Εκτύπωση του άρθρου


 

Η ελληνική γλώσσα διαθέτει αρκετές λέξεις για την επιθυμία, παθητική ή επιθετική (λαχτάρα, πόθος – καθώς και τις δάνειες πολιτογραφημένες νταλκάς, ντέρτι), όταν η επιθυμία είναι ερωτική. Έχει επίσης παρόμοιες λέξεις, πιο εξειδικευμένες, όταν η επιθυμία επικεντρώνεται εμμονικά σε λιγότερο πνευματικούς στόχους (φιλοδοξία, φθόνος, ζήλια). Και στις δυο περιπτώσεις μπορεί να οπλίσει το χέρι προς διεκδίκηση του σκοτεινού ή φωτεινού αντικείμενου του πόθου.

Εν προκειμένω, το χέρι του ποιητή (αυτό στο οποίο αναφέρεται ο Ελύτης λέγοντας: «Αγγίζεις το χέρι μου και στα σκότη λευκαίνεται»), το οπλίζει με γραφίδα ή έστω με πληκτρολόγιο.

Αυτός που γράφει ποίηση– όχι ευκαιριακά, αλλά εμμονικά- είναι, δυνάμει, ο δια ποίησιν σαλός (όπως ήταν και ο Πασκάλ δια Χριστόν σαλός). Κι αυτό, γιατί η επιθυμία, στην ευρεία της έννοια, είναι πάντα ερωτική – κι ο έρωτας μπορεί να τρελάνει: είτε είναι έρωτας προς υποκείμενο είτε προς αντικείμενο είτε, τέλος προς το όντως ον.

Αυτός που γράφει, κάποια στιγμή έχει δεχτεί σημάδι για την «αποστολή» του και, πολλές φορές έχει καταφέρει και να το αντιληφθεί. (Βεβαίως, ακόμα περισσότερες φορές πρόκειται για λάθος συναγερμό –αλλά αυτό κανένας δεν αντέχει ποτέ να το παραδεχτεί.)

Επί προσωπικού, έλαβα κι εγώ την κλήση για την κλίση μου, εικοσαετής περίπου και, νιώθοντας την ανάγκη να την ερμηνεύσω (;) να απολογηθώ (;) να δηλώσω αμέσως παρούσα (;) έγραψα πως, γράφοντας, επιθυμούσα «ν’ αφουγκραστώ / τη λαχτάρα μου να υπάρξω / που διακλαδίζεται / βαθιά / ραγίζοντας/ την πιο δυνατή λαχτάρα μου να υπάρξει / ο κόσμος»… Ήταν μια επιθυμία, μάλλον μια αίσθηση επιθυμίας, πολύ δυνατή και αληθινή - κι ας διατυπώνεται εδώ ως μικρή κρίση μεγαλομανίας ενός μικρού ανθρώπου…   

Όντως πιστεύω πως η επιθυμία του «να διατυπωθείς», να διατυπώσεις τα ανερμήνευτα σου σε ποιητικό κώδικα μπορεί να γίνει ακαταμάχητη. Και η περαιτέρω κωδικοποίηση των ανερμήνευτων είναι τόσο παράξενη επιθυμία.. Υπερβαίνει οπωσδήποτε το εγώ, γιατί η προέλευσή της είναι έξω και πάνω από εσένα.

Η ποίηση, είναι η βαθιά, αδιάγνωστη πολλές φορές, επιθυμία να προσεγγίσεις κάτι  ανέφικτο, είναι το μέσον για να ενωθείς με κάτι που μπορεί και να το αρνείσαι (το θείο) αλλά και το φθονείς και κατατείνεις σ’ αυτό. «…κι η ποίηση / είναι το καταφύγιο που φθονούμε…» έγραψε ο Καρυωτάκης.

Η ποίηση ως δημιουργία είναι σύμφυτη με την έννοια της επιθυμίας. Γιατί η επιθυμία είναι η κινητήρια δύναμη της δημιουργίας.

Ακόμα και ο πρώτος ποιητής, το εκτός αντίληψης και περιγραφής όντως ον, εκείνο που αναφέρεται ως Ποιητής των πάντων, ορατών τε και αοράτων, ακόμα κι εκείνο, διέπραξε την Δημιουργία εμφορούμενο και ωθούμενο από την επιθυμία «να υπάρξει ο κόσμος».

Και η ποίηση χθες, σήμερα και πάντα παραμένει επιθυμία «μίμησης πράξεως σπουδαίας και τελείας». Γιατί;

Διότι,

«Θεέ μου, εσύ με θέλησες / και, νά, στ’ ανταποδίδω…» έγραψε ο (άθεος) ποιητής Καρούζος.


Παυλίνα Παμπούδη

© Poeticanet  τα περιεχόμενα του poeticanet προστατεύονται από copyright

Εκτύπωση του άρθρου