Εκτύπωση του άρθρου


 

Ήμουν λιγότερο από δύο ετών, όταν οι γονείς μου με έντυσαν ζεστά και με έβγαλαν στο περιβόλι, για να δω από κοντά τι είναι το χιόνι. Το πρωινό λαμποκοπούσε, διάφανο σαν δροσερό νερό. Μικρές, κατάλευκες τούφες από μπαμπάκι στόλιζαν τα δένδρα και τα λουλούδια.  Και ήταν τόση η ακρίβεια με την οποία σκέπαζαν τα φύλλα, που έλεγες πως αποβραδίς ένας καινούργιος, μαγικά λευκός κόσμος, προσπαθούσε να μιμηθεί τον γνωστό πραγματικό πράσινο κόσμο. Θυμάμαι πως στάθηκα μπροστά σ’ έναν θάμνο και με πλημμύρισε ένα συναίσθημα ηδονικό, τόσο ηδονικό που καταντούσε οδυνηρό. Εκείνος ο κόσμος ήταν τέλειος, μαγικός, μεθυστικός, αλλά με ταπείνωνε με την στάση του. Στεκόταν απέναντί μου και γύρω μου. Κι εγώ στεκόμουν σε μια γωνιά του: ένα ασήμαντο πλάσμα, που μόνο να κοιτάζει μπορούσε και να σπαράσσεται από αισθήματα φθόνου και ταπείνωσης. Γιατί αυτό το μεγαλειώδες θέαμα, που στεκόταν απέναντί μου ήταν ολοκληρωμένο και αυτόνομο μέσα στην αδιαφορία του για τα συναισθήματά μου.

Έβγαλα το ένα γάντι μου και άπλωσα το χέρι στο κοντινότερο φύλλο δροσερού μπαμπακιού. Το άρπαξα, το ένοιωσα να λιγοστεύει στην παλάμη μου, να χάνεται. Απόλαυσα τη συμμετοχή μου στο δρώμενο του χιονισμένου κόσμου, αλλά κοιτάζοντας το φύλλο από το οποίο είχα αποσπάσει το δροσερό στολίδι, κατάλαβα πως με την ενέργειά μου μπορεί να είχα νοιώσει κι εγώ σαν χιονισμένο φύλλο, πλην όμως είχα καταστρέψει ένα μέρος της πολυπόθητης εικόνας. Εξάλλου η επιθυμία μου να ενωθώ με αυτή την εικόνα, όχι μόνο δεν ικανοποιήθηκε, αλλά αντίθετα έγινε πιο ισχυρή, τόσο ισχυρή, που αναγκάστηκα να επιστρέψω στη ζεστασιά του σπιτιού και να κλείσω τα μάτια, προσπαθώντας να συγκρατήσω στην μνήμη μου και την τελευταία λεπτομέρεια του εγκαταλειμμένου από το βλέμμα μου κόσμου. Η οδύνη μιας ενοχής με κατέκλισε. Τώρα ο επιθυμητός κόσμος δεν ήταν αδιάφορος για τα συναισθήματά μου, αλλά εγώ για τα δικά του. Τον είχα εγκαταλείψει. Δεν μπορούσε πια να με συντρίψει το φωτεινό μεγαλείο του, αλλά με συνέτριβε η αίσθηση της απουσίας μου από αυτόν. Πώς μπορούσε να υπάρχει αφού μόνο σαν ανάμνηση μπορούσα να τον φέρω στον νου μου; Κάπου υπήρχε ωστόσο. Όμως έρημος, χωρίς μάτια να τον δουν και ψυχή να τον επιθυμήσει. Κάποτε θα άλλαζε, θα αναγκαζόταν να εγκαταλείψει την εικόνα που φύλαγα μέσα μου και τότε η θλίψη και η συντριβή και η ενοχή μου, θα έχαναν το νόημά τους και μαζί τους θα χανόταν ένα κομμάτι της ψυχής μου. Δεν ομολόγησα στον εαυτό μου την σκληρή αλήθεια: πως θεωρούσα απαράδεκτο να μην είμαι εγώ ο δημιουργός του κόσμου. Η επιθυμία μου δεν κατευθυνόταν απλά προς τον κόσμο ως αντικείμενο ικανοποίησής της, αλλά προς την ίδια την επιθυμία μου ως ήδη ικανοποιημένη με την δημιουργία του κόσμου. Στο κέντρο αυτής της ανακλαστικής επιθυμίας, βρισκόταν η επιθυμία να είμαι το υπέρτατο αντικείμενο της επιθυμίας του δημιουργήματός μου. Κάποιο είδος δομικής αναλογίας φάνηκε να εγκαθιδρύεται ανάμεσα στις ψυχικές μου λειτουργίες και τις εικόνες του κόσμου. 

Σήμερα, αναζητώντας, ανάμεσα στο διαθέσιμο υλικό των βιωμάτων μου εκείνο το πρώτο-πρώτο βήμα το οποίο θα μπορούσα να χαρακτηρίσω ιδρυτικό της πρόθεσής μου να γράψω ένα ποίημα, βρίσκομαι πάντα μπροστά σε μια παράσταση, η οποία μου επιβάλει μια στάση απέναντί της εντελώς ξεχωριστή. Παρουσιάζεται ως τομή στο οντολογικό συνεχές, μια τομή η οποία μου καταλογίζει ένα μέρος του κόσμου, αποσπώντας το πρόσκαιρα από την «φυσική» ή «αντικειμενική» ταυτότητά του. Κατά κάποιον τρόπο η ομορφιά ή η ασχήμια, το μεγαλείο ή η ποταπότητα αυτής της παράστασης με διαβεβαιώνει πως αποτελεί ένα είδος αναπαράστασης κάποιου αντικειμένου επιθυμίας. Μου γίνεται προφανές πως αυτό το σκιώδες αντικείμενο βρίσκεται εκεί, απέναντί μου, αλλά το στερούμαι οδυνηρά. Είναι κάτι που δεν μου ανήκει, με τον τρόπο της εύλογης υποχρέωσής μου να μου ανήκει. Σαν να λέμε: μου επιβάλει το ίδιο την επιθυμία μου γι’ αυτό και επίσης την στέρησή του. Τόση αίσθηση ανικανοποίητου, ως αποτέλεσμα μιας βίαια επιβαλλόμενης πληρότητας, δεν μπορεί παρά να ανοίγει ένα πεδίο σύγκρουσης: ο κόσμος μού επιδεικνύει την δυνατότητα της αλήθειας του, αλλά επιχειρεί να μου πει πως είμαι ανίκανος να την κατέχω. Είναι ο κόσμος και είμαι μία ανάμεσα στα δισεκατομμύρια υποκείμενα, που γεννιούνται και αφανίζονται κάθε δευτερόλεπτο. Αλλά είναι και ο κόσμος μου, ο κόσμος που χρησιμοποιώ καθημερινά χωρίς να συναντώ πάρα πολλές αντιστάσεις εκ μέρους του. Μπροστά μου ανοίγονται, λοιπόν, δύο δρόμοι: να εκλάβω την παράσταση είτε ως απαράδεκτη πρόκληση και να επιδείξω την δύναμή μου, χρησιμοποιώντας το τμήμα του κόσμου, που στέκεται μπροστά μου, με τον εργώδη τρόπο που μου δίδαξε η καθημερινότητα ή ως πρόσκληση σε μιαν αλήθεια, την οποία όμως πρέπει να κερδίσω – όχι να μου χαριστεί.

Μοιραία, ο πρώτος δρόμος δεν είναι στην περίπτωσή μου παρά ένα λογικό ενδεχόμενο, μια δυνατότητα που βρίσκεται έξω από τις υπαρξιακές προθέσεις μου. Κάθε προσπάθεια να τον ακολουθήσω, με φέρνει μπροστά στο φάσμα μιας ακόμα πιο οδυνηρής αίσθησης ελλειμματικότητας, γιατί ένας κόσμος-εργαλείο άπαξ και αμφισβητήσει την εξουσία σου επάνω του, δεν επιστρέφει ποτέ στην εργαλειοθήκη – έστω και αν συνεχίσεις να τον χρησιμοποιείς σαν εργαλείο. Οτιδήποτε διακηρύξει για μια στιγμή το δικαίωμά του στην καθολικότητα, δεν είναι δυνατόν να επιστρέψει στην ατομικότητά του. Μπορώ να γυρίσω την πλάτη σ’ αυτήν την ιδιάζουσα εικόνα και να ξαναπιάσω το νήμα της καθημερινότητας, αλλά θα έρθει κάποια στιγμή που θα διαπιστώσω με την μεγαλύτερη δυνατή ενάργεια –και συχνά έκπληξη-  πως αυτή η ιδιάζουσα εικόνα ήταν ήδη ένα κομμάτι του νήματος της καθημερινότητας και μάλιστα από τα λιγότερο φθαρμένα. Τότε η αίσθηση της ελλειμματικότητας επιστρέφει βαθιά, δομικά, δίνοντας στον κόσμο υφή σκοτεινή και συμπαγή. Η απλή, άμεση, εναργής, πρακτική σύλληψη της ζωής μέσα στον κόσμο ομολογεί πως όταν τεθεί ενώπιον ενός υποκειμένου ακόμα και το πιο φαινομενικά ασήμαντο πρόβλημα, η μόνη οδός είναι η πάση θυσία λύση του, μέχρι τα απώτατα βάθη του. Κι αυτό διότι συνήθως τα σπουδαιότερα και πιο επείγοντα ερωτήματα κρύβονται πίσω από μικρά, καθημερινά, διαβατικά προβλήματα. Βιασμένοι από τις βιοτικές ανάγκες μας δεν έχουμε χρόνο να αναρωτηθούμε για το βάθος του προβλήματος. Μας αρκεί να το παραμερίσουμε και να συνεχίσουμε να πορευόμαστε μέσα στον κόσμο. Πρόκειται για την τακτική της διασπάθισης του γόρδιου δεσμού.

Ένα ζωτικό πρόβλημα είναι σαν να μου θέτουν οι εικόνες στις οποίες αναφέρομαι, λοιπόν· ένα πρόβλημα, στοιχεία της δομής του οποίου είναι η οδυνηρή αίσθηση του ανικανοποίητου και η ελπίδα μιας αλήθειας. Τα στοιχεία αυτά είναι εξ αρχής συνδεδεμένα μέσα μου. Στην πραγματικότητα υπάρχουν κάθε ένα με τον τρόπο του άλλου, βυθισμένα σε ένα χωρικό και χρονικό ρευστό. Υπάρχει δηλαδή ένας άλλος κόσμος -εντός του σύμπαντος δομικής αναλογίας ανάμεσα σε μένα και σ’ αυτόν. Η ένταση της επιθυμίας μου να αποκαλύψω την αλήθεια αυτού του κόσμου –πράγμα που σημαίνει να τον παρουσιάσω ως δημιούργημά μου- κατευνάζεται από τον ορισμό μιας μεταφοράς που εκφράζει την δομική αναλογία ανάμεσα σε εμένα ως δημιουργό και τον άλλον κόσμο. Η μεταφορά αυτή είναι η μήτρα του ποιήματος, η δημιουργία του οποίου τίθεται αποφασιστικά ως επιθυμία δημιουργίας του κόσμου. Πέρα από τις εξαιρετικά πολύπλοκες και εν πολλοίς μη αναγώγιμες πράξεις προς την δημιουργία του ποιήματος, η ποιητική φάτις αξιώνει την ιερότητα του ποιητή, δίχως την οποία -ή εντέλει την ψευδαίσθηση της οποίας- η ποίηση δεν είναι παρά επαγγελματική ευφράδεια.

Γιώργος Μπλάνας

© Poeticanet  τα περιεχόμενα του poeticanet προστατεύονται από copyright

Εκτύπωση του άρθρου