόνωση.                      9
 

…. Κι όταν οι ώρες του έχουν μετρηθεί, κι ο κόσμος            23
Είναι πια δικός του, αποτραβιέται, σαν να μην υπήρξε,
Αφήνοντας, μόλις ο ήλιος βγει, την Τέχνη ξαφνιασμένη
Να μιμείται σε κτίσματα, πέτρα την πέτρα, αργά
Κάποιο καιρό χτισμένα , τρελού αέρα τη δουλειά μιας νύχτας,
Παιχνίδια αρχιτεκτονικής χιονιού.……………………………………………………………………………

Η Σφίγγα, το φτερωτό λιοντάρι με κεφαλή γυναίκας της ελληνικής μυθολογίας, «σφίγγει» μέχρι να πνίξει τους ταξιδιώτες που την συναντούν και δεν μπορούν να λύσουν τον ίδιο πάντα γρίφο που προτείνει. Τελικά τον γρίφο λύνει μόνον ο Οιδίποδας και λύση του είναι «ο άνθρωπος». Η Σφίγγα, στο ομότιτλο  ποίημα του Έμερσον,   με πεσμένα φτερά, μισοκοιμισμένη και ανήσυχη  ρωτάει αν θα εμφανιστεί τελικά ο «μάντης» που θα αποκαλύψει το αιώνιο μυστικό της για την βαθύτερη σημασία του ανθρώπου στον κόσμο.

 Η Σφίγγα νυσταγμένη,
 Τα φτερά διπλωμένα-, 
 Την ακοή βαριά,    
 Ανησυχεί για τον κόσμο  
 Ποιος θα το πει το μυστικό μου     5 
 Που κρατούν οι αιώνες;    

 Περίμενα τον μάντη
 Ενώ αυτοί αδρανούσαν και κοιμούνταν

 «Τη μοίρα του ανθρώπου-παιδί     
Την έννοια του ανθρώπου-            10     
Γνωστός καρπός του άγνωστου-
Σχέδιο δαιδαλώδες-
Από τον ύπνο ξύπνημα,  

Από το ξύπνημα ύπνος-    
Ζω
ή και θάνατος διαδοχικά            15
Το βάθος κάτω απ’ το βαθύ; …

Ο «μάντης»  που περιμένει η Σφίγγα  είναι ο ιδανικός Ποιητής των δοκιμίων του Έμερσον, εκείνος πού έχει το χάρισμα να συναισθάνεται και να εκφράζει τα ένθεα κοσμικά μυστήρια και τη σχέση του με αυτά. Είναι η εμπνευσμένη ποιητική ψυχή που θα αποκαλύψει το μυστικό της Σφίγγας-φύσης και θα κινητοποιήσει αυτούς που αδρανούν, θα ξυπνήσει εκείνους που κοιμούνται.

Σε μια εποχή  όπου η ύλη κυριαρχεί πλέον ως κύριο συστατικό του Σύμπαντος και ο  άνθρωπος αυτοθαυμάζεται ως επίκεντρο του κόσμου, ο Υπερβατισμός του Έμερσον επιδιώκει να αποκαταστήσει την ανωτερότητα του πνεύματος απέναντι στη ματαιοδοξία του υλισμού και να μεταλλάξει τον ανθρώπινο ατομικισμό σε ατομικότητα. Με βασική αρχή του την ενύπαρξη του Υπέρτατου Πνεύματος στον άνθρωπο,  αποδίδει σε όλους, ανάλογα με την καθαρότητα και μεγαλοσύνη της ψυχής τους, τις δυνατότητες της θείας έμπνευσης και αλήθειας. «Πίστευε στον εαυτό σου, γιατί κρύβεις μέσα σου ένα θεό» είναι το μήνυμα του  ιδεαλιστή Έμερσον προς όλους. Διαχωρίζει ωστόσο επίμονα την «αυτοδύναμη» της Υπερβατικής ψυχής, από την ατομιστική αυτοδυναμία που υποβάλλουν οι  συμβατικές αξίες και υλιστικές συνθήκες  της αμερικανικής πραγματικότητας του 19ου αιώνα. To κίνημα του Υπερβατισμού δεν εξαπλώθηκε, αλλά ο Έμερσον παρέμεινε ως ένα από τα κύρια πρόσωπα του αμερικανικού ρομαντισμού, με σημαντική επιρροή στις γενιές μελετητών, συγγραφέων και ποιητών που ακολούθησαν.

Μάρω Παπαδημητρίου [ Εισαγωγή – Μετάφραση ποιημάτων]

Οι φιλόσοφοι (καθώς και οι κοινοί θνητοί), έχουν κάθε δικαίωμα να ασχολούνται με την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του Θεού συνεχώς, σφαιρικά και ποικιλοτρόπως, αφελώς ή ασεβώς, ταπεινά ή προκλητικά, να εκφράζουν το σκεπτικισμό και τις επιφυλάξεις τους ή να παραδοξολογούν, να σκέφτονται, όπως λ.χ. ο Εμπεδοκλής: «Ο Θεός είναι ένας κύκλος που το κέντρο του είναι παντού και η περιφέρειά του πουθενά» ή όπως ο Νίτσε: «Ποιο απ’ τα δυο: είναι ο άνθρωπος μια απ’ τις γκάφες του Θεού ή ο Θεός μια απ’ τις γκάφες του ανθρώπου;»

Οι ποιητές όμως, ανήκουν σε άλλη κατηγορία. Δεν τους επιτρέπεται να ασχοληθούν αποστασιοποιημένα με το θέμα, γιατί αποτελούν μέρος του: Είναι, εκ προοιμίου, ένθεοι. (Αν δεν ήταν, θα έπρεπε να έχουν ανοσία στο  σαράκι του ακατανόητου της δημιουργίας.)

Όπως λέει και ο Οδυσσέας Ελύτης: (…) Κανένας δεν γνωρίζει τίποτα να πει. Μόνον ο ποιητής. Ο Ιησούς του ήλιου. Ο μετά κάθε Σάββατο ανατέλλοντας. Αυτός. Ο Είναι, ο Ήταν και ο Ερχόμενος. (ΕΛΕΓΕΙΑ ΤΗΣ ΟΞΩΠΕΤΡΑΣ)

Το θείον λοιπόν είναι βασικό συστατικό της ποίησης, και δια της ποίησης (επικής, λυρικής, ερωτικής, κοινωνικής, - ακόμα και πολιτικής ή σατιρικής), ο άνθρωπος μετέχει του θείου. Κι αυτό, διότι οι αιφνίδιες και ακαριαίες  συλλήψεις της ποίησης εκπορεύονται  από κάποιον άγνωστο χώρο μεταξύ συνειδητού, ασυνείδητου και υποσυνείδητου. Ίσως από τη χώρα του άγνωστου θεού.

Συμπέρασμα: Ένας είναι ο Θεός και οι ποιητές είναι οι προφήτες του.

Οι ποιητές είτε τον αρνούνται είτε τον αποδέχονται, βρίσκονται σε αδιάκοπη επαφή μαζί του. Γνωρίζουν όλα τα ονόματα, τα ψευδώνυμα και τα χαϊδευτικά του, αναγνωρίζουν όλες τις πιθανές μορφές του, μυστικές ή αποκαλυμμένες, και απευθύνονται με οικειότητα ακόμα και προς όλους τους συγγενείς του. Αναφέρονται δε, πολύ συχνά, και στους τόπους κατοικίας του, στην οικοσκευή και στους υπηρέτες του.   

Ας μην ξεχνάμε ότι ο λχ, «αριστερός» ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ έχει γράψει ολόκληρα βιβλία με θείους πρωταγωνιστές: (ΟΙ ΠΟΝΟΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ, Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΚΑΙΕΙ), ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ Ελύτης το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ, κ.ά.

Μνημονεύουμε εδώ μερικές από τις αμέτρητες εμφανίσεις του θεού, σε μερικούς από τους ποιητές μας:

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

Η ΦΑΡΜΑΚΩΜΕΝΗ

Κοίτα μέσα στα σπλάχνα μου, Πλάστη! Τα φαρμάκωσα,αλήθεια, η πικρή / και μου βγήκε οχ το νου μου, Πατέρα / πως πλασμένα μου τα’ χες εσύ!

Η ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ

(…) Χριστός Ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες / όλοι, μικροί, μεγάλοι ετοιμαστείτε / μέσα στις εκκλησιές τις δαφνηφόρες / με το φως της χαράς, συμμαζωχτείτε / ανοίξετε αγκαλιές ειρηνοφόρες / ομπροστά στους Αγίους, και φιληθείτε (…)

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

ΠΡΟΣ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ

(…) Είναι πολλά, σκληρά, τα βάσανά μου / ωσάν το δίχτυ που σφαλνά θάλασσα, φύκια κι άμμο / είναι η τύχη μου σκληρή σαν την ψυχή τη μαύρη / π’ αρνήθηκε την Παναγιά κι ανάπαυση δεν θαύρει // Κι εκείνη μ’ αποκρίθηκε κι εκείνη απελογήθη: / «Ήταν ανήλιατη, έλαχε, η μέρα που εγεννήθης / Άλλοι επήραν τον ανθό κι εσύ τη ρίζα πήρες / Όντας σε έπλασ’ ο Θεός δεν είχε άλλες μοίρες (…)

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

Από τον Δωδεκάλογο του Γύφτου

Όσο να σε λυπηθεί της αγάπης ο Θεός / και να σε καλέσει ο λυτρωμός / Ω, ψυχή, παραδαρμένη από το κρίμα!

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

(…) Και να, απ’ τα βάθη του είναι μου, απ’ τα βάθη / που θεός κρυβόταν στα ισκιερά του νου μου, / το ιερό παραμίλημα λυτρώθη (ΜΕΛΕΤΗ ΘΑΝΑΤΟΥ)

ΜΕΛΙΣΣΑΝΘΗ

ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Κύριέ μου / ‘Ολες οι πράξεις μου οι αμαρτωλές / τα λάθη, οι άνομες επιθυμίες / περνούνε πάνωθέ μου / καθώς το διάφανο νερό / Τίποτα δεν μ’ αγγίζει που φορώ / Κύριέ μου (…)

ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΤΑΠΕΙΝΟΥ

Κύριε, σαν ήρθεν η βραδιά, σου λέω την προσευχή μου: / άλλη ψυχή δεν έβλαψα στον κόσμο απ’ τη δική μου(…)

Τ. Κ. ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ

ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

(…) Εδώ χρειάζεται κοντύλι του Ζωγράφου, στη μοναξιά / στην προσευχή και την προσήλωση, με τα ζωογόνα / τα χρώματα τα πρώτα  να ξαναγαλουχήσει το βρέφος – Θεό / να ξαναγράψει τις πληγές της Αγάπης (…)

ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΡΦΥΡΑΣ

ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ

Βουβές ψυχές, θλιμμένες! Και τ’ απόβραδο / προσμένουν τον Χριστό μας από πέρα / Ποιος ξέρει; Από μακριά. Κι Εκείνος έρχεται / μες στο θολό του φθινοπώρου αγέρα / με τ’ Άγιο φως αχνόφεγγο στεφάνι του / με τα θεϊκά χαμηλωμένα μάτια (…)

ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΣ

ΓΙΑΤΙ ΤΑ ΤΑΛΑΡΑ ΤΑ ΛΕΝΕ ΤΑΛΑΡΑ

Όντις έπλασε ο Θιος την Οικουμένη / το Ληξούρι και τόσους τόπους άλλους / είπε στον νου του – Α, τώρα, δεν μου μένει / παρά να πλάσω, γιε μου, τους ανθρώπους (…)

Ι. Μ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΥΔΙΑ

Αχ, ένα ρόδο ας ήμουν, Θε μου, / σε μια ανοιξιάτικη φραγή (…)

Δ. ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ

(…) Ν’ ακούς της χαραμάδας την οδύνη που ευρύνεται να πεταχτεί ο Θεός. / Ν’ ακούς τον Θεό μέσα στον φόνο / σαν το φλουρί στη νύχτα. Σαν την αστραπή πάνω στο φλουρί (…) (ΝΥΧΤΕΡΙΝΑ)

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Θεέ μου, το φριχτό γέλιο των ανθρώπων / τα δάκρυα, ο ιδρώς, η νοσταλγία / των ουρανών / η ερημία των τόπων (ΙΔΑΝΙΚΟΙ ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ)

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

(…) κι οι ζωγραφιές τού ανάστα ο θεός / στον τοίχο που έξυσαν τα πεύκα με τα δάχτυλά τους (ΗΛΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ)

(…) Θεέ μου, εσύ με θέλησες και να, στ’ ανταποδίδω! (ΆΞΙΟΝ ΕΣΤΙ)

(…) Θεέ μου, τι μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε (ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ)

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

(…) Είχα φτάσει τόσο μακριά που ένιωθα στον ώμο μου το στεναγμό του Θεού / δυσβάσταχτο, ακατανόητο και κινδυνεύοντα: Θεέ μου, γιατί δεν μπορώ να σε καταλάβω; Ίσως όμως αν σε καταλάβαινα να μην μπορούσα ν’ αντέξω το βάρος σου.

Είμαι κι εγώ ένας μικρός Θεός μες στο δικό του σύμπαν, σε τούτο το υγρό υπόγειο / έξω βρέχει. / Ένα σύμπαν ανεξιχνίαστο και ανεξάντλητο κι απρόβλεπτο. / Ένας Θεός καθόλου αθάνατος / γι αυτό / και τρέμοντας από έρωτα για κάθε συγκλονιστική κι ανεπανάληπτη στιγμή του. (ΒΙΟΛΕΤΕΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ)

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Χιόνι που πέφτει έξω! / σαν παγοπώλης του θανάτου / ο Θεός / με κόκκινα απ’ τον πυρετό / τα μάτια // καπνός Θεού στη στέγη / ουρλιάζει η γυναίκα / στο κρεβάτι / σαν παγωμένο περιστέρι / χιόνι που πέφτει έξω! (ΧΙΟΝΙ)

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Μετά τη βροχή τα σαλιγκάρια / μετά τον τοίχο, πάλι ο τοίχος. / Βγαίνουν οι γυναίκες με καλάθια. Κάθονται οι άντρες και κοιτάνε. / πιο μόνος απ’ όλους ο θεός. (ΝΥΞΕΙΣ)

(…) βράδυνε ακόμα, Κύριε. Βράδυνε. / έχουμε ακόμα δάκρυα πολλά / στο μυστικό δοχείο που μας δώρισες / έχουμε ακόμη δάκρυα πολλά / για να ποτίσουμε το χώμα των αγρών σου. (ΣΤΙΧΟΙ ΑΠΟ ΣΚΙΣΜΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ)

(…)  ένα τριαντάφυλλο και μια πεταλούδα δεν κάνουν δύο. Κάνουν έναν θεό. Κι ένας θεός κάνει όλα. Λοιπόν, η ψυχή μας μαζί με την ψυχή του Θεού, πόσα κάνει; Ο δάσκαλος δεν ξέρει. Εμείς το ξέρουμε πως κάνει: ένα.

Φέραμε πάλι στο μεγάλο πράσινο χωράφι τον εύθυμο θεό των αμπελιών, που από τα γένια του στάζουν οι μούστοι, που τα πόδια του μοιάζουν με του τράγου, κι όμως το βλέμμα του είναι μαλακό και τρυφερό σαν του Χριστού. (Η ΚΥΡΑ ΤΩΝ ΑΜΠΕΛΙΩΝ)

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ

Γιατί τα σπάσαμε τ’ αγάλματά των,
γιατί τους διώξαμε απ’ τους ναούς των,
διόλου δεν πέθαναν γι αυτό οι θεοί.
Ω γη της Ιωνίας σένα αγαπούν ακόμη
Σένα οι ψυχές των ενθυμούνται ακόμη.
Σαν ξημερώνει επάνω σου πρωί αυγουστιάτικο
Την ατμοσφαίρα σου περνά σφρίγος απ’ την ζωήν των
Και κάποτε αιθέρια εφηβική μορφή,
Αόριστη, με διάβα γρήγορο,
Επάνω από τους λόφους σου περνά. (ΙΩΝΙΚΟΝ)

ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Την εκκλησίαν αγαπώ – τα εξαπτέρυγα / τα’ ασήμια των σκευών, τα κηροπήγια / τα φώτα, τες εικόνες της, τον άμβωνά της (…)

ΙΕΡΕΥΣ ΤΟΥ ΣΕΡΑΠΙΟΥ

(…) Ιησού Χριστέ, τα παραγγέλματα / της ιεροτάτης εκκλησίας σου να τηρώ εις κάθε πράξιν μου, εις κάθε σκέψιν / ειν’ η προσπάθειά μου η καθημερινή. / Κι όσους

Σ’ αρνούνται, τους αποστρέφομαι. Αλλά τώρα, θρηνώ, οδύρομαι, Χριστέ για τον πατέρα μου / μ’ όλο που ήτανε – φρικτόν ειπείν / στο επικατάρατον Σεράπιον ιερεύς.

ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ

Θεέ μου συγχώρεσε τους ανθρώπους σου / δεν ξέρουν τι κάνουν / όταν ο ένας πάει στον άλλο / κοντά ή ενάντια. (ΑΝΤΙΓΟΝΗ)

NΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

ΧΑΙΡΕ

(…) Θεέ μου, σ’ ευχαριστώ για όσα γράφω, μα πιότερο / σ’ ευχαριστώ γι αυτό το άγραφο / ρίγος που νιώθω.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

(…) Τι’ ναι Θεός, τι μη Θεός και τι τ’ ανάμεσό τους;

(…) Δική σου η θάλασσα κι ο αγέρας / μ΄ ένα άστρο κρεμασμένο στο στερέωμα / Κύριε, δεν ξέρουνε πως είμαστε / ό, τι μπορούμε να είμαστε / γιατρεύοντας τις πληγές μας με τα βότανα / που βρίσκουμε πάνω σε πράσινες πλαγιές / όχι άλλες, τούτες τις πλαγιές κοντά μας / πως ανασαίνουμε όπως μπορούμε ν’ ανασάνουμε / με μια μικρούλα δέηση κάθε πρωί / πού βρίσκει τα’ ακρογιάλι ταξιδεύοντας / στα χάσματα της μνήμης -  

Κύριε, όχι μ’ αυτούς. Ας γίνει αλλιώς το θέλημά σου. (ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ)

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

…εγώ όμως βρίσκω πως δεν είμαι / ούτε θεός ούτε σκυλί, μα έχω / κάτι απ’ την πλήξη του θεού / και κάτι απ’ του σκυλιού την θλίψη  (ΧΩΡΟΧΡΟΝΟΣ)

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ

Αντισταθείτε σ’ αυτόν / που γύρισε πάλι σπίτι / και λέει: Δόξα σοι ο Θεός – (Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ)

ΕΛΕΝΗ ΒΑΚΑΛΟ

Ο άγιος άνθρωπος που περπατούσε στον κόσμο και γύρω του πολλοί μαθητές / σήκωσε μια μέρα το ρούχο του /κι εκείνοι που τον ακολουθούσαν κοντά του κι άλλοι από μακριά/ τον είδαν να δρασκελάει ένα ρυάκι, μικρό, ίσα – ίσα να το περάσει ένα μικρό παιδί. / Και πάλι μια και δυο και τρεις φορές πηδώντας σαν ένα μικρό παιδί. / Όταν τον ρώτησαν τι νόημα είχε η πράξη του να τους διδάξει / που ήταν σοφός / Αχ, είπε / δεν γέλασε άραγε ούτε ο Θεός;

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

Ξεκινάει πάλι / δείχνει, αρμενίζει, μοιάζει / να βγαίνει βόλτα του θεού η απορία: / Πώς αντέχουμε οι άνθρωποι; (ΑΠΟΡΙΑ ΘΕΟΥ)

Πόσοι θεοί χρειάστηκαν για ν’ αποτύχει ένας; (ΠΡΟΤΟΜΗ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑΣ)

Εξάλλου, σου θυμίζω η συμπόνια / πρωτογράφτηκε λάθος από τον Θεό. (ΓΡΑΨΕ ΛΑΘΟΣ)

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

ΤΑ ΤΕΡΑΤΑ

Είσαστε ανυποψίαστοι κι ωραίοι σαν παιδιά / Γνήσια παιδιά ενός Θεού που πλάσατε κάποτε / κι από τότε σας πλάθει / κατ’ εικόνα και ομοίωσίν σας (…)

ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΩΡΓΟΥΣΗΣ

ΤΑ ΠΑΛΑΙΑ ΧΙΟΝΙΑ

(…) Ο Θεός παραμέριζε με το  χέρι του την ομίχλη της νύχτας / κι έβγαινε μετουσιωμένος απ’ την άλλη μεριά της συγχώρησης (…)

ΖΕΝΗ ΜΑΣΤΟΡΑΚΗ

ΔΗΛΩΣΗ

Αποτάσσομαι, είπα, τον Σατανά / έκανα δήλωση μετανοίας / στον θεό και στην καθεστηκύια τάξη (….)

Παυλίνα Παμπούδη (Εισαγωγή-Ανθολόγηση ποιημάτων)


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Εκτύπωση του άρθρου