Εκτύπωση του άρθρου

ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΑΡΑΚΗΣ

 

Ιχνηλατώντας
ή
πέντε σταγόνες στον ωκεανό

 

Η ένταση

 

ΠΟΙΗΤΙΚΗ 

Όπως στον έρωτα.
Απλά και με ένταση.
Τα άλλα για τους δυστυχισμένους.

                   Γιώργος Γεραλής[1]


Με ένταση. Ποιος δεν θα συμφωνήσει! Ίσως το πιο σταθερό στοιχείο στην ποίηση. Απαραίτητη. Μικρή ή μεγάλη, λίγη ή πολλή, πάντως απαραίτητη. (Χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως από μόνη της αρκεί: Και σε πεζά κείμενα υπάρχει ένταση).

Για το πώς ο ποιητής  –ο κάθε ποιητής– θα εκφέρει τον ποιητικό του λόγο με την αναγκαία (ώστε να είναι ποιητικός) ένταση, μάλλον δεν υπάρχουν συνταγές. Ας γίνει μόνο  –αν χρειάζεται– η στοιχειώδης διευκρίνιση: Στο ποίημα περνάει μόνο ό,τι υπάρχει στον ίδιο τον ποιητή. Δεν παίρνουμε ούτε την ένταση, ούτε τη συγκίνηση, ούτε τίποτε απ’ έξω, από δίπλα, για να το διοχετεύσουμε στο ποίημα. Ούτε γίνεται την ένταση π.χ. που νιώθουμε επειδή δεν πηγαίνουν καλά οι δουλειές μας να την περάσουμε σ’ ένα ποίημα που θέλουμε να γράψουμε για την ομορφιά του ηλιοβασιλέματος. Έτερον εκάτερον.

Κάπως περίεργο μας φαίνεται που όλα τα ποιήματα –όλα τα πραγματικά ποιήματα– έχουν έναν, μικρό ή μεγάλο κατά τα ανωτέρω, βαθμό έντασης. Το καταλαβαίνουμε να κομίζει ένταση η ισχυρή π.χ φωνή του Άγγελου Σικελιανού, όμως δεν τη βρίσκουμε μόνο στους ποιητές αυτού του «είδους». Και στα ποιήματα με την πιο χαμηλή φωνή, και στα ποιήματα με τον πολύ αργό ρυθμό η ένταση υπάρχει, ο αναγνώστης τη νιώθει, τη νιώθει είτε τον ενδιαφέρει το «περιεχόμενο» του ποιήματος είτε όχι. Και, ειλικρινά, δεν γνωρίζω αν μπορεί –ή και αν υπάρχει λόγος– να αναζητήσουμε τον τρόπο με τον οποίο επιτυγχάνεται αναλύοντας λέξη τη λέξη το ποίημα.                                                         


Η φωτιά                                                

Το ποίημα συγγενεύει με τη φωτιά
[…]
                   Γιώργος Θέμελης[2]

Τρίβοντας με δύναμη κάτι στραβές κακομούτσουνες λέξεις για ν’ ανάψει μέσα στο ποίημα μια αληθινή φωτιά, έτσι έκαψε ασυλλόγιστος τα χέρια του κι έτρεχε στουςγιατρούς.

                   Τάκης Σινόπουλος[3]

Νά μια στενή συγγενής της έντασης: Η φωτιά. Τα όσα γλαφυρά παραθέτει ο Γιώργος Θέμελης, αλλά και η εμπειρία μας, το βεβαιώνουν.

Η φωτιά λοιπόν προκαλεί εγκαύματα. Προκαλεί όμως και ευεργετικές καταστροφές. Λ.χ. μπορεί κάποτε να μας «ξεβολέψει», να μας βγάλει απ’ τη φαρμακερή ρουτίνα της καθημερινότητας, να μας αποσπάσει απ’ το τέλμα. Μπορεί, ίσως, να μας αφυπνίσει, να «μας ανοίξει τα μάτια» ώστε να δούμε τα «τερατώδη αυτονόητα» που μας δυναστεύουν. Ίσως.                                                   

Η σιωπή
[…]

για να μπορώ μέσα στα ποιήματά μου
να σωπαίνω.
                         Χρίστος Λάσκαρης[4]

Συμβαίνει: Διαβάζοντας ένα καλό ποίημα, διακόπτεις. Κλείνεις, ενδεχομένως, το βιβλίο ή το ακουμπάς δίπλα σου ανοιχτό. Πάντως, διακόπτεις το διάβασμα του ποιήματος που τόσο σου αρέσει. Και δεν θέλεις, εκείνες τις ιερές στιγμές, να ακούσεις τίποτα. Εύχεσαι εκ βάθους καρδίας κανένας ήχος να μην κατορθώσει να σ’ αγγίξει.

Φαίνεται λοιπόν πως εκείνες τις στιγμές ακούς τη σιωπή του ποιητή. Του καλού ποιητή που θέλει και μπορεί να σωπαίνει μέσα στα ποιήματά του. Έτσι που να ομιλεί τα άρρητα, αυτά που κανένας στίχος, όσο περίτεχνος και συγκλονιστικός, δεν πρόκειται ποτέ να φανερώσει. Έτσι που να αφήνει χώρο και χρόνο στον αναγνώστη, ώστε εκείνος να μπορεί να ακούσει τα δικά του, αυτά που το ποίημα, ως κοινό πλέον κτήμα, θα του ανασύρει από τα κατάβαθά του.                                              

Συμβαίνουν!

Να τελειώνουμε με τα τερτίπια της γραφής και της ανάγνωσης.
Τα ποιήματα συμβαίνουν.

[…]
                   Βύρων Λεοντάρης[5]

Πόσες βαρύγδουπες θεωρίες βουλιάζουν μέσα σ’ αυτούς τους δύο στίχους του Λεοντάρη!   

Έχω την τάση να διαβάζω ολόκληρο το Έως… ως ένα, το πολύ δυο, ποιήματα. Ίσως λόγω της συντομίας του, ίσως λόγω της απουσίας τίτλων (με μια εξαίρεση), κυρίως όμως λόγω της εκπληκτικής ομοιογένειας που το διακρίνει. Ας επιστρέψουμε λοιπόν στον εναρκτήριο στίχο: Γιατί με φώναξες και γύρισα. Ποιος τον φώναξε και γιατί ενέδωσε; Η απάντησή μου στην πρώτη ερώτηση είναι: η ποίηση, και στη δεύτερη: μα γιατί δεν μπορούσε να κάμει αλλιώς.

Ακολουθεί το Έως… χωρισμένο σε Εκτός και Επέκεινα, με την τέχνη και τη ζωή του ποιητή να συμπλέκονται αξεδιάλυτα σε όλες του τις σελίδες.

Να λοιπόν γιατί συμβαίνουν τα ποιήματα, και νά γιατί αυτό που συμβαίνει με τη ζωή του ποιητή δεν έχει καμιά δουλειά με τα τερτίπια της γραφής και της ανάγνωσης. Κι  ακόμα, να γιατί τα πιο ζωντανά ποιήματα (τα μόνα ζωντανά ποιήματα) είναι αυτά που συμβαίνουν, αυτά που η ζωή του ποιητή αποθέτει στο χαρτί, (χωρίς, ωστόσο, αυτό να σημαίνει πως κάθε ποίημα που βγαίνει –ή προσπαθεί να βγει, ή νομίζει πως βγαίνει– από τη ζωή του ποιητή είναι, σώνει και καλά, ένα καλό ποίημα).

Μα, θα αναρωτηθούμε ίσως, τι δουλειά έχουν τα ιστορικά –ας πούμε– ποιήματα του Καβάφη με τη ζωή του; Και βέβαια έχουν, αφού εκείνος ζούσε την καθημερινή του ζωή με τα ιστορικά γεγονότα –και πρόσωπα, πραγματικά ή φανταστικά – των ποιημάτων του.

Οι αμφιβολίες

ΟΤΑΝ ΜΕ ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΤΑΙ Η ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΚΥΡΙΑ, ποτέ δεν είναι για καλό· όλοαγωνίακαι πυρετό ως δώρα φέρει και αμφιβολίες, αναρίθμητες αμφιβολίες, […]

                Αργύρης Χιόνης[6]

Ακριβώς. Αμφιβολίες και ξανά αμφιβολίες, διλήμματα, αβεβαιότητα ατέλειωτη, μόνο προσωρινές –και πάντα «υπό αίρεσιν»– ανάσες σιγουριάς. Αυτά κομίζει η Σκοτεινή Κυρία που ακούει (αν ακούει) στο όνομα «έμπνευση». Πώς να γίνει αλλιώς με μια τέχνη που αρνείται επίμονα τους ευανάγνωστους και απόλυτα σαφείς κανόνες και που –παρά τα τόσα (ενδεχομένως χρήσιμα) εργαστήρια δημιουργικής γραφής– αρνείται να υποκύψει στη συστηματική διδασκαλία και πολύ περισσότερο να αναγνωρίσει «τίτλους σπουδών». Μετέωρος, λοιπόν, ο ποιητής, με τα φαντάσματα μεγάλων ονομάτων του παρελθόντος που τώρα αναπαύονται εν ειρήνη στο βυθό της λήθης να επιτείνουν την ανασφάλειά του, πορεύεται τον ολισθηρό του δρόμο γνωρίζοντας πολύ καλά πως ο μόνος κριτής που δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ονομάζεται Χρόνος και αργεί, απελπιστικά αργεί, να εκφέρει την ετυμηγορία του.

Ποιήματα, ωστόσο, γράφονταν, γράφονται και θα γράφονται εσαεί. Και πάλι, πώς να γίνει αλλιώς, αφού: Όταν ωστόσο αργεί να με επισκεφθεί η Σκοτεινή Κυρία, είναι η ζωή μου ένα πηγάδι δίχως πάτο, ένα ρολόι δίχως δείχτες, μία σελίδα ανυπόφορα λευκή.[7] 

Περί ωκεανών, ποταμών και ρυάκων

Αν δεν επλάσθης όμοιος προς τον βαθύν ωκεανόν,
[…]

Καν έσο ρύαξ διαυγής την δίψαν μας δροσίζων·
[…]

           Γεώργιος Βιζυηνός[8]

Σε πολλούς νέους (αλλά όχι μόνο νέους) ποιητές, και μάλιστα (αλλά όχι μόνο) στα χρόνια του Βιζυηνού, θα έπεφτε βαρύ ν’ αποδεχθούν τον ρόλο του «ρύακος», όσο και «διαυγούς», όσο και «δροσίζοντος την δίψαν μας». Η ιδέα τους είναι πως μόνο «όστις συνθραύει τα δεσμά τ(ου), «ως Γάγγης» κ.τ.λ.., κ.τ.λ..., προορίζεται για την αιωνιότητα, μόνο αυτά τα ορμητικά νερά κερδίζουν την καθολική αναγνώριση, κοντολογίς μόνο αυτά τα μεγαλειώδη αξίζουν τον κόπο. Έτσι, προκύπτουν κάποτε αχρείαστες εκτενείς συνθέσεις με τεράστια χάσματα, ξεχειλωμένες κατασκευές φουσκωμένες με ρητορείες μεγαλόστομες, Γάγγηδες θολοί και έμπλεοι βιομηχανικών αποβλήτων, Πακτωλοί που κατεβάζουν τόνους γυαλιστερών πλην ευτελών μετάλλων. Και το χειρότερο είναι πως καλοί ποιητές, λες και το κάνουν επίτηδες για να… μην ακούσουν τη συμβουλή του Βιζυηνού, χαλάνε την εικόνα τους πνίγοντας μέσα στον όγκο του έργου τους μικρά πραγματικά διαμάντια, ενώ θα μπορούσαν κάλλιστα να πολιορκήσουν την όποια «μεγαλοσύνη» επιμένοντας με συνέπεια σ’ αυτό (το σημαντικό) που τους δόθηκε. 

Κι όμως. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να χανόμαστε «σε δάση απάρθενα, βουερά». Πλήθος είναι τα παραδείγματα που δείχνουν πως και το πιο σύντομο ποίημα, και το «χτισμένο» με τα πιο ταπεινά υλικά, μπορεί θαυμάσια να ’ναι μεγάλο, κάποτε μάλιστα λάμποντας όλο και πιο πολύ όσο ο καιρός μακραίνει.               
                                                                                           Σωτήρης Σαράκης
__________________________________________                                                     

[1]Κλειστός κήπος, Αθήνα 1966.
[2]Arspoetica, Θεσσαλονίκη 1974.
[3]Ο χάρτης, β΄ έκδ. Κέδρος, Αθήνα 1981.
[4]Θέλω μονάχα, από τη συλλογήΟ ευτυχισμένος καιρός επέρασε (συγκ. ΈκδοσηΤα ποιήματα, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2004).
[5]Έως…, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 2003.
[6]Όταν με επισκέπτεται η Σκοτεινή Κυρία (Στο υπόγειο, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 2004).
[7] Στο ίδιο.
[8]Σονέτα προς νέον Έλληνα ποιητήν, Ι,  (Ατθίδες αύραι, 1883).