Εκτύπωση του άρθρου


 

 

Με βάση τις αρχές της γλωσσολογίας, θα μπορούσαμε να ορίσουμε τη γλώσσα ως ένα φωνητικό-ακουστικό σύστημα συμβατικών σημείων για την διατύπωση και συναλλαγή απόψεων, γνώσεων και πληροφοριών, καθώς και την μετάδοσή τους από γενιά σε γενιά, το οποίο βασίζεται σε νοητικές διαδικασίες και καθορίζεται από το εκάστοτε κοινωνικό σύστημα.[1] Ποια είναι όμως η σχέση της γλώσσας με την έκφραση και καταγραφή της μυστικής εμπειρίας; Η μυστική εμπειρία αφορά τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό, σχέση η οποία είναι δύσκολο να οριστεί: πρόκειται για μια εμπειρία που αφορά όχι μόνο τη δράση του θείου στην ψυχή, αλλά και τη δράση της ίδιας της ψυχής, η οποία δέχεται τη θεία δράση και με ελευθερία βούλησης αναμορφώνεται και αναγεννάται.

   Η γλώσσα, με τη σταθερότητα των κανόνων της και τη μεταβλητότητά της στο πέρασμα του χρόνου, έχει κατορθώσει συχνά να μεταφέρει τη μυστική εμπειρία, η οποία χαρακτηρίζεται από μια παρόμοια φύση: από τη μία πλευρά χαρακτηρίζεται από μιας μορφής σταθερότητα, αφού παρουσιάζει κοινά στοιχεία σε πολλές διαφορετικές πίστεις και μυήσεις, από την άλλη όμως ενέχει και τη μεταβλητότητα, αφού παρουσιάζει διαφορές ανάλογα με το υποκείμενο που την περιγράφει.

Η Τερέζα της Άβιλλα γράφει:

«Εμείς δεν είμαστε άγγελοι, αλλά έχουμε ένα σώμα. Το να θέλει κανείς να γίνει άγγελος, βρισκόμενος στη γη, είναι μια τρέλα. Αντιθέτως, η σκέψη έχει ανάγκη από ένα στήριγμα, αν και κάποτε η ψυχή βγαίνει εκτός του εαυτού, και πολλές άλλες φορές είναι τόσο γεμάτη από τον Θεό, που δεν έχει ανάγκη, για να υπάρξει συγκεντρωμένη, κάτι το δημιουργημένο. Όμως αυτό δεν συμβαίνει πολύ συχνά.»

   Μετά την έκσταση, επιστρέφει κάποιος, για να αφηγηθεί την εμπειρία που έζησε. Εκείνο, όμως, που βεβαιώνουν οι μυστικοί είναι ότι τελικά η εμπειρία αυτή είναι άρρητη και ότι όσο κι αν τη διηγούνται, τελικά σε μεγάλο βαθμό μένει ανέκφραστη. Κι όμως ο μυστικός πάντα δοκιμάζει, πασχίζει να εκφράσει αυτό που βίωσε. Επειδή όμως η γλώσσα στην κανόνικότητά της δεν μπορεί να ικανοποιήσει την έκφραση της μυστικής εμπειρίας, γι’ αυτό ο  μυστικός διαταράσσει τη σύνταξη, τη γραμματική, γίνει γλωσσοπλάστης, προχωρά σε πρωτότυπες μεταφορές, που συνθέτουν ένα νέο κόσμο. Η γλώσσα του μυστικού βασίζεται εντέλει στο σφάλμα. Ο μυστικός δημιουργεί μια νέα γλώσσα, που περισσότερο καλύπτει παρά αποκαλύπτει, που χαρακτηρίζεται από υπερβολές και εκφραστική αφθονία, κάνοντας μας να καταλάβουμε ότι τελικά αυτό που θέλει να πει είναι ανείπωτο, πως στην προσπάθειά του εμπεριέχεται η ματαίωση και η σιωπή. Ο μυστικός δεν μιλά για τον Θεό, όπως ένας θεολόγος, μα για τον Θεό μέσω της εμπειρίας του.

   Ήδη από όσα αναφέρθηκαν, φαίνεται ότι η γλώσσα του μυστικού έχει ουσιώδη κοινά με την ποιητική γλώσσα. Η πιο κατάλληλη γλώσσα για να εκφραστεί το άρρητο είναι η ποιητική γλώσσα. Η ποιητική  γλώσσα , όπως και η μυστική γλώσσα, είναι μια γλώσσα που έχει εξυφανθεί στη βάση της παραδοξότητας. Η παραδοξότητα αυτή, το ανοίκειο είναι που αφυπνίζει την προσοχή του αναγνώστη από τον λήθαργο της καθημερινής χρήσης, δημιουργώντας την έκπληξη, που είναι απαραίτητη για μια νέα σύλληψη του κόσμου. Τόσο ο ποιητής όσο και ο μυστικός συντελούν σε μια νέα αντίληψη των πραγμάτων, μέσα από ένα προσωπικό βίωμα. Και οι δύο έχουν ανάγκη από μια γλώσσα που είναι αγνή και ανόθευτη. Γι’ αυτό πρέπει να εκταθούν πέρα από τους κανόνες, πρέπει να σπάσουν τον τρέχοντα λόγο και να τον κτίσουν εκ νέου.

   Ας κλείσουμε με τον ορισμό που έδωσε ο Paul Valéry για τον συγγραφέα και θα μπορούσε να ισχύει και για τον μυστικό: ο συγγραφέας είναι ένας άνθρωπος που δεν μπορεί ποτέ να βρει τις κατάλληλες λέξεις. Προφανώς γιατί κατάλληλες λέξεις δεν υπάρχουν για το άρρητο.

Άννα Γρίβα

© Poeticanet

____________________________

[1] Χαραλαμπάκη Χ. "Νεοελληνικός Λόγος", εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1992, σ. 23-24

 

Εκτύπωση του άρθρου