Εκτύπωση του άρθρου

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗΣ

 

ΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

 

Κατ' αρχάς, θα ήθελα να υπογραμμίσω πως οι γραμμες που ακολουθούν πρέπει να διαβαστούν περισσότερο σαν υπόθεση εργασίας και λιγότερο σαν τελεσίδικα συμπεράσματα, ως μια -όσο ελλιπής κι αν φανεί – προσπάθεια να συμβάλω στη χαρτογράφηση και την αποτίμηση του συγχρόνου ποιητικού  τοπίου. Οφείλω να ομολογήσω πως η γνώση μου των συγχρόνων ποιητικών μας  πραγμάτων είναι σποραδική και για τούτο  ας μην με κακίσουν όσοι κρίνουν πως παρέλειψα  πρόσωπα και πράγματα που μια πιο ενδελεχής μελέτη θα όφειλε  να συνεπισκοπήσει. Πριν από κάποια χρόνια, είχα αποπειραθεί να σκιαγραφίσω τις κύριες τάσεις στη σημερινή  μας ποίηση. Προτιμώ να παραθέσω τις τότε  σκέψεις μου:

“Είναι έκδηλη σήμερα η  απουσία λογοτεχνικών κινημάτων, μ’ όλη την πολυφωνία και την εκπληκτική ποικιλία τους, κι η εγκαθίδρυση μιας ομοιογένειας κι ομοιομορφίας, αντίστοιχης μ’ εκείνην που διέπει και τις άλλες εκδηλώσεις της σύγχρονης ζωής.

Αν ωστόσο τα κινήματα έχουν εκλείψει, δεν σημαίνει αυτό πως δεν υπάρχουν, παρά την κουραστική κάποτε ομοιογένεια, και στη σύγχρονη ποίηση διακριτές τάσεις, οι οποίες, σε διαφορετικό βαθμό, θα επηρεάσουν το μέλλον της. Τρεις είναι, νομίζω,  οι κυρίαρχες τάσεις στην ποιητική δημιουργία σήμερα και στα καθ’ ημάς.

Την πρώτη τάση θα την ονόμαζα ποιητικό επιγονισμό. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο ποιητικός αυτός επιγονισμός αντιγράφει όλα τα επιδερμικά γνωρίσματα του μοντερνισμού, αναπαράγει τα ελαττώματά του, αλλά σπάνια τα προτερήματά του. Έτσι, η επιδίωξη μιας βαθύτερης ενάργειας ή διαύγειας, που χαρακτήριζε τους ποιητές του μεσοπολέμου (π. χ. τον Ελύτη) στους μεταπολεμικούς επιγόνους τους αντικαταστάθηκε από το ψευδολυρικό νεφέλωμα, ο ρυθμικός εμπλουτισμός του στίχου, που οι πρώτοι εισήγαγαν με την κατάργηση ή την υπονόμευση της παραδοσιακής στιχουργικής, στους δεύτερους μετατράπηκε σε παντελή απουσία ρυθμού, η τολμηρή εικονοποιία  των φουτουριστών ή των υπερρεαλιστών  ξεθώριασε, το καινοτόμο σφρίγος τους εκφυλίστηκε σε αναιμική επανάληψη κοινόχρηστων σχημάτων.

Την δεύτερη τάση θα την προσαγόρευα  στοχαστική ποίηση ή επί το αγγλικόν contemplative poetry.   Εννοώ την ποίηση που χρησιμοποιεί τρόπους έκφρασης απ’ τα είδη του στοχαστικού λόγου (το δοκίμιο, το απόφθεγμα, τη φιλοσοφική πραγματεία), και καλλιεργείται κυρίως στην Αγγλία και την Αμερική. Πολλοί, βέβαια,  λυρικοί ποιητές υπήρξαν και στοχαστές δεινοί, αλλά διαχώρισαν τον στοχασμό τους από την ποίησή τους και προέκριναν τον πεζό λόγο για να τον εκφράσουν. Εδώ  όμως συχνά η πεζολογία της πραγματείας εισχωρεί στο ίδιο το σώμα της ποίησης, δίχως να μετουσιωθεί σ’ εκείνο το είδος της λυρικής σκέψης που υπονοούσε ο Παλαμάς όταν έλεγε «τα λουλούδια είναι από σκέψη / κι από μοσχοβόλημα η ψυχή μου». Ίσως αυτό το νέο υβριδικό,  «μεταποιητικό» είδος, που βρίσκεται στη μεθόριο ποίησης και δοκιμίου, να αντικατοπτρίζει τη σύγχρονη εμπειρία και να κατοικεί το αντιποιητικό παρόν, τείνει όμως να αποστραγγίξει κι απ’ την ίδια την ποίηση τη λυρική της ουσία- την αλχημεία των λέξεων, τη μαγεία των ρυθμών, τη γοητεία των εικόνων, τη βαθύτερη ενορατική της διάσταση.

Η τρίτη τάση είναι ο νεοφορμαλισμός, δηλαδή η επάνοδος της παραδοσιακής στιχουργικής, που θεραπεύει μια μικρή αλλά δυναμική μερίδα ποιητών.

Αν κατά τα τέλη του 19ου αιώνα ξεκίνησαν εκείνες οι εσωτερικές διεργασίες στο εσωτερικό του παραδοσιακού στίχου, που οδήγησαν στην γόνιμη διάβρωσή του και τη βαθμιαία μετεξέλιξή του στον ελεύθερο στίχο, καθώς, όπως έλεγε ο Μαλλαρμέ, "τις πολύ μελετημένες μελωδίες του άλλοτε τις διαδέχθηκε μια ατέλειωτη σειρά από μελωδίες σπασμένες  που πλουτίζουν τη δομή του ποιήματος", σήμερα, εκατό χρόνια μετά, παρατηρείται, στο πλαίσιο του ελεύθερου στίχου-την κυρίαρχη νόρμα ποιητικής έκφρασης των καιρών μας- μια επαναπροσέγγιση παραδοσιακών μορφών, η οποία επιμαρτυρεί την ενστικτώδη προσπάθεια υπερκέρασης του χάους  μέσα από σταθερά μορφικά σχήματα, μια προσπάθεια που βρίσκεται άλλωστε στη ρίζα κάθε καλλιτεχνικής δημιουργίας και ταυτόχρονα συνιστά σύμφυτο γνώρισμά της.

Σχετικά με την επαναφορά παραδοσιακών μορφών στην ποίησή μας έχει χυθεί πολύ μελάνι. Οι σύγχρονες  έμμετρες απόπειρες κατά πλειονότητα, ακόμα κι όταν δεν εξοκέλλουν στο στιχούργημα, όπως συμβαίνει συχνότατα, ωχριούν μπροστά στις αντίστοιχες δημιουργίες του παρελθόντος- κι εδώ η σύγκριση επιβάλλεται, γιατί οι νεολυρικοί μας αντί να εξερευνήσουν νέες ενδοχώρες, αναζητούν ψήγματα χρυσού σε εξαντλημένα ορυχεία. Η πρόταση του Βαγενά για «εμμετροποίηση» του ελεύθερου στίχου είναι πιο ενδιαφέρουσα, όσο κι αν ένας Ελύτης ή ένας Σεφέρης άνοικαν κι εδώ τον δρόμο. Το αντίθετο απ’ αυτό που προτείνει ο Βαγενάς και κάτι που, απ όσο ξέρω, δεν έχει γίνει μέχρι τώρα – τουλάχιστον εδώ- θα ήταν η ενσωμάτωση της εμπειρίας της σύγχρονης ποίησης  σε παραδοσιακές φόρμες και η ανανέωσή τους εκ των έσω. Μ' άλλα λόγια, η ανακάλυψη μιας νέας υπόγειας ενδοχώρας. Μια διεργασία "στοχαστικών προσαρμογών". Μια λυρική ιερογαμία με τη σύνθεση των δύο διαμετρικά αντίθετων αισθητικών πόλων. Ένα δυνατό στοίχημα για τους σημερινούς κι αυριανούς  θεράποντες των Μουσών!

Είναι δύσκολο να προβλέψουμε τι μορφές θα πάρει η  ποίηση στο μέλλον και ποια θα είναι η θέση της στον πολιτισμό  και τη ζωή μας. Ωστόσο θα διακινδυνεύσω ορισμένες εικασίες. Ως προς το δεύτερο σκέλος του πλάγιου ερωτήματος, δεν είμαι ιδιαίτερα αισιόδοξος: πιστεύω πως η ποίηση δεν θα ανακτήσει την ηγεμονική θέση που είχε άλλοτε. Ως προς τις μελλοντικές εξελίξεις της, θεωρώ πιθανότερη την ανάπτυξη υβριδικών, μεταποιητικών μορφών, μορφών δηλαδή που θα καταργούν το όρια των ειδών (ποίησης, αφήγησης, αποφθέγματος, φιλοσοφικού λόγου) και θα επιχειρούν συγχωνεύσεις μεταξύ τους.  Άλλωστε, η ανανέωση της ποιητικής τέχνης, πού ξεκίνησε ήδη από τον δέκατο ένατο αιώνα,  συχνά πήρε τη μορφή μιας διεύρυνσή της  σε περιοχές που μέχρι τότε ανήκαν αποκλειστικά  σχεδόν στην πεζογραφία. Το πεζό ποίημα, όπως μεταπλάστηκε από έναν Ρεμπώ κι έναν Λωτρεαμόν, αποτέλεσε λίκνο της ποιητικής επανάστασης στη Γαλλία. Η εισαγωγή της φιλοσοφικής σκέψης στο ποιητικό σώμα από τον Έλιοτ σφράγισε καθοριστικά τις αναζητήσεις στην αγγλόφωνη ποίηση. Η ηθελημένη πεζολογία του Καβάφη άνοιξε πρωτόγνωρους ορίζοντες στη δική μας.

Η εμβέλεια του νεοφορμαλισμού θα παραμείνει, φοβάμαι, περιορισμένη. Δεν αποκλείεται όμως να ξανασκύψουμε κάποτε στις μεγάλες παραδόσεις του παρελθόντος (στην ποίηση της Αρχαίας Ελλάδας, της Βίβλου, στους αραβοπέρσες λυρικούς, στους μεγάλους κινέζους και ιάπωνες ποιητές, στους νεώτερους ευρωπαίους) και να αντλήσουμε νάματα από αυτές τις ακένωτες πηγές.”

Είχα αποφύγει τότε να αγγίξω πρόσωπα. Νομίζω πως ήρθε  η ώρα να το κάνω. Ας σημειώσω όμως εκ των προτέρων πως η βασική μου τοποθέτηση δεν έχει διαφοροποιηθεί από τότε.

Ως προς τις ανανεωτικές απόπειρες που έγιναν στο χώρο του ελεύθερου στίχου υπό την επίδραση της αμερικανικής ποίησης και μολονότι οι επιμέρους πραγματώσεις δεν επιτυγχάνουν μια σύνθεση σ' αυτή που κατόρθωσε ο Σεφέρης κι η γενιά του τριάντα, δείχνουν όμως μια κατεύθυσνη, η οποία στο μέλλον ίσως δώσει καλούς καρπούς, αν βέβαια υποθέσουμε πως αυτοί δεν λανθάνουν ήδη ή πως εγώ δεν μπορώ να τους αποτιμήσω σωστά. Ο Ελύτης στο δοκίμιό του για τον Ρεμπώ, που γράφτηκε το 1972, εκφράζει τις επιφυλάξεις του για την αγγλοσαξονική σχολή: “Και φοβούμε ότι η διάσταση που υπάρχει ανάμεσα στην ποίηση που εκπορεύεται από τις αγγλοσαξωνικές χώρες και στην άλλη που μας έρχεται από τις λατινικές -παρ' όλη τη βρεττανίζουσα πλευρά του ίδιου του Ρεμπώ  και παρόλες τις ερωτοτροπίες του Τ. Σ. Έλιοτ με τους Λαφόργκ και Σία- έχει τη ρίζα της εκεί. Στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα. Όπου ελάχιστοι τότε, όλοι τους κατόπιν, διδάχτηκαν από έναν “εν αγνοία του μεγαλοφυή” την “αλχημεία του λόγου”.

Όσο όμως κι αν αναδύθηκαν, σαν τη Δήλο, μέσα στον ποιητικό ωκεανό που εκπήγασε από τις λατινογενείς γλώσσες  μερικές νησίδες θαύματος -ένας Σαιν-Τζόν Περς ή ένας Λόρκα- αυτή η παράδοση στους δεύτερους και τρίτης κατηγορίας τεχνίτες και τους επιγόνους οδήγησε την ποιητική τέχνη σε εκφυλισμό: πλήρης αποσάθρωση του νοήματος, αδυναμία να αντικατοπτριστεί η σύγχρονη εμπειρία, ανούσια εικονοπλαστική καινοθηρία, που τελικά καταντούσε αντεστραμμένη κοινοτοπία  Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, από ποιητές σαν την Ελίζαμπεθ Μπίσοπ, την Πλαθ, τον Στήβενς κ. α. (για να μην μνημονεύσουμε τους πρωτοπόρους) κατασκεύστηκε ένα αρραγές κρύσταλλο, που αντικαθρέφτιζε τον σύγχρονο άνθρωπο καλύτερα από τα επιγονικά δημιουργήματα, φερ' ειπείν,  του υπερρεαλισμού.

Ο νεοφορμαλισμός πέρασε -πιστεύω-  από δύο φάσεις: την πρώτη με το έργο των Καψάλη, Λάγιου και Κοροπούλη και την δεύτερη με τους μεταγενέστερους. Πιο άρτιος είναι στιχουργικά ο Λάγιος, του οποίου το τεράστιο σε έκταση έργο δεν έχει χαρτογραφηθεί ακόμη. Στους άλλους ενοχλεί μια κάποια αυχμηρότητα με τη διείσδυση του δημοσιογραφικού λόγου και τη συχνή χρήση της χασμωδίας.  Οι μεταγενέστεροι – χωρίς να είναι άμοιροι αυτών των ελαττωμάτων- παρουσιάζουν μεγαλύτερη μελωδικότητα και στιχουργικήν άνεση. Ξεχωρίζει η σατιρογραφία του Θεοδόση Βολκώφ και ο ανθρωπισμός κι η λυρική ευφορία του Δημήτρη Σολδάτου. Από τους νεώτερους, επισημαίνω την στοχαστική ποίηση του Δημήτρη Ελευθεράκη και τα παιγνιώδη στιχηρά του Χάρη Ψαρρά, που κι οι δύο τους δεν έχουν πει ακόμη την τελευταία λέξη. Ας μου συγχωρεθεί να πω πως ένα μέρος και της δικής μου προσπάθειας εντάσσεται εδώ.

Νομίζω πως η αποτίμηση αυτών των προσπαθειών πρέπει να κινηθεί σε δύο άξονες: Α) ποιος από όλους αυτούς επιτυγχάνει μιαν ανανέωση της παράδοσης;  και Β) ποιος είναι εφάμιλλος με τους καλούς τεχνίτες του παρελθόντος;

Θα έλεγα πως στην σημερινη  λυρική περιπέτεια ορθώνονται, από το πρόσφαρο παρελθόν, δύο φράγματα. Στην νεότροπη σχολή υψωνέται επιβλητικό το έργο του Ελύτη, που συνεχίστηκε μέχρι και την τελευταία δεκαετία του 20 αιώνα. Ας σημειώσω πως, με τη Μαρία Νεφέλη, ο Ελύτης μάς έδωσε το επαρκέστερο μέχρι στιγμής έργο που απεικονίζει τη σημερινή ανθρωπινη συνθήκη και την εμπειρία του σύγχρονου άστεως.  Στο χώρο της αυστηρά έμμετρης σχολής στέκεται ως τελευταίο ορόσημο το έργο του Νίκου Καββαδία, που  το Τραβέρσο  του, το πιο φιλόδοξο έργο του, εκδόδηκε το 1975. Κάθε άξιος ποιητής οφείλει να αντιμετρηθεί με αυτά τα δύο μεγέθη. Κι ο άξιος κριτικός οφείλει να ξεχωρίσει αυτόν ή αυτούς που κατάφεραν να αντιμετρηθούν επάξια.

Ας επανέλθω όμως για να προσθέσω  και ετούτο: τη βαθιά γνώση και αίσθηση του ποιητικού λόγου που είχεν ο Λάγιος και έχει ο Καψάλης και που μας χάρισαν μερικά από τα πιο καίρια δοκίμια των ημερών μας.  Σημειώνω και την ευθύβολη αρθρογραφία και δοκιμιογραφία του Κώστα Κουτσουρέλη, που θέτει καίρια ζητήματα της ποιητικής έκφρασης του καιρού μας και του τόπου μας.

Μια άλλη τάση είναι η σύγκραση στοιχείων από την παράδοση και τη νεωτερικότητα. Αυτή εκπροσωπείται κυρίως από τον Μιχάλη Γκανά, τον Νάσο Βαγενά και, τέλος,  τον Δημήτρη Κοσμόπουλο,  που  ο πνευματικός του προσανατολισμός κι η βαθιά του γνώση της ποιητικής παράδοσης και γλώσσας οδηγούν την ποίηση   σε ευφρόσυνα ξέφωτα.

Ας επισημάνω ακόμα και την ενδιαφέρουσα κινηματογραφική τεχνική του Σταμάτη Πολενάκη στο τελευταίο του βιβλίο.

Τέλος, αυτή η επισκόπηση θα ήταν ελλιπής αν  δεν αναφέραμε  τον Χάρη Βλαβιανό, που ως μεταφραστής και κυρίως ως εκδότης του περιοδικού Ποίηση άνοιξε ένα παράθυρο στην τόσο σημαντική σύγχρονη αγγλοαμερικανική  ποίηση..


© Poeticanet