Εκτύπωση του άρθρου

Εικαστικά: Κατερίνα Μαμάη

 



 

Με μια μικρή δειγματοληπτική και ενδεικτική αναγκαστικά αναφορά θα ήθελα να αναλύσω τον ιδιοσυγκρασιακό τρόπο, με τον οποίο διαχειρίζεται ο Αλμπέρ Καμύ το θέμα του χρόνου στο έργο του, ιδίως στον εμβληματικό του Ξένο, ο οποίος προσιδιάζει αρκετά στον τρόπο των ανθρώπων με Διάχυτη Αναπτυξιακή διαταραχή.

Το έργο του Αλμπέρ Καμύ καταγράφηκε στην ιστορία της παγκόσμιας γραμματείας με τον χαρακτηρισμό «λογοτεχνία του Παραλόγου». Γιατί όμως έχει χαρακτηρισθεί ο κόσμος των έργων του Καμύ ως παράλογος; Ο Λόγος των προσώπων του Καμύ, η θέαση του κόσμου, η οπτική τους πάνω στην επικοινωνία και την αλληλεπίδραση των ανθρώπων, ο τρόπος που διαχειρίζονται τα αισθητηριακά δεδομένα είναι διαφορετικά από αυτό που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε μέσον όρο. Ωστόσο αν το αντιμετωπίσουμε κάτω από το πρίσμα της παρέκκλισης μιας διαφορετικότητας θα διαπιστώσουμε ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει παρα-λογισμός και α-λογία. Στο έργο του Καμύ, τόσο το μυθιστορηματικό όσο και το θεατρικό υπάρχουν πολλές διαφορετικές λογικές, με διαφορετικούς τρόπους έκφρασης και διαφορετικές οδούς προσέγγισης. Παράλογος κατ’ ουσίαν είναι ο άνθρωπος που αδυνατεί να κατανοήσει αυτήν την διαφορετικότητα και να την αποδεχθεί ως υπαρκτή, αναμενόμενη και φυσιολογική. Παράλογο είναι το μονοδιάστατο σύμπαν που διαμορφώνουν οι βεβαιότητες της μιας αλήθειας, του ενός και μόνου Λόγου.

Αμέσως μετά προκύπτει ως εύλογο το ερώτημα πού έγκειται αυτή η διαφορετικότητα των ηρώων του Καμύ, μέσα στην οποία εντάσσεται και η αντίληψη του χρόνου, πώς καταφέρνει ο ίδιος να την καταγράψει, να την αναπλάσει και να την διαχειριστεί; Ο Καμύ έγραψε θεατρικά έργα («Καλιγούλας», «Η παρεξήγηση», «Κατάσταση πολιορκίας») σκηνοθέτησε, έπαιξε ως ηθοποιός και διασκεύασε μυθιστορήματα για το θέατρο, όπως τους «Δαιμονισμένους» του Ντοστογιέφσκι. Τόσο σ’ αυτά όσο και στα μυθιστορήματά του, τα οποία διασκευάστηκαν αρκετές φορές για το θέατρο και για τον κινηματογράφο, διαπιστώνουμε κοινές αποκλίσεις. Επιλέγω ως παράδειγμα τον εμβληματικό του Ξένο και θα προσπαθήσω αμέσως παρακάτω να αναλύσω την δική του οπτική για τον χρόνο.

Εκτός όμως από τον Ξένο του Καμύ, αν μελετήσουμε προσεκτικά και άλλα λογοτεχνικά έργα που σημάδεψαν την παγκόσμια λογοτεχνία, θα διαπιστώσουμε πως μας δίνουν την ίδια εντύπωση. Ανάλογα πρόσωπα θεωρώ πως είναι ο Πρίγκιπας Μίνσκιν στον Ηλίθιο του Ντοστογιέφσκι, ο χωρομέτρης στον Πύργο του Φραντς Κάφκα ή ο Άσερ στην Πτώση του Πύργου των Άσερ του Έντγκαρ Άλλαν Πόε.

Αλλά γιατί κάτι τέτοιο να μας ενδιαφέρει; Θεωρώ πως είναι σημαντικό για πολλούς λόγους. Αναφέρω την πλευρά που μας αφορά στο παρόν κείμενο. Ενδιαφέρει τον θεωρητικό το πόσο η διαφορετικότητα είλκυσε την προσοχή αρκετών από τους θεωρούμενους πια κλασικούς συγγραφείς, οι οποίοι, παρόλο που δεν γνώριζαν πολλά για τις ψυχοσυναισθηματικές παρεκκλίσεις την επέλεξαν ως τρόπο διερεύνησης του ανθρώπινου ψυχισμού, διαμορφώνοντας λογοτεχνικούς ήρωες που έγιναν σύμβολα της ανθρώπινης μοίρας, της σχέσης του ατόμου με την κοινωνία και τις συμβάσεις της. Βεβαίως δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως πρόκειται για μυθοπλαστικά πρόσωπα, και όχι για ρεαλιστική-φωτογραφική απεικόνιση «αληθινών» προσώπων. Γι’ αυτό και ο Καμύ, για παράδειγμα, βάζει τον Ξένο του να βιώνει μια οριακή κατάσταση, κάνοντας έναν φόνο, ο οποίος αφηγηματικά παρουσιάζεται ως «εξ αμελείας», αλλά ο κοινωνικός περίγυρος και ο μηχανισμός καταστολής σπεύδει να τον καταδικάσει ως μια «ψυχρή» δολοφονία, ακριβώς γιατί ο ήρωας είναι διαφορετικός και δεν τον καταλαβαίνει.

Με πρωτοπρόσωπη αφήγηση ο Καμύ μάς μεταφέρει στον ενδιάθετο λόγο ενός ανθρώπου που αντιλαμβάνεται τα γεγονότα και τα πράγματα απλά, κυριολεκτικά, χωρίς συναισθηματικές εξάρσεις και αμφισημίες. Η αντίληψη του χρόνου είναι μονοδιάστατη, με έμφαση στην μετρήσιμη πλευρά της που σχετίζεται με τις απλές, βιολογικές μας λειτουργίες: ύπνο, κούραση, φαγητό.  Αλλά ταυτόχρονα είναι με έναν ξεκάθαρο τρόπο, παράξενη και αποκλίνουσα. Στο 1ο κεφ. του Ξένου, ο Μερσώ ξεκινά να αφηγείται αναφερόμενος στην αναγγελία του θανάτου της μητέρας του και την περιγραφή της κηδείας της στο γηροκομείο, όπου διέμενε τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής της.

Σήμερα πέθανε η μαμά. Ίσως και χθες, δεν ξέρω. Έλαβα ένα τηλεγράφημα από το άσυλο: "Μητέρα απεβίωσε. Κηδεία αύριο. Θερμά συλλυπητήρια." Αυτό δεν μού λέει τίποτα. Μπορεί να' ταν και χθες

Αυτό που μάς ξαφνιάζει είναι η σημασία που δίνεται, από την μια, στην ακρίβεια του χρονικού προσδιορισμού: χθες ή σήμερα καθώς και στην προσπάθεια εξαγωγής ενός βέβαιου συμπεράσματος από τις λιγοστές πληροφορίες του τηλεγραφήματος. Για να πει «σήμερα» ο Μερσώ, πρέπει να είναι βέβαιος. Και η βεβαιότητα δεν μπορεί να προκύψει από μια αποσπασματική και ελλιπή ανακοίνωση. Από την άλλη, εκείνο που ξενίζει είναι το αφοριστικό: Δεν μού λέει τίποτα, που για μας αποκτά και συναισθηματική χροιά. Εξάλλου οι συναισθηματικές αντιδράσεις που αναφέρονται σε όλο το υπόλοιπο κεφάλαιο αφορούν πλευρές που σχετίζονται με τα αισθητηριακά δεδομένα και είναι περισσότερο "σωματικά": κούραση, ναυτία, νύστα, πιάσιμο στο σώμα.

Ο χρόνος διαστέλλεται και συστέλλεται αναλόγως των συνθηκών, των σκέψεων και των συναισθημάτων του ήρωα. Αυτό δεν είναι κάτι σπάνιο ή εξαιρετικό. Η διαφορά βρίσκεται στην περιγραφή του. Η περιγραφή του από την πλευρά του ανοίκειου, του Ξένου, αυτού που η εμπειρία του παρεκκλίνει της μέσης εμπειρίας των ανθρώπων. Οι σχέσεις του δεν μπορούν να γεωδαιτηθούν με όρους κοινά αποδεκτούς. Κι ενώ κάτι τέτοιο μπορεί να ασκεί μιαν ιδιότυπη έλξη, αποτελεί ταυτοχρόνως και μία από τις κεντρικές αιτίες της δυστυχίας εκείνου του παιδιού που δεν θα μπορέσει ποτέ να παίξει ζάρια όπως οι υπόλοιποι…

Άννα Αφεντουλίδου
 

 



                                                                

                                                                          Στην Αθηνά Βογιατζόγλου

 

                                                                    α.

                                                                          Ένα σύμπαν δροσιάς
                                                                          και μέσα σε κάθε σταγόνα δροσιάς
                                                                          ένα σύμπαν ατελεύτητου αγώνα

                                                                                                                         Ίσσα

Η μεμβράνη. Το ευαίσθητο μεταίχμιο. Η ακίνητη πλεύση. Η κατ΄ εξαίρεση ακίνητη ροή. Εκεί ακριβώς δηλαδή όπου μαρτυρείται η ακραία ώσμωση: ναι, ο  ποιητικός νους αγγίζει το σώμα του χρόνου. Το αντιλαμβάνεται, διότι συνέχει τη φύση του. Το καταλαβαίνει πλήρως, Αλλά, εξ ορισμού, δεν το καταλαμβάνει. Πώς άλλωστε;  Ο απόηχος φτάνει ως εδώ και από όσα προηγήθηκαν αίφνης στον Μικρό Ναυτίλο του Οδυσσέα Ελύτη. Τα δεδομένα των καιρών δεν αποθαρρύνουν τον οίστρο, πλην όμως είναι εκεί, στο βάθος του ποιητικού εγώ. Ήτοι: «Όπως και να  στον αιώνα ενός φιλιού / Δεν σε προφταίνω Τύχη»
(βλ. «Και με φως και με θάνατον», 8).

                                                                      β.

 Έχω από μήνες ξεχωρίσει ένα πρόσφορο δίστιχο, ανάμεσα σε πλείστα παρόμοια. Επαναφέρει εμμέσως πλην σαφώς το ζήτημα της συσχέτισης της εξόφθαλμης ροϊκότητας του όντος με την καταστατική ρυθμική τακτική του λόγου.  Το παραθέτω κατά λέξη: «Οι μέρες κι αν μερώσανε οι μνήμες τους πληγώνουν· / πληγές που δώσαν ευωδιές και χρώματα του χρόνου». Ανήκει στη συλλογή Τι είπε το ποτάμι του Γιώργου Γωνιανάκη, από τις εκδόσεις της στιγμής (2018). Ο ίδιος έχει διευκρινίσει ήδη στην τρίτη από τις εισαγωγικές σελίδες του ίδιου έργου ότι: «Αν και είμαι ξεκάθαρος μπερδεύω συνέχεια / την ποίηση με την πραγματικότητα. / Ευλογημένη σύγχυση κι ωφέλιμη αφέλεια. / Δεν κάνω πλάκα· /σοβαρά μιλάω. / Όταν βιώνεις τα ποιήματα / οι στίχοι ανασαίνουν». Η επαλήθευση είναι προφανής: το ποίημα υπάρχει και ως επαρκώς προμελετημένη απόπειρα χρονο-φωτογράφησης. Εξ ου και η συχνή αναγωγή του ποιητικού υποκειμένου στον φαντασιακά, αλλά πολλαπλώς χρήσιμο σταματημένο χρόνο. Ο στίχος δεν εξωραΐζει, δεν εξορκίζει. Ούτε αναπαλαιώνει αισθήσεις. Απλώς μνημονεύει την πεπρωμένη διασταύρωσή του με το χρόνο.  Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα από την πρόσφατη παραγωγή μας: «κι ό, τι ζήσαμε ως τώρα, αποκαΐδια στεγνά / μια καψάλα, της φωτιάς παρανάλωμα, ίδιο κάρβουνο / που αέρα ρουφά, που σφυρίζει στριγκιά κι όλη / νύχτα κουφοκαίει στα σπλάχνα». Ο χρόνος εδώ είναι το μέτρο της οδύνης, ο βηματισμός του σπαραγμού. Δεν υπάρχει χρόνος δίχως πόνο,  υπαινίσσεται η εξομολόγηση σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο. Είναι το συλλογικό πρόσωπο του χορού των υπάρξεων : μετρώ εδώ άλλη μια φορά όσα έχω υπογραμμίσει - κι είναι πολλά -  διαβάζοντας την θεματολογικά συναρπαστική Ψυχή στα δόντια του Δημήτρη Χουλιαράκη, των εκδόσεων Το Ροδακιό (2019).

                                                                        γ.

Ναι, το αδιανόητο εκείνο ποτάμι: η ποίηση ως το νερό του χρόνου, όπου ο καθένας μπαινοβγαίνει στο ίδιο σημείο. Στο ίδιο πάντα πέρασμα, οποτεδήποτε κι αν θελήσει. Η βούληση - ύδωρ των ατελεύτητων στιγμών. Το σταθερό όραμα της ανέκκλητης ακύρωσης της φθοράς. Ό,  τι δηλαδή τείνει να επικαλείται ο τυπικός στίχος. Έστω κατά τη γέννησή του. Το δευτερόλεπτο που θέλει κατά βάθος να ταυτιστεί με την αθανασία της Ορμής.  Η ποίηση της Τορά, της βιβλικής Πεντάτευχου, είναι, φέρ΄ ειπείν, η διεσταλμένη πραγματικότητα, το δυναμικό παρόν σε διάρκεια. Η  ίδια η σκέψη των φορέων της Τορά: το αεί. Εν κινήσει μάλιστα.

                                                                       δ.  

Η ποίηση, ως γνωστόν, αποτυπώνει, μεταξύ άλλων, ό, τι την ελκύει περισσότερο από την επικράτεια των αοράτων. Ο χρόνος διαμορφώνεται καταλλήλως, ώστε να χωρέσουν στις σχισμές, στα όποια ανοίγματα των εννοιών όσα κατάγονται από τη ζώνη των αφάτων, χωρίς να χαθεί τίποτε από την ευτυχή έκλαμψη. Αντιστοιχία τυπική με το σατόρι των Ιαπώνων. Ο χρόνος καθίσταται απόχη του ποιητικού νοήματος.  Αρκούν για την περίπτωση οι εξής ενδεικτικοί αφορισμοί από την πλευρά μιας αναστοχαστικής, φιλέρευνης γραφής: «όταν φεύγει η φωνή του, σαν δακτυλικά αποτυπώματα που βγαίνουν από τα χείλη, προχωρούν και διασκορπίζονται τα ηχητικά της κύματα. Γιατί και η φωνή από την αφή κατάγεται, που παραμένει σταθερά η πρώτη των αισθήσεων. Πρώτη η αφή των δαχτύλων και ακολουθεί η αφή των χειλιών σαν μιλούν και προπαντός σαν φωνάζουν για να ακουστούν από αυτήν που βρίσκεται μακριά. Γι΄ αυτό και βλέπουμε κάποιες φορές, όσοι έχουμε την ικανότητα να δούμε, τη φωνή σαν αφή να εκστομίζεται, μην πω και σαν όραση να προχωρά». Κοντολογίς, ο χρόνος του ποιητικώς οράν είναι ο πλούτος του χρόνου. Παρέθεσα απόσπασμα απο την ευφυώς οργανωμένη συλλογή του Σπύρου Λ. Βρεττού, με τίτλο Διαπραγματεύσεις, στις εκδόσεις του Σάμη Γαβριηλίδη (2019).     

                                                                        ε.

Η ενδιάθετη ροπή μας προς το αδύνατον, το καθ΄ υπερβολήν ονειρικό: εξ ου και η ποιότητα του ελυτικού προτάγματος φέρ΄ ειπείν στη  Μαρία Νεφέλη: «πιάσε την αστραπή στο δρόμο σου / άνθρωπε δώσε της διάρκεια, μπορείς». Η  «ισόβια στιγμή» διαρκεί όσο επιταχύνεται η ορμή προς την υπέρβαση των ορίων του γραμμικού χρόνου. Εννοείται ότι έχουμε πάντα κατά νου την πολυπλοκότητα των εκφάνσεων περί το θέμα. Το προϊόν της αποτελεσματικής ποιητικής ρητορείας, όπως έχει κατατεθεί στις οικείες σελίδες, αποτελεί πολύσημο τεκμήριο πυκνώσεων. Τα μηνύματα συσσωρεύονται. Η μια λεκτική πρόσχωση  προκαλεί (ή προκαλεί) την επόμενη. Το ποιητικό κείμενο συνιστά ένα είδος συντελεσμένου χρονοφρονήματος. Διαβάζουμε επ΄ αυτών τα εξής αναλυτικά: «Τα περιθώρια ενός βιβλίου δεν είναι ποτέ ξεκάθαρα και αυστηρά περιχαρακωμένα: πέρα από τον τίτλο, τις πρώτες αράδες και το τελικό σημείο, πέρα από την εσωτερική του διαμόρφωση και την μορφή που την καθιστά αυτόνομη, έχει εμπλακεί σε ένα σύστημα παραπομπών σε άλλα βιβλία, σε άλλα κείμενα, σε άλλες φράσεις: κόμπος μέσα σε ένα δίχτυ [. . . ] Μάταια το βιβλίο προσφέρεται σαν ένα χειροπιαστό αντικείμενο· μάταια συρρικνώνεται σε αυτό το μικρό παραλληλεπίπεδο που το περικλείει: η ενότητά του είναι μεταβλητή και σχετική. Άπαξ και την ερευνήσουμε, χάνει την προφάνειά της· δεν υποδείχνει τον εαυτό της, δεν κατασκευάζεται παρά ξεκινώντας από ένα περίπλοκο πεδίο έκφρασης»: ο Μισέλ Φουκώ, στην Αρχαιολογία της γνώσης, όπως τη γύρισε στη γλώσσα μας ο Κωστής Παπαγιώργης στις εκδόσεις του Εξάντα.

                                                                      στ.

Από το ευρύτερο πλαίσιο της δημιουργικής γραφής, στην ενιαία μορφή της, όπου εννοείται ότι χαλαρώνουν αισθητά τα διακριτά όρια ποίησης – πεζογραφίας, συγκρατώ για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής τις εξής χαρακτηριστικές επισημάνσεις. Αναφέρονται στην εσωτερική σχέση, η οποία συνδέει κατ΄ εξοχήν το ενδελεχές κείμενο - διακήρυξη με την υπόσταση του χρόνου: «Αν η ιστορία κάθε μέρας είναι η ιστορία όλων των σκέψεων που κάνουμε μέσα στη μέρα, τότε είναι αδύνατον να γράψουμε την ιστορία αυτής της μέρας, γιατί είναι αδύνατον να βάλουμε στη σειρά όλα τα ασήμαντα πράγματα που σκεφτήκαμε, όλους τους παραδρόμους στους οποίους ξεστράτισαν οι συνειρμοί μας – οπότε κρατάμε απλώς τα γεγονότα, και για την ακρίβεια ένα μικρό ποσοστό απ΄ τα γεγονότα, πιθανότατα παραποιημένο. Επειδή αδυνατούμε να αναπαραστήσουμε τον ίδιο τον χρόνο, παλεύουμε να ανασύρουμε τα πράγματα που τον γεμίζουν:γεγονότα, σκέψεις, συναισθήματα, ερμηνείες – μόνο που ο χρόνος δεν γεμίζει ποτέ εντελώς. Πάντα ένα κομμάτι του περισσεύει, ίσως γιατί οι σκέψεις και τα συναισθήματα μας (ιδίως μάλιστα και τα γεγονότα)συμβαίνουν μεν μέσα στον χρόνο αλλά δεν είναι απόλυτα σίγουρο ότι έχουν διάρκεια: δεν εξαντλούν τον χρόνο, δεν τον αντικαθιστούν. Όλα αυτά συνδέονται νομίζω με το πιο παράξενο όνειρο που έχω δει ποτέ για το Λουξεμβούργο – και δεδομένου ότι το παράξενο με αυτά τα όνειρα είναι πως δεν έχουν τίποτα το παράξενο, το πιο παράξενο όνειρο είναι ταυτόχρονα το λιγότερο παράξενο: κάθομαι απλώς στον καναπέ μου, μέσα σε ένα άγνωστο σαλόνι που στο όνειρο είναι γνωστό, και βλέπω τηλεόραση και δεν κάνω τίποτα κι ο χρόνος κυλάει με τον ρυθμό που κυλάει στην πραγματικότητα, αν και υποτίθεται πως αυτό δεν μπορεί να συμβεί σε ένα όνειρο. Ή οπουδήποτε αλλού εδώ που τα λέμε, αφού το πιο δύσκολο πράγμα που μπορεί κανείς να προσπαθήσει κανείς να μιμηθεί είναι αυτό ακριβώς: ο χρόνος». (Βλ. Χρίστος Κυθρεώτης, Εκεί που ζούμε, εκδόσεις Πατάκη, 2019, σελίδα 266)

                                                                 ζ.

Ο χρόνος του ποιήματος είναι ο χρόνος των εξ αποκαλύψεως ποιοτικών του συνισταμένων. Το ποίημα αναπνέει χρόνο αξιών. Ή όπως έχει τονιστεί: «ένα ποίημα παίρνει την ελευθερία να σκεφτεί και να δει τα πράγματα όπως ποτέ κανείς δεν το έκανε πρωτύτερα, και καλεί τον σύντροφό του, τον αναγνώστη, να το μιμηθεί. Βοηθά το σκοπίμως παραθεωρημένο να κερδίσει την προσοχή που του αξίζει και το εκ πρώτης όψεως τετριμμένο να λάμψει». (Βλ. Γιαν Βάγκνερ Το σπουργίτι  του Γκέρικε μετάφραση-σημειώσεις-επίμετρο: Κώστας Κουτσουρέλης, εκδόσεις Κίχλη, 2018). Ο χρόνος του ποιήματος είναι οι πολλαχώς κερδισμένοι χρόνοι.      

_____________________________

Σημείωση:  όσα προηγήθηκαν, σπέρματα ιδεών· υλικό περαιτέρω αναπτύξεων.

Γιώργος Βέης

 


 

 
 
Μακράν της Ελλάδος ευρισκόμενοι δυνάμεθα να κρίνωμεν εξ
υψηλοτέρας περιωπής το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της.
Η απόστασις τόπου ισοδυναμεί και προς απόστασιν χρόνου.
Μακρόθεν βλέποντες, γινόμεθα τρόπον τινά μεταγενέστεροι.

(Δημήτριος Βικέλας, Άπαντα, τόμος Δ') 

Ίσως ο ποιητικότερος ορισμός του χρόνου που έχω συναντήσει. Αλλά και ο κρυπτικότερος ορισμός για την ποίηση. Χώρος και χρόνος συμφύρονται με τρόπο που θα ζήλευε ο... Αϊνστάιν αλλά και οι θιασώτες της αποστασιοποίησης, της ανοικείωσης κ.ο.κ. Πώς αλλιώς θα μπορούσαμε να ερμηνεύσουμε αυτό το “μακράν”; Με πτήσεις στον ορίζοντα της διαχρονίας, η ποίηση αποτυπώνει τόσο το αιώνιο όσο και το εφήμερο, μέσα από αυτήν την αναστοχαστική της λειτουργία. Μια εσωτερικά βιωμένη πραγματικότητα, μια αποτύπωση του ψυχολογικού χρόνου ακόμη -του χωροχρόνου εντός- με τα πράγματα μετρημένα στις διαστάσεις που προσλαμβάνουν μέσα μας. Διότι ποιος άλλος θα μπορούσε να είναι ο τόπος αυτός από όπου βλέπουμε “μακρόθεν”  την “Ελλάδα” της καθημερινότητάς μας αν όχι η ποίηση;       
 
***

αν όλες οι βιβλιοθήκες βούλιαζαν μέσα σ' ένα μεγάλο κατακλυσμό,
καθώς και όλα τα μουσεία, οι επιζήσαντες, αργά ή γρήγορα,
θ' ανακάλυπταν και πάλι, από μόνοι τους, τη ζωγραφική,
τη μουσική, το θέατρο που είναι λειτουργίες τόσο φυσικές,
 τόσο απαραίτητες και τόσο ενστικτώδεις όσο και η αναπνοή.  

(Ευγένιος Ιονέσκο, Σημειώσεις και αντισημειώσεις)

Μπορεί να είναι δυνατόν; Να έχουμε βρει τον μηχανισμό που υπερκερά τον χρόνο; Μπορούμε να φανταστούμε έναν Νώε-ποιητή που ναυλώνει το καράβι του για να διαφύγει τον κατακλυσμό της λήθης με ποιητές και καλλιτέχνες κάθε λογής, που σκοπό έχουν να αφθαρτίσουν την ανθρώπινη εμπειρία; Και όταν όλα στη ζωή αποδεικνύoνται κάποτε ψευδή και απατηλά, μπορούν να λάμπουν αληθινά και παντοτινά μέσα σε ένα ποίημα. Όλος ο χρόνος μπορεί να μετουσιώνεται, να συγκεφαλαιώνεται σε ένα ποίημα. Η ποίηση μπορεί να ζει για πάντα. Αλλά και η ζωή μπορεί να γίνει ποίηση αυθεντική. Ζωή στην τέχνη και τέχνη στη ζωή... Mήπως ο Ιονέσκο εδώ μάς θυμίζει λίγο τον Μαρινέτι; 'Ολα τα κινήματα της πρωτοπορίας άλλωστε δεν υπερθεμάτιζαν τη ζωή έναντι της τέχνης; 
 
***

He advised me that poetry is more about divination than data;
more about feelings than facts […] He was urging me to think of
poems as lived experiences and not as thought-up experiences […]
as perceptions of the heart […] and not as conceptions of the mind.

(Gabriel Rosenstock, The Flea Market in Valparaiso)
 
Η σύνθεση χώρου και χρόνου: μια ιεροτοπία, όπως λαμβάνει χώρα στον καιρό της καρδιάς, τον μόνον αρμόδιο, μέσα από αυτήν την συγκινησιακή λειτουργία της ποίησης. Μου αρέσει πάντα να ορίζω την ποίηση ως έναν τόπο συνάντησης. Ο τόπος αυτός είναι η καρδιά, όπως τουλάχιστον αυτή ορίζεται από τη βιβλική και πατερική γραμματεία: ως έδρα του όλου ανθρώπου και των λειτουργιών του, του νου περιλαμβανομένου. Ο τόπος αυτός φλέγεται από αγάπη. Δεν είναι όμως τόπος ξερός και άνυδρος. Από εδώ εκπηγάζει μια ποίηση  μυστική, εκστατική και οραματιστική η οποία έχει εκκωφαντικές αναλογίες με τη θρησκευτική εμπειρία καθώς προσεγγίζει το μυστήριο του χρόνου, της ελευθερίας, του έρωτα, του θανάτου... Μια ποίηση που δημιουργεί ανάταση καθώς προσεγγίζει την καρδιά του μυστηρίου της ζωής, αυτό το αμύγδαλο του κόσμου*, κατά πως θα έλεγε ο Ελύτης. Αν και η σύνθεση ως στόχος της διαλεκτικής δεν είναι πάντα εφικτή, όπως τουλάχιστον ένας Μπένγιαμιν μπορεί να βεβαιώσει, στην ποίηση πραγματώνεται απολύτως η ένωση των διεστώτων. Στην ποίηση μπορούμε να ζούμε, όπως και στη ζωή μπορούμε να είμαστε ποιητές- σε κάθε περίπτωση, με σεβασμό και των δύο μυστηρίων.
 
*[...]
χρειάζεται
να 'μαστε μνήμονες του πιο τρομερού αγαθού που εδόθηκε ποτέ
από 'να σ' άλλον άνθρωπο
η αγάπη
μοιάζει με δυο ποτήρια σε στιγμή ενθουσιασμού
 ντινγκ
 λάμψη
θρύψαλα

[...]
ω φίλοι
αν κάποιος από μας αμάρτησε
πρέπει να 'ναι ο Θεός
χαλάλι του
ψάξαμε ψάξαμε όσο γίνεται
να ' μαστε άνθρωποι σωστοί
σε μια ταράτσα πάνου από τη θάλασσα
κοίταξε:
σπαν τ' αστέρια ένα ένα
και το ύστερο πάει φωσάκι του τσιγάρου σου
κι εκείνο σώνεται
πάτα το χάμου
αντίο.
 
Σάρα Θηλυκού

 


 

 

 

«Περπατώντας έξω ένα βράδυ» είναι ο τίτλος ποιήματος του άγγλου ποιητή, δοκιμιογράφου και θεατρικού συγγραφέα  W. H. Auden (1907-1973), από την συλλογή του Another Time (1940) που ολοκληρώθηκε στην Αμερική, όπου ο ίδιος αποφάσισε  να εγκατασταθεί από  το 1939 με την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Είναι ένα λυρικό ποίημα 15 ομοιοκατάληκτων (ΑΒΓΒ) τετράστιχων, με τρεις ομιλητές: τον αφηγητή του ποιήματος, τον ερωτευμένο άνδρα, τα ρολόγια της πόλης.                  

Στον περίπατο του έξω λίγο πριν βραδιάσει στην πολυσύχναστη οδό Μπρίστολ, ο αφηγητής, παρατηρώντας το πλήθος στον πεζόδρομο, τον παρομοιάζει με σιτάρι σε αγρό, έτοιμο για τον θερισμό. Την ίδια στιγμή ακούει μακριά έξω από την πόλη, εκεί κοντά στο ποτάμι, έναν ερωτευμένο άνδρα να τραγουδά στην αγαπημένη του ότι τέλος δεν έχει ο έρωτας, κι εκείνος έτσι θα την αγαπά αιώνια πέρα από τα ανθρώπινα. Τα ρολόγια της πόλης αρχίζουν τότε να ηχούν και να μιλούν. Μην αφήνεις τον Χρόνο να σε ξεγελά, λένε. Κοίταξε σε μιας λεκάνης μέσα το νερό και αναλογίσου  ό,τι έχεις χάσει, κοίταξε τον εαυτό σου απέναντι στον καθρέφτη, στάσου μπροστά στο παράθυρο και κοίταξε τον έξω κόσμο, κλάψε και  αγάπησε  τον κακό γείτονα σου σαν τον δικό σου κακό εαυτό… Όμως είναι πια βράδυ αργά, ο αφηγητής σωπαίνει, οι ερωτευμένοι έχουν φύγει, τα ρολόγια έχουν σταματήσει να ηχούν,  ενώ το βαθύ ποτάμι συνεχίζει να κυλάει.

Ο αναγνώστης  του ποιήματος συνοδεύει από τον πρώτο στίχο τον αφηγητή  στον περίπατο του, ανέτοιμος μάλλον για την υπερβατική διαδρομή που ακολουθεί όπου με αλληγορίες, προσωποποιήσεις και μεταφορές μπορεί να σμίξουν η Κίνα με την Αφρική, να ανέβει το ποτάμι στο βουνό, να στυφτεί η θάλασσα  και να απλωθεί για να στεγνώσει, να κράζουν σαν χήνες οι ουράνιες αδελφές Πλειάδες, ο παγετώνας να χτυπιέται στο ντουλάπι, η έρημος να στενάζει στο κρεβάτι, το ράγισμα στο φλιτζάνι να οδηγεί στη χώρα των νεκρών, όπου συναντιούνται ευφάνταστα μεταλλαγμένοι  αθώοι ήρωες  παιδικών τραγουδιών… Με τον εντελώς απλοϊκό τίτλο «Περπατώντας έξω ένα βράδυ»  και θαυμαστή  ποιητική  τεχνική, ο ποιητής παρασύρει τον αναγνώστη σε μια δραματική αναμέτρηση της παροδικότητας του Έρωτα  και της Ζωής με την αιωνιότητα του Χρόνου. Ο υποτελής του Χρόνου θεριστής-Θάνατος είναι αλληγορικά παρών από τον πρώτο στίχο του ποιήματος, όπου ο αφηγητής υπαινίσσεται το ανείπωτο, περιγράφοντας  το πλήθος που κινείται στον πεζόδρομο της πόλης σαν στάρι του αγρού που κυματίζει το σούρουπο  πριν τον θερισμό (στ. 3-4). Και τελικά, «…ο Χρόνος ό,τι θέλει θα το έχει/ Ή αύριο ή σήμερα» (στ. 31-32).      

Ο W. H. Auden κατατάσσεται ανάμεσα στους σημαντικότερους μοντέρνους ποιητές του 20ου αιώνα. Υποστήριζε θερμά ότι πρέπει να υπάρχουν δεσμεύσεις και κανόνες στην ποίηση, υπηρέτησε πιστά το μέτρο και την ομοιοκαταληξία, έγραψε όμως και σημαντικά ποιήματα σε ελεύθερο στίχο. Η μετάφραση του ποιήματος που ακολουθεί αποδίδεται σε ελεύθερο στίχο.


Περπατώντας έξω ένα βράδυ             

                 Ουίσταν Χιου Ώντεν

 

Περπατώντας  έξω ένα βράδυ,
Κάτω στην Οδό Μπρίστολ,
Ο κόσμος στον  πεζόδρομο
Ήτανε στάρι σε αγρό για θερισμό. 

Και από πέρα πλάι στο βαθύ ποτάμι 
 Άκουσα έναν ερωτευμένο να τραγουδά
Κάτω απ’ τη γέφυρα του τρένου:
«Τέλος δεν έχει ο έρωτας.»
Θα σ’ αγαπώ, αγαπημένη, θα σ’ αγαπώ
Μέχρι να σμίξουν Κίνα με Αφρική,
Και το ποτάμι να ανέβει στο βουνό
Κι ο σολομός να τραγουδά στον δρόμο,
Θα σ’ αγαπώ μέχρι που η θάλασσα
Στυφτεί  κι απλώσει να στεγνώσει
Κι αρχίσουνε σαν χήνες οι Πλειάδες
Στον ουρανό να κράζουν.
Θα τρέχουνε τα χρόνια σαν λαγοί,
Γιατί  εγώ στην αγκαλιά κρατώ
Το  «’Ανθος των Αιώνων»,
Και την πρώτη του κόσμου αγάπη.

Όμως της πόλης όλα τα ρολόγια
Άρχισαν να βουίζουν και να ηχούν
«Τον Χρόνο,  ω μην αφήνεις να σε ξεγελά,
Τον Χρόνο να νικήσεις δεν μπορείς.

Στου Εφιάλτη μέσα  τη φωλιά
Εκεί  που είναι η γυμνή Δικαιοσύνη,
Ο Χρόνος στη σκιά παραφυλάει
Και ξεροβήχει όταν να φιλήσεις πας.

Ανάμεσα σε βάσανα  και έγνοιες
Αόριστα ξεφεύγει η ζωή,
Και ό,τι  θέλει ο Χρόνος θα το έχει
‘Η αύριο ή σήμερα.

Συχνά μια καταπράσινη κοιλάδα
Στοιβάζει το ωχρό το χιόνι: 
Ο Χρόνος σταματάει το γαϊτανάκι
Και το εξαίσιο τόξο του βουτηχτή. 

Ω βύθισε τα χέρια στο νερό,
Μέχρι τον καρπό βύθισε τα:
Μες στη λεκάνη, κοίτα κοίτα
Κι αναρωτήσου τι έχεις χάσει.

Χτυπιέται ο παγετώνας στο ντουλάπι,
Η έρημος στενάζει στο κρεβάτι,
Και ένα ράγισμα ανοίγει στο φλιτζάνι
Το μονοπάτι για τη γη των νεκρών.

Όπου οι ζητιάνοι διακινούν το χρήμα 
Κι ο Γίγαντας μαγεύει τον Τζάκ
Και το Αγόρι-Λίλι-Ουάιτ είναι ένας Φωνακλάς
Κι η Τζιλ δείχνει τα οπίσθια της.
Ω κοιτάς, κοιτάς στον καθρέφτη;
Ω κοιτάς τον πόνο σου:
Η ζωή παραμένει μια ευλογία
Κι ας μη μπορείς εσύ να ευλογείς.

Ω στάσου, στάσου στο παράθυρο
Ενώ τα δάκρυα καίνε και κυλούν:
Θα αγαπήσεις τον στρυφνό γείτονα σου
Με τη στρυφνή καρδιά σου.»

Ήταν αγά, αργά το βράδυ,
Οι ερωτευμένοι είχαν φύγει:
Τα ρολόγια είχαν σταματήσει να χτυπούν,
Και το βαθύ ποτάμι συνέχιζε να κυλάει.

                                      W. H. Auden

κείμενο και  μετάφραση:  Μάρω Παπαδημητρίου

 

 

Κωστής Γκιμοσούλης

 



 

 
Οι περισσότεροι άνθρωποι προγραμματίζουν τις καθημερινές τους ασχολίες με ένα κοινό ρολόι που χτυπά όπως και οι καρδιές τους στον ίδιο ρυθμό για όλους. Όμως ο χρόνος, πιο πολύ σαν μετρονόμος της αυτοσυνειδησίας παρά σαν ρολόι του σύμπαντος, μπορεί να πηγαίνει πιο γρήγορα ή πιο αργά, μπορεί να χτυπάει σε μιαν ατέρμονη ποικιλία ρυθμών ή και χωρίς καθόλου ήχο και να ρυθμίζεται από εμάς, εάν γνωρίζουμε πως υπάρχουν καντράν για να τον θέσουμε σε κίνηση, ή ακόμα και να τον δημιουργήσουμε μ’ έναν καινούργιο τρόπο. Η ποίηση είναι ο  μετρονόμος της ζωής, για να μας κάνει να βιώνουμε τη ζωή στην πληρότητά της, να μας κρατάει ζωντανούς καθώς το ρολόι χτυπά μέχρι τον τελευταίο χτύπο της καρδιάς.

Όπως η μουσική, έτσι και η ποίηση δημιουργεί τον χρόνο κάνοντας χρήση του ρυθμού για να προκαλέσει συναισθήματα. Ο Ουΐλλιαμ Γουόρντσγουερθ μπόρεσε να διαστείλει το συναίσθημα της συγκίνησης δίνοντας ταχύτητα σ’ ένα στίχο, με την ακολουθία κοφτών συλλαβών, ή και να διαστείλει την αίσθηση της παύσης επιβραδύνοντας τον στίχο με μακριές συλλαβές. Συχνά ο Άγγλος Ρομαντικός άλλαζε τον αναμενόμενο ρυθμό ακριβώς στο σημείο που θα γινόταν μια αποκάλυψη, όπως όταν έγραψε στο Βιβλίο Ι του Πρελούδιου για ένα αγόρι τη νύχτα που έκανε σλάλομ όλο και πιο γρήγορα στην παγωμένη λίμνη προσπαθώντας να κυνηγήσει την αντανάκλαση ενός αστεριού, εωσότου σταματήσει ξαφνικά τα παγοπέδιλα· τότε σε πιο αργό ρυθμό κάνει αναδρομή στο νόημα αυτής της εμπειρίας για όλη τη ζωή του, αλλά και για την ίδια την ποίηση.
Οι ποιητές όχι μόνο χρησιμοποιούν τον ρυθμό για να ενδυναμώσουν τα συναισθήματα, αλλά ακόμη και να τα αναδημιουργήσουν. Ο Τ. Σ. Έλιοτ δημιουργεί μια μοναδική αίσθηση του ποταμού στο ποίημά του «ΙΙ. Βιρτζίνια»,  από τον κύκλο των πέντε "Τοπίων", κάνοντας χρήση της παρήχησης, της επανάληψης, των μεμονωμένων εικόνων και των απότομων αντιθέσεων.

Red river, red river,
Slow flow heat is silence
No will is still as a river
Still. Will heat move
Only through the mocking-bird
Heard once? Still hills
Wait. Gates wait. Purple trees,
White trees, wait, wait,
Delay, decay. Living, living,
Never moving. Ever moving
Iron thoughts came with me
And go with me:
Red river, river, river.
 
Ποτάμι κόκκινο, ποτάμι κόκκινο,
Κυλά απαλά η ζέστα είναι σιωπή
Βούληση καμιά δεν είναι σαν ποτάμι
Ακίνητη. Θα κινείται η ζέστα
Μόνο με το μιμοπούλι
Κάποτε ακουσμένο; Ήρεμοι λόφοι
Περιμένουν. Πύλες περιμένουν. Δέντρα πορφυρά,
Δέντρα λευκά, αναμένουν, αναμένουν,
Αναβάλλουν, σαπίζουν. Ζώντας, ζώντας,
Ποτέ κινώντας. Πάντα κινώντας
Σιδερένιες σκέψεις ήρθαν μαζί μου
Και μαζί μου κυλούν:
Κόκκινο ποτάμι, ποτάμι, ποτάμι. 1

Ο ίδιος έλεγε: “Είναι αυτονόητο πως το St. Louis με επηρέασε βαθιά, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο περιβάλλον. Αισθάνομαι πως υπάρχει κάτι διαφορετικό στο να περάσεις την παιδική σου ηλικία, δίπλα στον μεγάλο ποταμό. Κάτι που δεν μπορείς να το περιγράψεις σε όσους δεν το έχουν βιώσει.”

Ο Πολ Βαλερύ επίσης δημιουργεί την αίσθηση της αιωνιότητας στην ποίησή του βάζοντας το συναίσθημα σ’ ένα μοναδικό χρόνο και τόπο, μέσα στην παγκόσμια οπτική μιας ζωής αφοσιωμένης ολότελα στο διάβασμα. Στο Θαλασσινό Νεκροταφείο παρουσιάζει εικόνες του νεκροταφείου που βρίσκεται δίπλα στη θάλασσα της γενέθλιας του πολίχνης Σετ, προεκτείνοντάς το δίχως όρια προς τον ορίζοντα του ουρανού. Οι εικόνες μαζί με τις αναφορές τους που απαντώνται στην ιστορία της λογοτεχνίας βοηθούν τον ποιητή να αναδημιουργήσει το συναίσθημα της αιωνιότητας ή του απείρου.

Beau ciel, vrai ciel, regarde-moi qui change!
Après tant d’orgueil, après tant d’étrange
Oisiveté, mais pleine de pouvoir,
Je m’ abandonne à ce brillante space,
Sur les maisons des morts mon ombre passe
Qui m’ apprivoise à son frêle mouvoir.
 
Όμορφε ουρανέ, καθάριε ουρανέ κοίταξέ με
Είμαι εγώ που αλλάζω!
Μετά από τόση έπαρση
Τόση περίεργη κόπωση
Ραστώνη, ξεχειλίζω όμως από νέο σφρίγος
Κι εγκαταλείπομαι σ’ αυτό το λαμπερό διάστημα,
Πάνω απ’ τα σπίτια των νεκρών περνάει η σκιά μου[…]2
 
Όπως ο Γουόρντσγουερθ και ο Έλιοτ, ο Βαλερύ χρησιμοποιεί τον χρόνο για να μοιραστεί τη δύναμη του συναισθήματος, ωθώντας τον αναγνώστη να βιώσει πιο έντονα τη ζωή του, να υπερβεί τον χρόνο ζώντας την κάθε στιγμή πιο έντονα.

Με άλλα λόγια, οι ποιητές χρησιμοποιούν τον χρόνο για να υπερβούν τη δική τους ζωή και ύπαρξη σε μια συνομιλία που διασχίζει γενεές ανθρώπων. Δίνουν νόημα σε πανανθρώπινα ερωτήματα, τα οποία όμως γίνονται κατανοητά ως μέρη της κοινής εμπειρίας. Ένας λόγος για να ερμηνεύσουμε αυτό που δεν μπορούμε να γνωρίζουμε, όπως π.χ. τι συμβαίνει μετά θάνατον, είναι γιατί μας δίνει τη δυνατότητα να κατανοήσουμε πολύ καλύτερα τη ζωή. Δύο ποιητές που αναφέρουν τι τους συνέβη τη στιγμή του θανάτου τους είναι η Έμιλι Ντίκινσον και ο Γιώργος Σεφέρης. Λέγεται ότι οι ποιητές επιθυμούν να μείνουν αθάνατοι. Η Έμιλι γράφει με συναρπαστική λεπτομέρεια για το πνεύμα της πέρα από τον τάφο, για να δώσει την αίσθηση του βιώματος της θνητής ανθρώπινης εμπειρίας σαν να είναι αέναη, χωρίς τέλος:

I heard a Fly buzz—when I died—
The Stillness in the Room
Was like the Stillness in the Air—
Between the Heaves of Storm—
[…]
There interposed a Fly—
With Blue-uncertain-stumbling Buzz—
Between the light –and me—
And then the Windows failed-and then
I could not see to see—

Σαν πέθαινα —
άκουσα τον βόμβο Μύγας—
Μέσα στην Κάμαρα ήταν Σιγαλιά
Σαν είναι γύρω η Σιγαλιά του Αγέρα—
Προτού τον ζώσει η Θύελλα ξανά—
[…]
Ήρθε μια Μύγα να παρεμβληθεί—
Με Κυανό—άστατο—αδέξιο Βόμβο—
Στων φώτων και σ’ εμέ—τ’ ανάμεσο—
Κι ύστερα φθίναν τα Παράθυρα—και τότε
Άλλο δεν έβλεπα πια για να δω—3

Δεν αναρωτιέται η Έμιλι ποιο είναι το όριο ανάμεσα σ’ αυτό που μπορεί και που δεν μπορεί να κατανοηθεί, αλλά σκόπιμα αντιμετωπίζει το παράλογο, και εδώ το παράλογο είναι το θέμα του δικού της θανάτου: κανένας άγγελος, κανένας ήχος σάλπιγγας, καμιά ουράνια ομορφιά· μονάχα η θανή. Η φωνή που μιλάει στο ποίημα άραγε μας λέει ότι άκουσε τη μύγα αφού πέθανε, ή ότι μέχρι και την τελευταία στιγμή της ζωής του το άτομο έχει αντίληψη; Το βέβαιο είναι ότι η ποιήτρια έχει το σθένος να ενατενίσει ακόμη και το τελευταίο πραγματικό λεπτό της δικής της ζωής!
 
Ας δούμε και τους τελευταίους στίχους της Σεφερικής Κίχλης: 

καὶ εἶσαι
σ᾿ ἕνα μεγάλο σπίτι μὲ πολλὰ παράθυρα ἀνοιχτὰ
τρέχοντας ἀπὸ κάμαρα σὲ κάμαρα, δὲν ξέροντας ἀπὸ ποῦ
  νὰ κοιτάξεις πρῶτα,
γιατὶ θὰ φύγουν τὰ πεῦκα καὶ τὰ καθρεφτισμένα βουνὰ
  καὶ τὸ τιτίβισμα των πουλιῶν
θ᾿ ἀδειάσει ἡ θάλασσα, θρυμματισμένο γυαλί, ἀπὸ βοριὰ
  καὶ νότο
θ᾿ ἀδειάσουν τὰ μάτια σου ἀπ᾿ τὸ φῶς τῆς μέρας
πῶς σταματοῦν ξαφνικὰ κι ὅλα μαζὶ τὰ τζιτζίκια.

Γινόμαστε κοινωνοί της στιγμής του θανάτου. Μπορούμε να θυμηθούμε εκ παραλλήλου τη "σωματοποίηση" του τέλους στον Εκκλησιαστή, κεφ. 12, όπου σταδιακά όλες οι λειτουργίες του πνεύματος και του σώματος αδρανούν σε οκτώ φράσεις οι οποίες απαριθμούνται. Για προφανείς λόγους, ας αναφέρω εδώ αυτές που σχετίζονται με την εξασθένηση του οπτικού πεδίου, της όρασης και της ακοής: 
ΚΑΙ μνήσθητι τοῦ κτίσαντός σε ἐν ἡμέραις νεότητός σου, ἕως ὅτου μὴ ἔλθωσιν ἡμέραι τῆς κακίας καὶ φθάσωσιν ἔτη, ἐν οἷς ἐρεῖς· οὐκ ἔστι μοι ἐν αὐτοῖς θέλημα·
2 ἕως οὗ μὴ σκοτισθῇ ὁ ἥλιος καὶ τὸ φῶς καὶ ἡ σελήνη καὶ οἱ ἀστέρες, καὶ ἐπιστρέψωσι τὰ νέφη ὀπίσω τοῦ ὑετοῦ·
4 καὶ κλείσουσι θύρας ἐν ἀγορᾷ, ἐν ἀσθενείᾳ φωνῆς τῆς ἀληθούσης,
καὶ ἀναστήσεται εἰς φωνὴν τοῦ στρουθίου, καὶ ταπεινωθήσονται πᾶσαι αἱ θυγατέρες τοῦ ᾄσματος·
ὅτι ἐπορεύθη ὁ ἄνθρωπος εἰς οἶκον αἰῶνος αὐτοῦ…
Ας επιστρέψουμε όμως στην πολύ δυνατή, αλήθεια, Σεφερική εικόνα, που είναι η ξαφνική σιωπή των τζιτζικιών, επειδή τα ακούμε παντού και πάντα τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού· η σιωπή τους αποκαλύπτει πώς μονότονη και υπόκωφη μεν η μουσική τους,  όμως μας κάνει παρόντες και ζωντανούς— επειδή δι-αισθανόμαστε κάτι.

Αττική, Αύγουστος 2019
 
Σημειώσεις
1 Η μετάφραση ανήκει στον Αριστοτέλη Νικολαΐδη με κάποιες αλλαγές από εμένα.
Δες Τ.Σ. Έλιοτ Άπαντα τα Ποιήματα, Κέδρος 1984, σελ. 179.
2 Μετάφραση δική μου.
3  Μετάφραση της Αρτέμιδος Γρίβα στο Emily Dickinson Επειδή δεν άντεχα να ζήσω φωναχτά: Ποιήματα και Επιστολές, επιμ. Λιάνα Σακελλίου, Gutenberg 2013, σελ
 
ΛΙάνα Σακελλίου
 
 

 

 

Η ποίηση αναζητά την αιωνιότητα ή το εφήμερο, το οποίο πασχίζει να μετατρέψει σε μια αιώνια στιγμή. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι υπάρχει η ποίηση των μεταφυσικών αναζητήσεων και της καταγραφής των άφθαρτων καταστάσεων και η ποίηση του εφήμερου, της καταγραφής της στιγμής, που για κάποιον απροσδιόριστο λόγο ο ποιητής διαισθάνται ότι μπορεί να περάσει στην αιωνιότητα.

Κι όμως ο ποιητής κατανοεί ότι τα όρια που βοηθούν τον άνθρωπο στις ταξινομήσεις του είναι ρευστά και η ίδια η φύση και η περιπλοκότητα του κόσμου τα αναιρεί. Κατά βάθος, ο ποιητής γνωρίζει ότι το παρελθόν ως μνήμη είναι αδιάλειπτα παρόν, το μέλλον με τη δύναμη της επιθυμίας είναι διαρκώς παρόν, ενώ το παρόν που χάνεται πριν καλά καλά προλάβουμε να το αισθανθούμε είναι ένα όνειρο αιωνιότητας.

Ο χρόνος είναι επίμονα υπαρκτός στην ποίηση, γιατί διαρκώς διαθλάται το ένα επιπεδό του στο άλλο με αμέτρητους τρόπους. Ο χρόνος υπάρχει ως απώλεια και κατάκτηση, ως πληγή και θεραπεία. Ο χρόνος υπάρχει λόγω της επικείμενης ανυπαρξίας του.

Στο παρακάτω απόσμασμα από τις Εξομολογήσεις του Αυγουστίνου, ο συγγραφέας με έναν βαθύ και συνοπτικό τρόπο αποδεικνύει αυτή ακριβώς την αίσθηση του ποιητή:

quid est ergo tempus? si nemo ex me quaerat, scio; si quaerenti explicare velim, nescio: fidenter tamen dico scire me, quod, si nihil praeteriret, non esset praeteritum tempus, et si nihil adveniret, non esset futurum tempus, et si nihil esset, non esset praesens tempus. duo ergo illa tempora, praeteritum et futurum, quomodo sunt, quando et praeteritum iam non est et futurum nondum est? praesens autem si semper esset praesens nec in praeteritum transiret, non iam esset tempus, sed aeternitas. si ergo praesens, ut tempus sit, ideo fit, quia in praeteritum transit, quomodo et hoc esse dicimus, cui causa, ut sit, illa est, quia non erit, ut scilicet non vere dicamus tempus esse, nisi quia tendit non esse.

Τι είναι λοιπόν ο χρόνος; Γνωρίζω αρκετά καλά τι είναι αρκεί κάποιος να μη με ρωτήσει. Αν όμως ερωτηθώ τι είναι και προσπαθήσω να του το εξηγήσω βρίσκομαι σε σύγχυση. Μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι γνωρίζω πως αν τίποτα δεν πέρασε, τότε δεν θα υπήρχε παρελθών χρόνος. Αν τίποτε δεν επρόκειτο να συμβεί, τότε δεν θα υπήρχε μέλλων χρόνος. Και αν τίποτα δεν υπήρχε, δεν θα υπήρχε παρών χρόνος. Από αυτές τις τρεις διαιρέσεις του χρόνου, τότε, πώς μπορούν οι δυο, το παρελθόν και το μέλλον, να είναι, όταν το παρελθόν δεν υπάρχει πια και το μέλλον δεν έχει υπάρξει ακόμη; Όσο για το παρόν, αν ήταν συνεχώς παρόν και δεν μετακινείτο ποτέ, ώστε να γίνει παρελθόν, δεν θα ήταν πια χρόνος, αλλά αιωνιότητα. Αν, συνεπώς, το παρόν είναι χρόνος μόνο από το γεγονός ότι κινείται, ώστε να γίνει παρελθόν, πώς μπορούμε να πούμε ότι τουλάχιστον το παρόν υπάρχει αν ο λόγος του ότι υπάρχει είναι το ότι πρόκειται να μην υπάρχει; Με άλλα λόγια δεν μπορούμε να πούμε πράγματι ότι ο χρόνος υπάρχει παρά μόνο λόγω της επικείμενης κατάστασης του μη είναι του.

(Confessiones XI, xiv)

Άννα Γρίβα

 

 

 
 
 
Ένα από τα βασικά θέματα της ποίησης είναι ο χρόνος. Η μεγαλύτερη ίσως πρόκληση για τον χρόνο είναι η ποίηση.
 
Η σχέση του χρόνου με την ποίηση είναι σχέση έρωτα και μίσους. Ο χρόνος είναι ρευστός. Ρέει, άλλοτε ορμητικά κι άλλοτε ήρεμα, όπως το νερό ενός ποταμού, που ποτέ δεν μένει σταθερό στο ίδιο σημείο. Η ποίηση έλκεται από αυτή τη ροή, επιχειρεί να την αποτυπώσει, να γίνει διαχρονική. Κινδυνεύει όμως να γίνει βορά στη ροή του χρόνου. Για να πετύχει η ποίηση τη διαχρονικότητά της ένας τρόπος νομίζω υπάρχει: να παίρνει κάθε φορά, όπως το νερό, το σχήμα των πραγμάτων στα οποία περιέχεται, το σχήμα των πραγμάτων στα οποία αναφέρεται. Και να μεταβάλλεται όπως μεταβάλλονται και τα πράγματα.
 
Από τις καταστάσεις που αντιστέκονται στον χρόνο, όπως η ομορφιά ας πούμε ή ο έρωτας, η ποίηση μπορεί να έχει τη μεγαλύτερη διάρκεια.
 
Είμαστε χρόνος κι είμαστε λέξεις. Αν οι λέξεις μας είναι στέρεες, μπορούμε, προσωρινά έστω, να ζήσουμε την ψευδαίσθηση της αθανασίας, την ψευδαίσθηση ότι ελέγχουμε τον χρόνο, ότι τον έχουμε προς στιγμήν αιχμαλωτίσει.
 
Οι περισσότεροι αντιλαμβάνονται τον χρόνο ως ευθεία. Οι ποιητές ως κύκλο, για την ακρίβεια ως κύκλους.
 
Η ποίηση δεν ενδιαφέρεται για την αιωνιότητα, αλλά για τη διαχρονικότητα. Και για τη δύναμη της στιγμής ασφαλώς. Η δύναμη της στιγμής θα μπορούσε να ισοδυναμεί με τη σύλληψη μιας μεταφοράς.
 
Μπροστά σ’ ένα ρολόι ο άνθρωπος είναι αδύναμος, μπροστά στην ποίηση μπορεί να πάρει δύναμη.
 
Ο χρόνος δανείζει, η ποίηση χαρίζει.
 
Η ταχύτητα του χρόνου μπορεί ενίοτε να ισορροπήσει κάπως με τη βραδύτητα της γραφής.
 
Ο χρόνος είναι γεννήτορας των πάντων, η ποίηση γεννά επιλεκτικά και κυρίως διαστρέφει.
 
Ο χρόνος καταβροχθίζει τα πάντα, η ποίηση καταβροχθίζει τις σάρκες της.
 
Ο χρόνος μάς ξηλώνει σαν παλιό πουλόβερ, η ποίηση ράβει φόρεμα με την ψευδαίσθηση ότι θα ντύσει τη γύμνια μας. Και πάλι όμως έρχεται ο χρόνος να το ψαλιδίσει. Αν θα τα καταφέρει ή όχι εξαρτάται από τη δύναμη της (γ)ραφής.
 
Μονάχα τη στιγμή που γράφουμε ή τη στιγμή που διαβάζουμε βγαίνουμε εκτός χρόνου.
 
Ποίηση και χρόνος μπορεί να βαδίζουν παράλληλα. Διότι όταν συναντηθούν, όλοι ξέρουμε ποιος θα καταπιεί ποιον.
 
Για την ποίηση και τους ποιητές ο αντίπαλος δεν είναι ο θάνατος, αλλά ο χρόνος.
 
Εν τέλει:
«Η αιωνιότητα με ζαλίζει
 
μες στης φθοράς την αγκαλιά
μ’ ασφάλεια τον χρόνο μου θηλάζω»

           (Στάθης Κουτσούνης: «Ουτοπία» – Έντομα στην εντατική, Μεταίχμιο 2008)
 
Στάθης Κουτσούνης
 

 

 

 

Η (πέρα από την προσληπτικότητα της νόησης) έννοια «χρόνος» απασχολεί εμμονικά την Ποίηση.

Προσωπικά, σε όλα μου σχεδόν τα ποιητικά βιβλία ο χρόνος παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο (στα δυο μάλιστα συνθέτει και τον τίτλο): ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΩΡΑΣ ΣΕ ΠΤΥΣΣΟΜΕΝΟ ΧΡΟΝΟ, ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΔΙΠΛΟΥ ΧΡΟΝΟΥ. Π.χ.:

·Στο διαλογικό ΤΟ ΜΑΤΙ ΤΗΣ ΜΥΓΑΣ (1983) λέγω και αντιλέγω σχετικά με τον χρόνο:

-Μ’ εκβιάζει ο χρόνος. / -Τίποτα δεν ξέρει για μας / -Όμως, περνώ την μέρα σαν σπρωγμένος / Και τη νύχτα / Αγωνία να γυρίσω ξαφνικά / Τα μέσα έξω απ’ την Μαύρη Τρύπα / Και να γεννηθώ. // -Δεν γίνεται. / Δεν γίνεται, είναι το σπίτι. /Ξέρεις πως ακοίμητα /Τον ακίνητο χρόνο παραστέκει. (…)

Ή, παρακάτω, αναφέρομαι στα σμήνη των εντόμων ως :

Στρατιές στιγμών / Μιας άλλης, νοητής υποδιαίρεσης του χρόνου. (…)

Και καταλήγω:

-Ο χρόνος ανήκει στο σπίτι. / Εδώ ο γεωμετρικός ο τόπος / Της παραβολής που θα υπάρξω. // Να οι συντεταγμένες του σημείου / Που κάτω του, το ηφαίστειο / Κι η πτύχωση από βασάλτη / Και τα υπόγεια ρεύματα. Και κατεβαίνοντας / Τα οστά. / Και η ακραία γνώση η παλεύοντας / Ν’ ανέβει / Μες απ’ την λάσπη ακτινωτών και διατόμων- // Και ανεβαίνοντας, / Ξανά το σπίτι, το μνημείο μου. / Ίδρυμα, φυλακή, νοσοκομείο / Χάνι στεγάζοντας θίασο μίμων άθλιο / Διαχρονικό. Μα πότε υψώθηκε; // Πριν από μένα ήταν. Και μετά. / Μια εγκατάσταση ελέγχου / Για να μετρά μ’ ακρίβεια / Την περιεκτικότητα του χρόνου / Σε ψυχές κι άλλα ιχνοστοιχεία. / Για να μην προσπαθώ / Να μετατοπιστώ στο μέλλον / Για να’ ναι πάντα σήμερα / Και τρόμος / Ιονίζοντας των νεκρών τον αέρα.(…)

Και, στο βιβλίο Ο ΕΝΟΙΚΟΣ (1989) ο χρόνος παίζει μεγάλο ρόλο:

Τη στιγμή εκείνη / Έγινε η καταστροφή του Ναού / Με τους οξύλιθους. / Άηχα άνοιξε η νύχτα / Το προαιώνιο πένθος για την Εξορία. // Μες απ’ τη μαύρη τρύπα / Δεξιόστροφος,

Αργά / Ο ουροβόρος χρόνος / Πάλι ξετυλίχτηκε. // Τότε κατέβηκε μια δύναμη με τον αέρα

Διαστρέφοντας την κλίμακα. / Βούιζαν γύρω θύελλα παράσιτα / Στον ιστό μιας απίστευτης κακοφωνίας / Προσπαθούσε. / Νευρικές απολήξεις ανεμίζαν / Άπλωναν κύκλοι, κύματα ναυτίας / Έτριζε να διαρραγεί η μεμβράνη / Έχανα το σήμα / Μπορεί να ’ταν για μένα, μπορεί / Να μην υπήρχα. // Μίλησε με παραβολές / Από τότε που με φωνές ζώων μιλούσα. // Κλήρος σου, είπε, τα ορατά / Και φόρος τα αόρατα. / Όσα θα ονομάσεις κι όσα / Κάποτε / Θα επικαλείσαι. // Θα βρεις τα φύλλα σφραγισμένα ένα ένα / Τα κατοικίδια με το σημάδι του Θηρίου / Προγόνους κι απογόνους σε ημιζωή / Όταν φυσάει απ’ τις σκοτεινές σου ηλικίες. / Και θα ξεχνάς πως οι συγκάτοικοι / Αν αποστρέψεις το βλέμμα, δεν υπάρχουν / Δεν υπήρξαν ποτέ, δεν θα υπάρξουν / Ούτε καν θάνατος, ούτε καν θάνατος. / Θα ’ρχονται όλα / Με τη σκιά τους και τη μοίρα τους / Όπως τα ονειρεύτηκα. / Και θα γνωρίσεις / Τον ένα μες στον ύπνο του άλλου.

·Στο ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΩΡΑΣ ΣΕ ΠΤΥΣΣΟΜΕΝΟ ΧΡΟΝΟ (1993), πάλι, είναι πάντα εννέα η ώρα. Η «πλοκή» διαδραματίζεται συνέχεια στην ίδια χρονική στιγμή. Διότι:

Μια στάλα ανεξίτηλο μελάνι. Κι απλώνει / Ολοένα στο μυαλό μου. / Κάνοντας από μόνη της / Σχέδια μαύρα για τον κόσμο. / Για κάποιο λόγο, / Προσπαθεί απεγνωσμένα / Να αποδείξει το ενιαίο. / Μήκη περιγραφής / Στον πτυσσόμενο χρόνο διπλώνοντας / Και ξεδιπλώνοντας.

Και παρακάτω γράφω:

παρεμβολή / χρονικός προσδιορισμός.

Τέσσερις Ιουνίου, λόγου χάρη / Κι άσημο έτος. / Αρχίζεις με την ημερομηνία

Και τελειώνεις / Τελειώνοντας ο χρόνος σου. / Κόβεται ο χρόνος σα μήλο

Κι έχεις αμαρτήσει. Το κομμάτι / Με το σκουλήκι, για το παιδί. / Που υπήρξε σχεδόν / Παντοδύναμο.

Στο δε Ο ΛΕΠΤΟΥΡΓΟΣ (1999) γράφω για τον Ποιητή:

Ο λεπτουργός, εξόριστος στον αμμώδη χρόνο μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος, τυραννιέται απ’ την διπλή του φύση. Είναι ένα ον με τιμή ανθρώπου και χρέος θεού. Με πόθο σφαίρας και μνήμη θηράματος. Σε δρόμο αγγέλου και κατοικία αράχνης. Σε ενοχή βράχου και μετάνοια θάλασσας.

Για δόξα μονοκράτορα κι απολαβές σκουληκιού. Για ζωή άνεμο και θάνατο φωτιάς.

Ο λεπτουργός εκτίει την ζωή του. Έγκλειστος στο τρομώδες άσπρο εκτός φάσματος. Κυρίως τοίχοι γύρω. Υπερδιπλάσιοι απ’ τους ορίζοντες τον χώρο. Προβλέποντας άγνωστες διαστάσεις.

Μια προβολή τρέχει ταχύτατα στους τοίχους. Ακατανόητες εικόνες σ’ αδιάκοπη διαδοχή. Άπειρα γεγονότα και παραλλαγές, συμπαντικά κι ασήμαντα.

Συμβαίνοντας όλα ταυτόχρονα, σημαίνοντας όλα, συγκλίνοντας.

Αριστερά, ένα τραπέζι. Πάνω του, εύφορα χαρτιά, όπου το μηρυκαστικό του κάποτε, βόσκει ανύποπτο το τίποτα.

Κάτω απ’ το τραπέζι, άλλο φάντασμα. Ο σκύλος – φύλακας του τίποτα, γρυλίζει στο ποτέ.

Άγρυπνος, παρακολουθώντας με τα χίλια μάτια του των πεθαμένων.

Μπροστά, μια ξύλινη καρέκλα. Σαν πρόσθετο μέλος τη φοράει ο λεπτουργός να στηριχτεί. Καθώς ο νους του με στροβίλους θείου, μίλια, άρρυθμα, διατρέχει την ιλιγγιώδη έρημο από σκόνη ανθρώπου.(…)

Αλλά, για να μην αναφέρομαι συνέχεια εγώ, μόνη μου, στα ποιήματα μου, και για να πάρει κάποια δοκιμιοειδή μορφή το παρόν άρθρο, παραθέτω και το κείμενο του Γιάννη Ζέρβα για ένα από αυτά τα βιβλία μου.

Ημερολόγιο του διπλού χρόνου, Παυλίνα Παμπούδη, Κέδρος, Δεκ. 2005, σελ. 74

                                                                                    «Να συγυρίσω τα αόρατα»

Φανταστείτε μια ευθεία γραμμή να περιστρέφεται. Να διαιρεί ανεμπόδιστη τον χώρο εκατομμύρια φορές. Πόσους νοητούς κόσμους χωρίζει, πάνω και κάτω από τη γραμμή; Εκατομμύρια.  Θα αναφέρω μερικούς: Συνειδητό και ασυνείδητο. Φανερό και κρυφό. Δημόσιο και ιδιωτικό. Λογική και συναίσθημα. Έρωτας και ακηδία. Κοινωνία και μοναξιά. Γλώσσα και άλεκτο. Λέξη και εικόνα. Κίνηση και ακινησία. Εύρεση και χάσιμο. Σύνθεση και αποδόμηση. Θάνατος και ζωή. Ατομικό και κοσμικό. Ορατό και αόρατο. Σταματήστε εδώ. Βρήκαμε το στίγμα της Παμπούδη. Στο ραντάρ του ποιητικού διχασμού η Παυλίνα Παμπούδη ορίζει το μεταφυσικό.

Γιατί ζούν διπλή ζωή οι ποιητές; Πόσο πιο αφοριστικά γίνεται να το πω αυτό; Δεν αναρωτιέμαι καν. Κανείς ποιητής δεν αναρωτιέται. Ξέρουν όλοι. Με τη μέγιστη σαφήνεια. Αυτή είναι η κατάρα της ποίησης. Ξέρει όσα κανείς δεν ξέρει. Ξέρει επακριβώς ακόμη και όλα αυτά που οι ίδιοι οι ποιητές δεν ξέρουν ότι ξέρουν. Ακόμη και αυτά που δεν θέλουν να ξέρουν. Αναζητούμε, μέσα από την ποίηση να αποκαλύψουμε, να αποκωδικοποιήσουμε, να ρηματοποιήσουμε, να συναντήσουμε, να προειδοποιήσουμε, να γλυτώσουμε ίσως, πάντως όχι να μάθουμε. Όταν οι άλλοι χρησιμοποιούν τη γλώσσα για να επικοινωνήσουν, να ορίσουν, να συνεννοηθούν, οι ποιητές μιλούν μια γλώσσα σπλαχνική, μια γλώσσα πρωτόγονη , μια γλώσσα άχρονη, μια γλώσσα εικόνων, μια γλώσσα ιδιωτική. Πώς να  αποκρυπτογραφήσεις το άλεκτο με πλήρεις προτάσεις και ορθή σύνταξη; Κάθε ποιητικό έργο (αν πρόκειται για ποιητικό έργο)  είναι ένα απόσπασμα  από το ημερολόγιο μιας έρευνας που δεν έχει τελειώσει. Που συνεχίζει να περιστρέφεται σε κάθε βιβλίο του ποιητή, σαν τρυπάνι που βυθίζεται λίγο πιο κάτω στο ίδιο σημείο καθώς πασχίζει να διαρρήξει το σκοτάδι και να λαφυραγωγήσει τον κόσμο που κρύβεται κάτω από την διαχωριστική γραμμή.

Πόσες διπλές ζωές μπορεί να αφορά η ποιητική λειτουργία;

(Δεν έχει άλλη σημασία το σημαινόμενο.
Το νόημα
Εξαντλείται
Στην περιγραφή σου
Όπως κι εσύ)

Στην ποίηση δεν υπάρχει συμβολικό. Όλα είναι πραγματικά στην από κάτω μεριά του ποιητικού χώρου. Το συμβολικό είναι μια μετάφραση. Ο ποιητής είναι ένας ανταποκριτής που στέκεται πάνω στη γραμμή διαχωρισμού και μεταφράζει τον ένα κόσμο στον άλλο. Πρόκειται για μεγάλη παρεξήγηση η πεποίθηση ότι ο ποιητής είναι διανοούμενος. Ότι πρόκειται για άτομο με δημιουργικότητα και φαντασία. Φαντασία έχουν οι πεζογράφοι (ίσως). Ο ποιητής είναι επιστήμονας. Αυτό που οι άλλοι θεωρούν φαντασία του ποιητή δεν είναι παρά η εμπεριστατωμένη παρατήρησή του μιας πραγματικής ζωής σε έναν άλλο κόσμο. Η εναργής και οξεία αντίληψη των αντιστοιχιών ανάμεσα στους δύο κόσμους. Η αποκάλυψη της αθέατης διάστασης του κόσμου ως μέρος της υποχρέωσης του ποιητή να την περιγράψει με ακρίβεια, σε όλες της τις διαστάσεις, στο ορατό σύμπαν σε όσο το δυνατόν πιο ακριβή αλλά και όσο το δυνατόν πιο κατανοητή γλώσσα (πράγμα που τον κάνει συχνά ακατανόητο).  Καμία παραπέρα ανάλυση δεν έχει νόημα.

(Δεν θα αφηγηθώ ξανά, η δίγλωσση,
Θα μεταφράζω τα σημεία
Αγνοώντας τις εικόνες)

Οι κόσμοι που χωρίζει η ποιητική γραμμή είναι πάντα δύο. Αλλά βέβαια δεν είναι οι ίδιοι για όλους τους ποιητές.

Ας επιστρέψουμε στον προκείμενο. Ακινητοποίηση της ευθείας: το φωτεινό στίγμα αναβοσβήνει. Στοιχεία ερευνητή: Π.Π.. Φύλο: θήλυ. Τμήμα: ύπαρξη, Τομέας: θάνατος, Κατηγορία: μεταμορφώσεις, μεταστοιχειώσεις και άλλοι δικτυακοί τόποι, Υλικό έρευνας: προσωπικά δεδομένα (με την ευρεία έννοια). Ερευνητική μέθοδος: αυτοπαρατήρηση πολλαπλών χρονικών σημείων (συνήθως κατ’ οίκον), Μέθοδος αναφοράς: ποίηση ( ενίοτε δήθεν παραμύθια), Ύλη αναφοράς: τυπογραφείο (με μια συγκινητική αφοσίωση, κάποτε δυσερμήνευτη). Καταχωρήσεις: σποραδικές / αποσπασματικές (παλαιότερα με καρτ ποστάλ). Σχόλια: Ερευνητής πεδίου, συμμετέχει στο πείραμα  ο ίδιος. Πιστεύει στη σχετικότητα και στην πραγματικότητα των δεδομένων (ταυτόχρονα), κρατάει διπλά βιβλία ως μέρος της παρατήρησης, οι αυτοαναφορές γίνονται τόσο σε πρώτο όσο και σε τρίτο πρόσωπο (συνεπές με την διπλή μέθοδο βιωματικής και εξωτερικής ανταπόκρισης που χρησιμοποιεί ο ερευνητής), παραθέτει το πρωτότυπο, δίνει ημερολογιακή καταγραφή των δεδομένων, παραθέτει προσωπικά σχόλια κατά τη διάρκεια της έρευνας, αλλά και σχόλια εποπτών (των οποίων κρατά ασαφή την ταυτότητα και την σύσταση). Μερικές φορές ξεφεύγουν στο περιθώριο ανήσυχα σχόλια ως προς το νόημα της έρευνάς. Άλλες φορές σημειώνει τα βασικά υλικά.

10 Σάββατο
Μηνά Καλλικελάδου, Ερμογένους

[…]

(μ.μ.)

Είναι αργά, είπε ο Φύλακας
Χτύπησε δώδεκα
Εδώ και τόσα χρόνια
Έχεις κλειστεί απέξω
Κι από μέσα
Μπορείς να διαφύγεις
Μόνο προς τα κάτω.
Οι αποσκευές σου
Έχουν ήδη ταξιδέψει ασυνόδευτες,
Μακριά.

Τώρα, κι αυτές, στα απολεσθέντα

Στο Ημερολόγιο του διπλού χρόνου της Παυλίνας Παμπούδη, κορυφώνεται η διαδρομή δώδεκα ποιητικών βιβλίων, αλλά μ’ αυτό, κυρίως, συνεχίζεται η ενότητα που σχηματίζουν τα τελευταία πέντε βιβλία της Το μάτι της μύγας, Ο ένοικος, Ιστορία μιας ώρας σε πτυσσόμενο χρόνο, Ο λεπτουργός, Το μαύρο άλμπουμ, όλα στον Κέδρο, για λόγους διευκόλυνσης, πιστεύω,  ως προς τη δυνατότητα πρόσβασης στα πορίσματα της έρευνάς της. Το κεντρικό θέμα της οποίας εκφράζεται ως εξής:

Λώρος θανάτου ομφάλιος,
Και με τις δύο άκρες του στο χάος

Προηγείται το κίνητρο - συναίσθημα:

Κουβάρι μαύρο ο καιρός
Θλιμμένη μουσική που ξετυλίγεται
από τ’ αυτί σου πάλι πίσω

Προηγείται η επίγνωση:

Μάταιοι υπολογισμοί, είπε η Νύχτα
Εφόσον πάντα συμπεριλαμβάνεσαι.

Γου και α, γα, του και α, τα

Όλο μαζί :

Μάταιοι υπολογισμοί, είπε η Νύχτα
Εφόσον πάντα συμπεριλαμβάνεσαι.

Κουβάρι μαύρο ο καιρός
Θλιμμένη μουσική που ξετυλίγεται
από τ’ αυτί σου πάλι πίσω

Λώρος θανάτου ομφάλιος,
Και με τις δύο άκρες του στο χάος

‘Όλα αυτά σημειώνονται μ.μ., δηλαδή απόγευμα ( του βίου).

Υπάρχουν όλα εκείνα τα ποιήματα που σημειώνονται π.μ., απηχώντας τους συλλογισμούς της ποιήτριας για την αρχή της ζωής ( της δικής της και γενικώς).

Προς το ξημέρωμα
Μου δόθηκε κουτί. Το σιδερένιο
Το επτασφράγιστο.

[…]

Δεν τ’ άνοιξα.
Τι είχε μέσα, ποιος ήμουν απέξω;

Ο ρόλος της στο σύμπαν γίνεται αποδεκτός με καρτερία  (αποσαφηνίζεται στον τίτλο με την μεταμφίεση του ημερολογίου: 23, Κυριακή, ΙΔ’ Λουκά, Τυφλού, Αγαθαγγέλου: τα δύο τελευταία είναι προφανώς αυτοπροσδιορισμοί της ίδιας τη ποιήτριας):

(π. μ.)

Άκουγα, γράφοντας, να τρίζουν
Στα έγκατα του τραπεζιού,
Να μεγαλώνουν τα καρύδια που δεν έγιναν.

Σύγκορμο εκείνο έτρεμε, με καταριόταν,
Αβοήθητο στο κώμα του.
Τι να θυμόταν; Τότε που,
Αμφίβιο,
Μισό στον πάνω και μισό στον κάτω κόσμο,
Κάθετα κι οριζόντια,
Ανέβαζε χυμούς από ψυχές,
Τους ανεξάντλητους;

Τι να ονειρευόταν μες στον ύπνο μου;
Άνεμο κρύο
Νερό,
Τον τζίτζικα που έγινε αθάνατος;

Τα πόδια του έτρεμαν
Καθηλωμένα

Τα γράμματά μου πάνω του
Βάραιναν τελεσίδικα.

(μ. μ.)

Είναι ξεκάθαρο, είπε το Τραπέζι
Μια επιφάνεια είμαι,
Με τη στίλβη του δημιουργού μου.

Κι εσύ το ίδιο:
Ξύλινη, επεξεργασμένη,
Να γράφουν πάνω σου,
Να τρώνε,
Να στηρίζονται.

(Μια επιφάνεια λοιπόν κι εγώ,
Γράφομαι, τρώγομαι
Στηρίζω.

Όμως, στεγάζω κι άπορα πουλιά ακόμα
Φαιά σαν τύψεις,
Κι ενορχηστρώνω
Κοπάδια ημερών.

Λόγια πετούμενα
Στο δέντρο μου κουρνιάζουν.

Κουτό πουλί με το τιτίβισμα.)

Η υπαρξιακή διάσταση στο έργο της Παμπούδη είναι ανεξάντλητα διχασμένη. Το αγέννητο ζευγαρώνει με το χαμένο, ο ύπνος με το θάνατο, το ακατανόητο της μαγείας με το ακατανόητο του βαθύτατου τρόμου, το χιουμοριστικό με το τραγικό, το κοσμογονικό με το κατοικίδιο.

Κι άστραψε, πάλι, άηχα
Λάμα πλατιά, αρχαίας, δίκοπης, στριγγλιάς

Η ποιήτρια όμως εδώ, σε αντίθεση, με τα προηγούμενα βιβλία της εξάδας, δείχνει πιο συμφιλιωμένη, δηλαδή ενωμένη, μπροστά σ’ όλα αυτά τα εκατομμύρια διχασμούς. Και δίνει συμπυκνωμένη ( δηλαδή ποιητικά ανεπτυγμένη) τη θεωρία πεδίου που έχει πια διαμορφώσει για τις μορφές της ζωής και τις μορφές του ρόλου μας στις ποικιλίες του χώρου και της μοίρας. Με την ηρεμία και την οργάνωση που της προσφέρει η αποδοχή της θέσης μιας μεγάλης εποπτείας.

                                                                                    Γιάννης Ζέρβας

Συμπληρώνω το κείμενο του Γ.Ζ. εκ των υστέρων:

Η συλλογή Το Ημερολόγιο του Διπλού Χρόνου αναφέρεται (ισότιμα) στον χρόνο του ύπνου και στον χρόνο της εγρήγορσης. Εξάλλου, έχει ως μότο το Ηρακλείτειο «Τους καθεύδοντας εργάτας είναι και συνεργούς των εν τω κόσμω γενομένων».

Σε μεταγενέστερη γραφή τα «τρισυπόστατα» ποιήματα της συλλογής δεν διακρίνονται απλώς σε π. μ. και μ. μ. αλλά  χωρίζονται σε  3 μέρη: στο α΄ περιγράφεται το ΟΝΕΙΡΟ, στο β΄ προτείνεται μια ΕΡΜΗΝΕΙΑ και στο γ΄ υπάρχει ένα ΣΧΟΛΙΟ.

Π.χ. :

24, Κυριακή, Των Βαΐων, Ελισσάβετ Θαυματουργού

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ

Γνώριζα την κατεύθυνση / Με κόπο ανέβαινα τον κόσμο. / Βάραινε, άψυχο ακόμα / Το παιδί που έμελλε να γίνω. // Το κουβαλούσα / Μ’ έσπρωχνε // Να φτάσω, τάχα, πού; / Σε κάστρο, σε γκρεμό, σε φυλακή; // Αυτός Εγώ, πού πήγαινα; // Κομμένος άνισα στα δυο / Άνοιγα δρόμο χιαστί στη χαρμολύπη / Μέσα μου, όπου / Άτομα παλαιά αναδεύονταν / Συνέχιζαν στο σκότος την ημιζωή τους / Την δική μου απεργάζονταν. // Πού πήγαινα;

Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ

Πήγαινες, είπε ο Οδηγός, / Όπου κι οι άλλοι. / Όμως, λοξοδρομείς συχνά, / Εκεί που καταλύει η όραση τον κόσμο. // Λαβύρινθο που ξετυλίγεις, / Θόρυβο που τινάζεις στο στερέωμα, / Πασχίζοντας / Ο εαυτός σου να υπάρξει, ο μονογενής…// Είσαι πολλά / Μα αγνοείς τη χρήση σου. // Το ευχήθηκες, θα το υποστείς.

ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ

Το υφίσταμαι η ένοχος. // Είμαι πολλά. // Αυτόπτης έτυχα, / Ερήμην, / Γενεών αδικημάτων. // Τα μη συμβάντα / Προσπαθώ να διασταυρώσω / Να ερμηνεύσω. // Καταθέτω ισόβια.// Τρομοκρατούμαι απ’ τους συνηγόρους, / Πέφτω σ’ αντιφάσεις.

Παυλίνα Παμπούδη