Εκτύπωση του άρθρου

ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

 

Η αλήθεια βγαίνει χυτή σαν το νιόκοπο άγαλμα
Ή λόγος περί αληθείας

 

 

Η φράση που έγινε τίτλος αυτού του κειμένου ανήκει στον Οδυσσέα Ελύτη και μου ήρθε σαν ουρανοκατέβατη,   μόλις είδα τον πίνακα στου Φρανσουά Λεμουάν (1688 -  1737), Ο χρόνος σώζει την αλήθεια από τον φθόνο και τη ζήλεια. 



Ο καλλιτέχνης αυτοκτόνησε μόλις ολοκλήρωσε το έργο. Το θέμα του πίνακα είναι μια αλληγορία. Ο χρόνος, ένας δυναμικός ώριμος άντρας κρατάει στην αγκαλιά του, με το ένα χέρι, μια γυμνή, πάλλευκη, σαν από μάρμαρο γυναίκα, την Αλήθεια, ενώ, με το άλλο χέρι, κρατάει το μακρύ κοντάρι του  δρεπανιού του και σκοτώνει τον πεσμένο  στο έδαφος  φθόνο, όπως ο Άη-Γιώργης τον δράκοντα. Τέλος ένα ακόμα πρόσωπο, η ζήλια, είναι επίσης στο έδαφος. Στα χρόνια που έχουν περάσει  από το 1737, για τον δυστυχή ζωγράφο, που μάλλον πολλά από φθόνο και ζήλια  θα έζησε στα ανάκτορα του Λουδοβίκου,  τόσα ώστε να αυτοκτονήσει, δεν αποκαλύφθηκε τίποτα. Ο χρόνος φύλαξε καλά την αλήθεια. Η μάλλον την έκρυψε ή καλύτερα την έθαψε κι έτσι δεν έλαμψε, όπως έλαμψε στον πίνακά του και σαν «νιόκοπο άγαλμα» στη φράση του Ελύτη.  Αν, τελικά, η αλήθεια έχει φύλακα τον χρόνο, όπως υπαινίσσεται ο Λεμουάν,  ο χρόνος έγινε φυλακή κι εμείς δεν ξέρουμε τίποτα. Όσο για τους ποιητές μας, και αυτοί μας έχουν αφήσει στο σκοτάδι. 
Ο Γιώργος Σεφέρης παίζοντας με τις ουράνιες πηγές φωτός είναι σαφής περισσότερο για το σκοτάδι και λιγότερο για το φως της αλήθειας. Ούτε λόγος για ήλιο. Μόνο φεγγάρι και άστρα. Και για το πρώτο, «λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσουν», μας λέει στο ποίημα «Τελευταίος σταθμός». Δεν συμπαθεί το φεγγάρι γιατί κυριαρχεί στο ουρανό, θολώνει και καλύπτει τα άλλα ουράνια σώματα. Αντίθετα «το αλφαβητάρι των άστρων» που «συλλαβίζεις»,  «πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις». Στο ποίημα «Ελένη» επανέρχεται με τους στίχους «Το φεγγάρι / βγήκε απ’ το πέλαγο σαν Αφροδίτη·/ σκέπασε τ’  άστρα του Τοξότη, τώρα πάει να βρει / την καρδιά του Σκορπιού, κι όλα τ’ αλλάζει./ Πού ειν’ η αλήθεια;». 

Το θαύμα μιας φεγγαρόλουστης νύχτας που γοητεύει τους ρομαντικούς,  μαγεύει το νου και τον παραπλανά.  Πολλοί ισχυρίζονται ότι κάτι επηρεάζονται αρνητικά από το φεγγάρι. Ο Σεφέρης το έχει καταδηλώσει. Παίρνω δείγμα από το μυθιστόρημα  Έξι νύχτες στην Ακρόπολη (σελ. 141 και 143): «Μια νύχτα χωρίς φεγγάρι, επιτέλους!» και «Με το φεγγάρι δεν ξέρω τι παθαίνω· χάνω την ισορροπία μου». Επόμενο είναι τα κείμενά του, ποιητικά και πεζά, να βρίθουν από τέτοιες αναφορές, οι οποίες είτε αφορούν τα πολιτικά πράγματα της εποχής του είτε τα καθαρώς προσωπικά.  
Η αλήθεια, λοιπόν, χάνεται ή καλύτερα κρύβεται, άγνωστο πού· το σίγουρο όμως είναι πως κάπου πρέπει να υπάρχει. 
Ο Ελύτης, που μας έδωσε και την εκκίνηση αυτού του κειμένου, και είδε τη Αλήθεια σαν «νιόκοπο άγαλμα», της έχει στήσει καρτέρι, όντας σίγουρος πως «Κάτι κάτι Κάτι  / πρέπει οπωσδήποτε να υπάρχει». Στα απανωτά του ερωτήματα «Ε ποιος είν’ αυτός;», «Κι ο τόσος σαματάς γιατί;», «και ποιος ορίζει εδώ;» παίρνει την απάντηση «Ούτις ούτις» αλλά εκείνος ξαναρωτά: «Δεν άκουσα  ποιος  λέει;», για να καταλήξει: «Αλλά κιόλας λιγόστευαν τα λόγια   Τι να πεις πια/ τέτοια η αλήθεια». (Το Φωτόδεντρο… «Τρεις φορές η αλήθεια» Ι).  Τέτοια, δηλαδή άγνωστη. Στο ίδιο ποίημα, αλλά στο τρίτο μέρος –ΙΙΙ- επανέρχεται με τρία νέα ερωτήματα: 
«-Ε καβάκια μαύρα     φώναζα    κι εσείς γαλάζια/ δέντρα τι ξέρετε από μένα; 
-Θοή  θόη θμος 
–Ε;  τι; 
-Αρίηω ηθύμως θμος 
 -Δεν άκουσα  τι πράγμα; 
-Θμος θμος άδυσσος». 

(ζητώντας συγγνώμη από τον ποιητή, έκανα στοίχιση των στίχων του, για τη διευκόλυνση του αναγνώστη, δίνοντας τη μορφή ερώτηση απάντηση). 

Η απάντηση είναι σαφής γι’ αυτόν που απαντά, είναι όμως ασυνάρτητη γι εκείνον που ρωτά. Ωστόσο,  «η ασυναρτησία μιας ομιλίας εξαρτάται από εκείνον που την ακούει», δογματίζει ο Κύριος Τέστ  του Πωλ Βαλερύ (Αντιγραφές,  μετάφραση Γιώργου Σεφέρη) και συμπληρώνει:  «Γνωρίζετε  κανέναν άνθρωπο που ξέρει πως δεν ξέρει τι λέει;». Επομένως, το παράθεμα του Βαλερύ μας ενημερώνει, από την παρακαμπτήριο, όχι τη βασιλική οδό, ότι η απάντηση που ζητά ο ποιητής έχει δοθεί στο συγκλονιστικό, ασαφές, πυθικό, παραπάνω χρησμολογικό απόσπασμα, αλλά για τον αναγνώστη παραμένει μυστήριο, γρίφος, χρησμός και άδηλον· όχι μόνο το τι διάβασε, αλλά και το τι άκουσε ο ίδιος ο ενδιαφερόμενος ποιητής. Κι έτσι, από τη Φύση, στον ποιητή και από εκείνον στον αναγνώστη, μια τεράστια κλίμακα υψώνεται, της οποίας το κάθε σκαλοπάτι απαιτεί γιγαντιαίο διασκελισμό για να συλλάβουμε το σημαινόμενο.  Ίσως είναι η ίδια η φύση της αλήθειας που δεν της επιτρέπει να φανεί αλλιώς, αφού και αυτή έχει τις «αλλαξοκαιριές της». Με τον δικό της τρόπο όμως έχει απαντήσει. Τα μαύρα καβάκια και τα γαλάζια δέντρα έχουν μιλήσει. Ο μύστης της Φύσης ποιητής έχει καταλάβει. Και αυτό που έχει καταλάβει απάντηση δεν έχει. Το μέγα μυστήριο της ζωής παραμένει μυστήριο. Και επειδή,  πάντα μπροστά μας βγαίνει  ο Ανδρέας Κάλβος, ο μύθος κρύπτει νουν αληθείας. Όταν η Σεμέλη θέλησε να γνωρίσει την αλήθεια του Δία έγινε κάρβουνο. Όσο για τη Λήδα και την Δανάη γνώρισαν η μία τον Κύκνο και η άλλη τη χρυσή βροχή του.   

Ο χρόνος στην περίπτωση του Λεμουάν, κι έχουν περάσει, σχεδόν, τριακόσια χρόνια, δεν έχει ολοκληρώσει τον κύκλο του και δεν έχει φέρει στο φως την αλήθεια του, αν και αυτή η αλήθεια δεν έχει καμιά σχέση με την προηγούμενη του ελυτικού ποιήματος. Είναι άλλης ποιότητας και μεταμορφώθηκε σε μια αλληγορία για να καταγγείλει τον φθόνο και τη ζήλια.  Ωστόσο, σε ένα γενικό πλαίσιο περί αληθείας, και η ποίηση του ενός και η ζωγραφική του άλλου, έχουν τη δική τους αλήθεια και εκφράζουν έναν βαθύ προβληματισμό πάνω στο γνώθι σ’ αυτόν ο ένας,  και μια μεγάλη αγωνία για την αποκατάσταση της αξιοπρέπειάς του ο άλλος.  Η φύση στο ποίημα μιλάει, η αλληγορία στον πίνακα μιλάει. Με την αινιγματική της γλώσσα η τέχνη καταθέτει την αλήθεια της κι αυτή είναι η μόνη αλήθεια.  

Στα επιστημονικά θέματα, τα πράγματα δεν είναι αποφθέγματα μιας Σφίγγας ή Πυθίας· δεν είναι χρησμοί για ερμηνεία·  είναι απολύτως  σαφή και γι’ αυτό μπορεί να σου στοιχίσουν τη ζωή, ανάλογα με την εποχή.  Για παράδειγμα, παλαιότερα πίστευαν πως ο ήλιος ήταν κολλημένος στο ταβάνι του ουρανού. Δεν έλεγαν ψέματα· έτσι πίστευαν. Αυτό όμως δεν ήταν αλήθεια, όπως δεν ήταν αλήθεια κι αυτό που πίστευε ο Πτολεμαίος, πως ο ήλιος γύριζε γύρω από τη γη. Βεβαίως την αλήθεια της εποχής του και των ερευνών του δίδασκε· δεν έλεγε ψέματα. Ούτε ο Αναξαγόρας έλεγε ψέματα, αλλά  εξορίστηκε επειδή υποστήριζε ότι ο ήλιος είναι υλικό σώμα. Και ο Πρωταγόρας εξορίστηκε  επειδή αρνήθηκε την ύπαρξη των θεών. Και ο Αισχύλος εξορίστηκε στα σιτοχώραφα της Γέλας, γιατί αποκάλυψε μυστικά των Ελευσινίων Μυστηρίων και ο Ηράκλειτος δεν θα είχε γλιτώσει, αν ζούσε την Αθήνα και όχι στη φιλελεύθερη Έφεσο. Η Γραφή Ασεβείας ήταν η Ιερά Εξέταση της αρχαιότητας.  

Και τα χρόνια πέρασαν και ο χρόνος που σώζει την αλήθεια, όπως λέει ο πίνακας του Λεμουάν, γέννησε τον Γαλιλαίο που είπε τη δική του αλήθεια,  υποστηρίζοντας ότι η γη, και όχι ο ήλιος, γυρίζει. Αλλά γι’ αυτή του την αλήθεια τον ανέβασαν στη φωτιά και γι’ αυτό και  εκείνος παραδέχτηκε τρανταχτά ότι η γη δεν γυρίζει κι από μέσα του, πιο τρανταχτά, φώναξε «κι όμως γυρίζει». Και γύρισαν πολλές τροχιές του ήλιου και ήρθε ο καιρός και αποκαταστάθηκε ο Γαλιλαίος. Τα παραπάνω παραδείγματα μας δείχνουν ότι για να μπορεί κανείς να πει τη δική του αλήθεια έπρεπε να τρέξει πολύ νερό στο αυλάκι. Και από την άλλη, και εφόσον τρέχει πολύ νερό και ο καθένας μπορεί και λέει τα δικά του, χάνεται η αλήθεια. Και επειδή η πιο επισφαλής αλήθεια είναι η επιστημονική, κι αλλάζει κάθε μέρα, επειδή τα πάντα ρει, θα επικαλεστώ πάλι τον σοφό Σεφέρη που σημειώνει: «Η επιστήμη είναι καθ’ ορισμόν αληθινή: πάντα αποδεικνύει με το Α+Β πως ότι υποστηρίζει είναι αληθινό· ακόμη και τα πιο υπέρογκα ψεύδη» (Μέρες Α΄, σελ. 43) και επανέρχεται: «Το χ+ψ μας κάνει να λέμε τις πιο μεγαλεπήβολες αρλούμπες του κόσμου»  (Μέρες Β΄, σελ.73). και ο φίλος του ο Γιώργος Θεοτοκάς τονίζει με νόημα  στο Παιχνίδι της τρέλας και της φρονιμάδας, ότι όταν οι άνθρωποι λένε τις αλήθειές τους κινδυνεύουν να χάσουν το κεφάλι τους στο δρόμο. Έτσι, και για να μη χάσει κανείς το κεφάλι του και για να πει τις δύσκολες αλήθειες του καιρού του,  επινοήθηκε ένας αγράμματος και άξεστος φύλακας, στην αρχαία τραγωδία, ένας τρελός στην σαιξπηρική, ένας μεθυσμένος στην καθημερινή ζωή, ένα μικρό παιδί ή ένα μικρό πουλί στη δημοτική μας ποίηση. «Μου τόπε ένα πουλάκι», λέμε συχνά ή «κελάηδησε» λέμε για κάποιον που μαρτύρησε. Έχουμε προσέξει πόσα  πουλιά  κυκλοφορούν στα ποιήματα, πόσοι τρελοί και πόσοι μεθυσμένοι; άρα ξέρουμε και πόσες παραπλανημένες αλήθειες υπάρχουν. 

Από την άλλη, Ο σοφός και ο πρακτικός ξέρει πως το ζωτικόν ψεύδος βοηθάει τη ζωή, ενώ η αλήθεια σκοτώνει ή βγάζει μάτια. Βλέπε Οιδίπους. 
Στα θρησκευτικά μας πράγματα, ο Ιησούς ήρθε να διδάξει την αλήθεια. Και ποια είναι η αλήθεια; Τον ρώτησε ο Πιλάτος, κι εκείνος δεν απάντησε. Και καλύτερα που δεν απάντησε.  Ο Πιλάτος έτσι κι αλλιώς, ήξερε πως άλλο ήταν το παιχνίδι και όχι αυτό που φαινόταν. 

Κι επειδή η σημειολογία είναι η νέα επιστήμη που εξετάζει τα σημεία και τα τέρατα (τα σπουδαία και μεγάλα για να τα συλλάβει ο νους), τα τέρατα οι Έλληνες που σημειολογούσαν πριν την οργάνωση της επιστήμης, είπαν πως η Αλήθεια, είναι μια Άλη, δηλαδή μια περιπλάνηση ή παραπλάνηση, θεία, δηλαδή, θεϊκή.  Που σημαίνει ή ότι βρισκόμαστε σε θεϊκή περιπλάνηση ή ότι οι θεοί μάς παραπλανούν, όπως πολλές φορές το έχουν κάνει στην Ιλιάδα, στην Οδύσσεια, στην τραγωδία και, κατόπιν τούτου,  την αλήθεια κανείς δεν μπορεί να την έχει.   
Κι έτσι ο Χρόνος, σαν ζηλότυπος γέρος, κρατάει για τον εαυτό του και μόνο, την όμορφη σαν «νιόκοπο άγαλμα», Αλήθεια. 

Ανθούλα Δανιήλ  
 

© Poeticanet  τα περιεχόμενα του poeticanet προστατεύονται από copyright

Εκτύπωση του άρθρου